Η εθνική μελαγχολία

Για να αναταχθεί η χώρα από την κρίση, κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά, χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το σύνδρομο της αποτυχίας. Αυτό το σύνδρομο είναι τόσο βαθειά χαραγμένο στην συλλογική συνείδηση, ώστε εκδηλώνεται με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, από τα καθημερινά αυθόρμητα ξεσπάσματα σε κάθε ενόχληση, έως τις βαθιές αντιλήψεις που έχουμε για το παρόν και το μέλλον μας. Τείνει να γίνει, αν δεν έχει κιόλας γίνει, δομικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας.

Έχω καταπιαστεί αυτή την εποχή με τη σύνθεση μιας ιστορίας του ελληνικού εικοστού αιώνα, προσπαθώντας να καταλάβω αφενός έναν αιώνα στον οποίο πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, αφετέρου τις δικές μου εμπειρίες, τις συλλογικές εμπειρίες μιας γενιάς που έζησε το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Βρίσκομαι όμως πάντα σε αμηχανία, όταν με ρωτούν πολλοί φίλοι, καλοπροαίρετοι και καλλιεργημένοι, αν εξηγώ το πώς και το γιατί καταλήξαμε ένα «αποτυχημένο κράτος», γιατί αποκλίνουμε συνεχώς από την Ευρώπη, γιατί το μέλλον μας προοιωνίζεται σκοτεινό και αβέβαιο, γιατί είμαστε η χώρα του λειψού και αδύναμου διαφωτισμού, υποδεικνύοντας εμμέσως, πλην σαφώς, ότι αυτά είναι τα ζητήματα ενδιαφέροντος σε ένα βιβλίο που αφορά την Ελλάδα.

Πράγματι αυτή η απαισιοδοξία βαραίνει στο γενικότερο ψυχολογικό κλίμα, καλλιεργείται από βαρύγδουπα επιστημονικά κείμενα, αλλά και πρόσφατες ιστορίες της Ελλάδας, φτάνει ακόμη στα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Σε μια καθημερινή εφημερίδα, που πρωτοκυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα, η εμφατική φράση στην πρώτη σελίδα ήταν «το μέλλον θα έρθει σαν γάγγραινα στη φτέρνα». Φράση από συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου, αλλάζει νόημα και σημασία όταν, αποκομμένη, προβάλλεται εμφατικά. Αλλά αυτή η σωματοποιημένη αίσθηση της απειλής είναι κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή ευρύτερα. Στη σύγχρονη ποιητική λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων, δεν γράφονται ευχάριστες ιστορίες για το μέλλον. Το μέλλον δεν περιγράφεται ως ο τόπος της ελπίδας, αλλά της απειλής. Οι ευχάριστες ιστορίες δεν θα συναντούσαν το κοινό τους, οι δυσάρεστες γίνονται δημοφιλείς. Η συνταγή συγγραφικής επιτυχίας θέλει απαισιοδοξία, ενοχή, απειλή.

Είναι αδικαιολόγητη αυτή η αίσθηση του κοινού; Νομίζω πως όχι, γιατί είναι γεγονός ότι αν στον εικοστό αιώνα εκφράστηκαν με την μεγαλύτερη δυνατή ορμή οι προσδοκίες για το μέλλον, η βιωμένη εμπειρία τις μετέτρεψε στο αντίθετό τους, σε απογοητεύσεις ή και σε εφιάλτες. Αυτή η αντιστροφή δημιούργησε ένα μοντέλο σκέψης, μέσα από το οποίο διαβάζεται αναδρομικά το παρελθόν. Οι ευγενείς προθέσεις διαβάζονται ως αυταπάτες (επιεικώς), ή ως κακόβουλες επιδιώξεις. Η ιστορία, ως λόγος χειραφέτησης και αυτογνωσίας, αντικαταστάθηκε από την συμπτωματολογία, την απώλεια, την αυτομαστίγωση που αξίζουν τα «κακά παιδιά της ιστορίας». Μια περιήγηση στις πιο δημοφιλείς εκδόσεις των τελευταίων χρόνων, στη λογοτεχνία και την ιστορία (γιατί και η ιστορία από το ευρύ κοινό διαβάζεται ως αληθοφανής λογοτεχνία) δείχνει αυτό το διάχυτο πνεύμα. Αυτό το πνεύμα είναι ισχυρότερο από τις ιδεολογικές επιλογές, ή μάλλον παράγει και παγιώνει ιδεολογικές επιλογές, κατεξοχήν συντηρητικές, γιατί δημιουργεί ιστορική συνείδηση. Αυτή η απαισιοδοξία γίνεται εργαλείο ερμηνείας και η ερμηνεία δεν αντικαθιστά την εξήγηση, αλλά την περιλαμβάνει.

Αυτό το πνεύμα γενικευμένης απαισιοδοξίας, ήρθε και έδεσε με το πνεύμα εθνικής μειονεξίας. «Η εθνική μας μοναξιά» του Μητροπάνου, «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη, φράσεις εμβληματικές, τραγουδήθηκαν ή γράφτηκαν προ κρίσης. Το πνεύμα τους όμως γιγαντώθηκε στη διάρκεια της κρίσης, έγιναν κοινοί τόποι, δημιούργησαν πολιτισμικά μιμίδια (memes) που κατακλύζουν εφημερίδες και περιοδικά. Το διαδίκτυο τα αναπαράγει με   ταχύτητα και  ρυθμό βακτηριδίων. Η «δυστυχία» κλιμακώθηκε σε  «βδέλυγμα». H επανάληψη δεν δημιουργεί κόρο. Μετατρέπεται σε εμμονή να συζητάς αυτή τη διαφορά, να  βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτήν, να την ψηλαφείς, θα τολμούσα να πω να την απολαμβάνεις. Όπως οι ασθενείς απολαμβάνουν να συζητούν για την αρρώστια τους, να λένε λεπτομέρειες για τα συμπτώματά της και για τις θεραπείες που δοκιμάζουν.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η ηδονή της απαισιοδοξίας; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το πνεύμα που δημιουργεί αναδίπλωση και έναν βαθύ και μύχιο συντηρητισμό; Μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογικά επιχειρήματα; Είναι λ.χ. πειστικό να πεις ότι ξέρετε, η δυστυχία του να είσαι Ιταλός ή Πολωνός, Λατινοαμερικάνος, Άραβας, ή Ρώσος είναι τόσο διαδεδομένη στον κόσμο που, αν την συνειδητοποιήσεις, την ξεπερνάς; Φοβάμαι πώς όχι, γιατί αυτός ο τρόπος σκέψης είναι εμφωλευμένος στις λέξεις: «Μόνο εδώ συμβαίνουν αυτά!». Από τη φράση αυτή στην παλιότερη «Οι Έλληνες θέλουν βούρδουλα» ή στη σύγχρονη «Μνημόνιο μέχρι να σβήσει ο ήλιος», είναι μικρή απόσταση. Είναι πάνω σ’ αυτό το υπόστρωμα που καλλιεργείται η εθνική μειονεξία, η αναζήτηση του σωτήρα, συνήθως του αναδρομικού, λ.χ. του Ελευθερίου Βενιζέλου ή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ή του (της) ιστορικού-γκουρού στον εθνικό φρονηματισμό.

Την εθνική μελαγχολία, το σύνδρομο της αποτυχίας, δεν μπορούμε να τα παραμερίσουμε. Πρόκειται για βαθειά πολιτικά ζητήματα επειδή αφορούν νοοτροπίες και υπαγορεύουν συμπεριφορές.

EφΣυν 27.11.2017

Advertisements
%d bloggers like this: