Archive for June, 2013

June 29, 2013

Η επιτυχημένη αποτυχία

 

Aρθρο στο Κυριακάτικο Βήμα

Όταν οι κοινωνίες υφίστανται ισχυρές, βίαιες μεταβολές που δεν τις ελέγχουν οι ίδιες,   η πολιτική τάξη συνήθως καταρρέει. Προϊόν κατάρρευσης είναι ο συνασπισμός  μέρους της τριχοτομημένης Δεξιάς με όμηρο  τα υπολείμματα του Πασόκ. Άσχετοι υπουργοί σε άσχετα υπουργεία που ενοποιούνται  και διαχωρίζονται χωρίς σχέδιο, λόγω   ενδοκομματικών ισορροπιών. Φληναφήματα τα περί αναδιοργάνωσης και εξορθολογισμού της κυβέρνησης. Ωστόσο οι πολιτικές οικογένειες στην Ελλάδα έχουν ισχυρό ένστικτο επιβίωσης σε διαφορετικούς καιρούς και περιβάλλοντα. Προσλήψεις τον καιρό των προσλήψεων, απολύσεις τον καιρό των απολύσεων, ξέρουν   πού φυσάει ο άνεμος,  ποιανού το θέλημα υπερισχύει. Πραγματικός πυρήνας της κυβέρνησης είναι το υπουργείο   Οικονομικών, μια μηχανή που λογοδοτεί στην τρόϊκα, στο Eurogroup,  στις συναντήσεις κορυφής.

 

Είναι παραπλανητικό να σκεφτόμαστε το ελληνικό πρόβλημα με όρους   success  story ή αποτυχίας.  Η αναμόρφωση της χώρας έχει συντελεστεί σε μεγάλο βαθμό.  Άλλαξε δραματικά η σχέση πολίτη-κράτους-κοινωνίας-οικονομίας. Διαλύθηκε  η  δημόσια υγεία,  η εργασία και οι εργασιακές συνθήκες  κονιορτοποιήθηκαν, ανάμνηση οι κοινωνικές ασφαλίσεις,  τα   υπολείμματα κοινωνικής πρόνοιας παραχωρούνται στη  φιλανθρωπία. Από την κοινοβουλευτική  δημοκρατία μένει το όνομα˙ η χώρα κυβερνιέται με διατάγματα νομοθετικού περιεχομένου, οι  μεγάλες αποφάσεις περνούν εκτός κοινοβουλίου. Αυτό το πλάσμα χώρας δεν έγινε έτσι λόγω της κρίσης, αλλά μέσω της κρίσης. Η κρίση ήταν ένα εργαλείο για προσαρμογές που εκκρεμούσαν  από το 1974 και το 1981 (υπερβολική δημοκρατία),  από το 1989 (ασύμμετρη ευημερία),  από την    δημιουργία της ευροζώνης το 2000, και από την κρίση χρέους που έπληξε το δυτικό κόσμο από το 2007 μετατρέποντας τις χρηματο-οικονομικές κρίσεις σε δημοσιονομικές και σε ολόπλευρες κοινωνικές κρίσεις. Η   νοτιο-ασιατικοποίηση της μεσογειακής Ευρώπης ήταν αποτέλεσμα των αποτελεσμάτων της πίεσης των μεγάλων αναδυομένων οικονομιών στις δυτικές κοινωνίες. Θάλασσες φτωχών, νησίδες πλούτου και επίδειξης,  αυταρχικό πλαίσιο, πολιτισμικός κατακερματισμός. Το τέλος της Ευρώπης των πολιτών. Αυτές είναι οι πραγματικότητες πίσω από λέξεις όπως «έλλειψη ανταγωνιστικότητας», και κυρίως «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Μια γιγαντιαία αναδιανομή πλούτου, φυσικών πόρων, ισχύος,   κύρους, συμβολικού κεφαλαίου. Η κατάργηση του δημόσιου τομέα της ραδιοτηλεόρασης με τον τρόπο που έγινε μπροστά μας,   το μούδιασμα της κοινωνίας μετά τον πρώτο θυμό, και  οι αποκλιμακούμενες αντιδράσεις,  εικονογραφεί   εύγλωττα  την επιτυχία αυτής της ιστορίας.  Αυτή είναι η Ελλάδα του μέλλοντός μας.  

Το δίλημμα μέσα ή έξω από την Ευρώπη, δεν ήταν προσχηματικό. Ήταν εργαλείο αυτής της μεταβολής.  Αποδείχτηκε επιτυχημένο γιατί   αντεστραμμένο, ως «εντός ή εκτός του ευρώ», βασανίζει ακόμη την Αριστερά και την εμποδίζει να προχωρήσει τολμηρά σε μια σύλληψη αναδόμησης του πολιτικού πλαισίου και στην διατύπωση ενός εναλλακτικού αλλά    πειστικού οράματος για την κοινωνία. Η βίαιη μεταβολή της κοινωνίας συνετελέσθη. Αυτή θα πρέπει να είναι η αφετηρία οποιουδήποτε πολιτικού σχεδίου. Κατά τη γνώμη μου κάθε πολιτική που θα βασίζεται σε αναμονές “βγαίνει” ή “δεν βγαίνει” το σχέδιο, είναι success story ή αποτυχία,  είναι καταδικασμένη να αποτύχει.    Η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να πετύχει, αλλά στα νοσοκομεία να αντιστοιχεί ένας νοσηλευτής  για 60 ασθενείς, όπως στον Ευαγγελισμό. Αυτό πως αποκαλείται, επιτυχία ή αποτυχία, διάσωση ή χρεωκοπία;

Το ζήτημα είναι το σχέδιο μιας εναλλακτικής πορείας, όχι με όρους αποκαλυπτικής καταστροφής. Όχι με όρους τελικής μάχης, ούτε μοιραίου ατυχήματος. Όχι πως η ομαλή πορεία είναι διασφαλισμένη, ούτε ότι ρήξεις αποκλείονται. Αλλά ένα σχέδιο αναδημιουργίας της χώρας δεν μπορεί να βασιστεί σ’ αυτά. Πρέπει να  μπορεί να αφομοιώνει τα αιτήματα  που εκφράζουν οι πλατείες και τα κινήματα για τον εκδημοκρατισμό και τη διαφάνεια των αποφάσεων,   αλλά δεν μπορεί να εγκαταλείπει την πολιτική σ’ αυτά. Χρειάζεται ένα μεγάλο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Όχι επειδή   η λέξη μεταρρύθμιση κατάντησε  ομολογία πίστης, αλλά επειδή η χώρα δεν μπορεί να βαδίσει ούτε στις παλιές τροχιές, ούτε στις καινούργιες μνημονιακές τροχιές. Το λάθος του δημαρικού μεταρρυθμισμού ήταν  το άτολμο, το επιδερμικό των μεταρρυθμίσεων, το ανάμεσα. Με τις θεωρίες του Αντώνη Μανιτάκη ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν υπάρχουν δικαιώματα και ότι το κράτος πρέπει να κάνει μόνο ότι δεν μπορούν να κάνουν οι ιδιώτες, η Δημάρ αυτοαφοπλίσθηκε  προσαρμόστηκε πλήρως στο κατεδαφιστικό σχέδιο της μνημονιακής πολιτικής. Οι καθηγητές-υπουργοί της έγιναν συνώνυμοι της αναποτελεσματικότητας. Τρόμαξαν και έφυγαν μόνο όταν κατάλαβαν ότι το καθήκον που τους είχαν αναθέσει ήταν οι μαζικές απολύσεις και οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων αγαθών. Τα περιθώριά τους ήταν μηδαμινά ακόμη και σε ζητήματα όπως η ιθαγένεια και το αντιρατσιστικό όπου η τρόικα δεν είχε λόγο.

Ένα νέο μεταρρυθμιστικό σχέδιο χρειάζεται μια διαφορετική φιλοσοφία η οποία θα το κάνει συνεκτικό, παρεμβατικό, συστηματικό. Ο κόσμος έχει μπει δε διαδικασία βαθιών αλλαγών. Δεν μπορείς να κάνεις πολιτική αν δεν προτείνεις αλλαγές. Όχι εμβαλωματικές, όχι εκ των ενόντων, όχι των ισορροπιών, αλλά μεγάλες αλλαγές με έμπνευση,  που συναντούν τον ορίζοντα της ιστορίας.   Αλλαγές με πυρήνα  το μη αναγώγιμο των  ανθρώπινων δικαιωμάτων, την   καθολική τους  αξία πέρα από   διαφορές έθνους, φύλου, φυλής, θρησκείας, πλούτου, κοινωνικής τάξης. Αλλά και με επίγνωση των προηγούμενων αποτυχιών.

Κορμός αυτού του σχεδίου δεν μπορεί   να είναι, στις παρούσες συνθήκες, παρά η Αριστερά. Μια Αριστερά  που θα πρέπει να αποκτήσει  την ικανότητα της συνθετικής αναδόμησης και της ανανέωσης της ελληνικής πολιτικής ζωής. Η απελευθέρωση της Δημάρ από τις αυταπάτες της, κάνει ευνοϊκότερη ενδεχομένως την έκβαση του εγχειρήματος. Προϋπόθεση η ικανότητα του Σύριζα   να μεταμορφωθεί σε ένα κόμμα του μέλλοντος  με  συναίσθηση ότι η πορεία του  ελληνικού  προβλήματος εξαρτάται από την υπέρβαση των αγκυλώσεων και των  αδυναμιών του,  από την ανάπτυξη των   στρατηγικών του ικανοτήτων και την εκδίπλωση της   νεανικής και ταλαντούχας ενδοχώρας του.    Η ικανότητα  δηλαδή να διατυπώσει ένα λόγο (και με τις δυο σημασίες της λέξης) μακράς ιστορικής πνοής.

 

 

Advertisements
June 4, 2013

Να διαχωρίσουμε τον λόγο μίσους από τον ιστορικό λόγο

 

  

 

07:18, 04 Ιουν 2013 | Katrin Alamanou tvxs.gr/node/130633

 
 

Με αφορμή το Κρίση-μο σεμινάριο που διοργανώνεται σήμερα με θέμα «Ρατσισμός και Αντιρατσισμός: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς», ο γνωστός ιστορικός και καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνης Λιάκος, μιλάει στο Tvxs, για τους όρους «γενοκτονία» και «εθνοκάθαρση» καθώς και για την ποινικοποίηση των ιστορικών απόψεων. «Το πρόβλημα είναι ο λόγος που υποκινεί σε μίσος», σημειώνει σχετικά, τονίζοντας πως πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ αυτού και του ιστορικού λόγου. Για το ζήτημα της γενοκτονίας, τονίζει ότι «έχει δημιουργηθεί ένα είδος ορθοδοξίας» και «όποιος αποκλίνει κινδυνεύει». Της Κατρίν Αλαμάνου

«Ο όρος “γενοκτονία” αναφέρεται σε μια πολιτική συστηματικής εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού. Είναι νομικός όρος και ως τέτοιος επιφέρει συγκεκριμένες συνέπειες», εξηγεί ο κ. Λιάκος.

Αναφερόμενος  στις περιπτώσεις εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί σε ιστορικό χρόνο, επισημαίνει ότι που «αν αναπτύσσεται μία ρητορική μίσους εναντίον των θυμάτων, φυσικά και θα πρέπει να τιμωρείται ως υποκίνηση σε φυλετικό μίσος», όμως «από εκεί και πέρα, η ελευθερία του λόγου σημαίνει και την ελευθερία του λόγου που δεν μας αρέσει».

Ερωτηθείς, εάν το ελληνικό κράτος έχει διαπράξει ή προσπάθησε να διαπράξει εθνοκαθάρσεις, ο κ. Λιάκος απαντά πως ναι. «Μετά την Επανάσταση διώχτηκαν όλοι οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι» εκτός αυτών της Εύβοιας, ενώ «μετά το 1912 βουλγαρικά χωριά κάηκαν», αναφέρει μεταξύ άλλων. Θα  πρέπει «να καταλάβουμε το αιματηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδείχτηκαν τα εθνικά κράτη», τονίζει σε άλλο σημείο.

Για το ενδεχόμενο προσθήκης διάταξης, σχετικά με την απαγόρευση διαφορετικής οπτικής σχετικά με την γενοκτονία των Ποντίων,  στο υπό συζήτηση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, ο κ. Λιάκος θεωρεί πως αυτό θα σήμαινε «πολιτικό έλεγχο της ιστορικής επιστήμης».

Ολόκληρη η συνέντευξη:

Στο Κρίση-Μο σεμινάριο που διεξάγεται την Τρίτη, θα συζητηθεί, μεταξύ άλλων, «πόσο επικίνδυνη είναι η ποινικοποίηση των ιστορικών απόψεων». Ορμώμενη από την τρέχουσα επικαιρότητα, θα ήθελα να μας εξηγήσετε τη διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης.

Ο όρος «γενοκτονία» αναφέρεται σε μια πολιτική συστηματικής εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού. Είναι νομικός όρος και ως τέτοιος επιφέρει συγκεκριμένες συνέπειες. Ανά τον κόσμο έχουν γίνει πολλές σφαγές αμάχων. Σκοπός, λοιπόν, της σχετικής νομοθεσίας περί γενοκτονιών είναι να τις σταματήσει αλλά και να λογοδοτούν στη Δικαιοσύνη όσοι τις έχουν διαπράξει.

Και οι δύο, οι γενοκτονίες και οι εθνοκαθάρσεις, είναι θανατοπολιτικές. Πρέπει όσοι τις διαπράττουν να δικάζονται.

Στην περίπτωση που ένα έγκλημα έχει γίνει πολλά χρόνια πριν, εκείνο που πρέπει να πράττεται είναι να τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων, να κατανοούμε τα ιστορικά πλαίσια μέσα στα οποία έγινε αυτό και να καλλιεργούμε, τελικά, ένα αίσθημα ευθύνης και υπευθυνότητας για όλα όσα διεπράχθησαν από τις προηγούμενες γενιές.

Βεβαίως, έρχεται κάποια στιγμή κατά την οποία αναδύονται δύσκολα προβλήματα επανόρθωσης και αποκατάστασης, οι οποίες έχουν ηθικό χαρακτήρα και δείχνουν τον πολιτισμό ενός κράτους. Η Τουρκία θα έπρεπε να έχει αναγνωρίσει αυτά που έγιναν με θάρρος και μέσα στα ιστορικά πλαίσια που έγιναν. Εμείς θα πρέπει, επίσης, να καταλάβουμε το αιματηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδείχτηκαν τα εθνικά κράτη. Όλα τα εθνικά κράτη έχουν βάψει τα χέρια τους με αίμα των αμάχων αντίπαλων πληθυσμών. Οι Έλληνες δεν εξαιρούνται.
Διαφορές, φυσικά, υπάρχουν ανάμεσα σε πολιτικές εξόντωσης, λόγου χάριν ανάμεσα στην εξόντωση των Εβραίων και στη Σρεμπρένιτσα. Ο ίδιος όρος καλύπτει ορισμένες φορές και τις εθνοκαθάρσεις και τις γενοκτονίες.

Αν αναπτύσσεται μία ρητορική μίσους εναντίον των θυμάτων, φυσικά και θα πρέπει να τιμωρείται ως υποκίνηση σε φυλετικό μίσος. Από εκεί και πέρα, η ελευθερία του λόγου σημαίνει και την ελευθερία του λόγου που δεν μας αρέσει. Αυτή την ελευθερία θα πρέπει να τη διασφαλίσουμε. Η ποινικοποίηση απόψεων «αν κάτι είναι ή δεν είναι γενοκτονία»  είναι πολύ επικίνδυνη. Για αυτά τα ζητήματα διεξάγεται μια διεθνής συζήτηση, για την οποία μπορεί κανείς να ενημερωθεί μέσα από το τεύχος 11 (2011) του περιοδικού «Ιστορείν».

 
Η γενοκτονία των Ποντίων ήταν εν τέλει εθνοκάθαρση; Διότι υπάρχει μια σύγχυση ότι οι ιστορικοί που αρνούνται τον όρο «γενοκτονία» αρνούνται και τα εγκλήματα και τις σφαγές.

Το ζήτημα της θέσης των Ελλήνων στις μεγάλες μεταβολές, που αναδιοργάνωσαν την Νότιονατολική Ευρώπη, από το 1912 έως το 1922, είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Δεν πρέπει να καταφεύγουμε σε μια αφελή συνομωσιολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι Νέοτουρκοι είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν όλους τους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κλπ.
 
Η ίδρυση του τουρκικού κράτους, μέσα στις συνθήκες διάλυσης και ξένων επεμβάσεων, ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, δεν πρέπει να το μηδενίζουμε. Δημιούργησε την πρώτη εκκοσμικευμένη δημοκρατία σε μουσουλμανική χώρα. Αυταρχική, βέβαια, αλλά αν δούμε όλες της τις διαστάσεις, θα έχουμε μια πιο ισοζυγισμένη αντίληψη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε τον Κεμάλ για το βραβείο Νόμπελ τότε. Το έκανε μεν για να κλείσει τις πληγές αλλά αναγνώριζε επίσης το μεγάλο μεταρρυθμιστικό του έργο. Άλλαξε το αλφάβητο, την ιστορία, την κουλτούρα της Τουρκίας.  

Γιατί είναι σημαντική η σημείωση της διαφοράς μεταξύ γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης;

Και ο όρος «γενοκτονία» και ο όρος «εθνοκάθαρση» είναι καινούριοι όροι. Ποιος μίλαγε στη δεκαετία του ‘70 ή πιο πριν για γενοκτονία; Το Ποντιακό αναδύθηκε μαζί με το Μακεδονικό, στο πλαίσιο της αναζωπύρωσης του εθνικισμού στη δεκαετία του ’90. Υπάρχει μια πολύ ωραία διατριβή στα αγγλικά για το ζήτημα αυτό, διαθέσιμη ηλεκτρονικά.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πολλοί ακτιβιστές από διάφορες χώρες, οι οποίοι επιδιώκουν την αναγνώριση γενοκτονιών. Έχουν ιδρύσει και μια ένωση. Υπάρχει, δηλαδή, ένα γενικότερο πνεύμα θυματοποίησης. Πρόκειται για την καλλιέργεια ενός πολιτισμικού τραύματος, σε διάκριση με το βιωμένο τραύμα. Πολιτισμικό τραύμα που γίνεται  στοιχείο ταυτότητας.

Το θύμα προβάλει ηθικές αξιώσεις ως θύμα. Όμως στην περίπτωση αυτή δεν τις προβάλλει προφανώς το ίδιο το θύμα, αλλά οι κληρονόμοι της θυματοποίησης του, αυτοί που επιδιώκουν να αντλήσουν κύρος από τον σεβασμό που πρέπει να απευθύνεται προς τα θύματα. Μέσω αυτών δεν διαιωνίζεται η μνήμη, αλλά τροποποιείται, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, τοποθετείται σε διαφορετικά ερμηνευτικά πλαίσια, επαν-αφηγηματοποιείται.  

Η δημόσια κουλτούρα πέρασε από τη λατρεία των ηρώων στη λατρεία των θυμάτων. Νομίζω, ότι όλα αυτά δεν τιμούν ούτε τη μνήμη των θυμάτων, γιατί τη βάζουν σε ένα πλαίσιο πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ούτε, βέβαια, τιμούν την ιστορική κατανόηση ή τη συνεννόηση και την ειρήνη ανάμεσα σε λαούς.

Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί στο παράδειγμα χωρών που έχουν μετατρέψει άλλους σε θύμα, επικαλούμενοι τη δική τους ιδιότητα ως θυμάτων. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται μόνο από τις ισραηλινές κυβερνήσεις, αλλά και λ.χ. από τους Ούγγρους ή τους Έλληνες εθνικιστές. Επικαλούνται σφαγές και γενοκτονίες και απειλούν με εξανδραποδισμό τους μετανάστες και τις μειονότητες. Στα Βαλκάνια αυτό συνέβη κατά κόρον στους γιουγκοσλαβικούς Εμφύλιους. Η θυματοποίηση μετατράπηκε σε ρεβανσισμό ή σε θυματοποίηση των άλλων. 

Το ελληνικό κράτος έχει κατά το παρελθόν κάνει ή προσπαθήσει να κάνει εθνοκάθαρση;

Ναι βεβαίως. Μετά την Επανάσταση διώχτηκαν όλοι οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι. Οι μόνοι που έμειναν ήταν της Εύβοιας, η οποία περιήλθε με συνθήκη στο Ελληνικό κράτος. Και μετά το 1912 βουλγαρικά χωριά κάηκαν, όπως στο Κιλκίς (The other Balkan Wars, A 1913 Carnegie Endowment Inquiry, επανέκδοση 1993)

Και η ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτό το χαρακτήρα είχε. Να κάνει εθνικά καθαρές χώρες. Αυτό είναι το νόημα της εθνοκάθαρσης, όρου που καθιερώθηκε μετά τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία.

Τι θα μπορεί να σημάνει η ένταξη στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο διάταξης που να απαγορεύει την διαφορετική άποψη ως προς τον όρο «γενοκτονία» των Ποντίων;

Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολιτικό έλεγχο της ιστορικής επιστήμης. Ο, τι ξεφεύγει, δηλαδή από τα δεδομένα, να ποινικοποιείται.
 
Η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο της ημέρας μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί ποινικοποίηση της ιστορικής έρευνας;

Όχι, αλλά έχει δημιουργηθεί ένα είδος εθνικής ορθοδοξίας γύρω από αυτά τα θέματα. Όποιος αποκλίνει κινδυνεύει . Από την άλλη μεριά δημιουργείται στην κοινή γνώμη μια διαστρεβλωμένη εικόνα για το παρελθόν. Κοιτάξτε, το Ελληνικό και το Οθωμανικό κράτος μπήκαν σε μια διαδικασία που είχε και στιγμές συνεργασίας και στιγμές πολέμου έως εσχάτων για την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή. Έφτασε ως τον διπλασιασμό της Ελλάδας και τη δημιουργία του τουρκικού κράτους.
 
Πληθυσμοί ξεριζώθηκαν από την Ανατολία και έφτασαν αποδεκατισμένοι στα Βαλκάνια. Άλλοι, μουσουλμανικοί πληθυσμοί ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία και από τα Βαλκάνια ξεριζώθηκαν και έφτασαν στην Τουρκία. Ο ίδιος ο Κεμάλ ήταν από τη Θεσσαλονίκη, ο Ινονού από τα Γιάννενα, όλη η ηγεσία ήταν από τα Βαλκάνια.

Στη διαδικασία αυτή οι σφαγές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Και οι Έλληνες συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στο Εσκί Σεχίρ και τα έκαψαν μέσα στα τζαμιά. Εγκλήματα πολέμου έγιναν από όλες τις πλευρές. Όλες οι πλευρές, λοιπόν, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να τα αναγνωρίσουν  όλα αυτά, έστω ως υποθήκη ειρήνης στο μέλλον.

Υπάρχει ανάγκη ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου; (Δεν αναφέρομαι σε πράξεις). Διότι, σε αυτή την περίπτωση θα ποινικοποιούνται ενδεχομένως και οι «ιστορικοί» που αρνούνται το Ολοκαύτωμα ή το εξωραΐζουν. Αυτό είναι αρνητικό;

Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τον λόγο μίσους από τον ιστορικό λόγο. Ακόμη και οι ηλίθιοι ιστορικοί, ή όσοι παρουσιάζονται ως ιστορικοί, θα πρέπει να έχουν ελευθερία λόγου. Το πρόβλημα είναι ο λόγος που υποκινεί σε μίσος. Είναι λεπτές οι διακρίσεις. Αλλά έτσι πρέπει να είναι η Δημοκρατία. Να έχει μια νομοθεσία που να διακρίνει λεπτές διαφορές.

Γνωρίζετε την «υστερία» που έχει ξεσπάσει για την ύπαρξη ή μη του χορού του Ζαλόγγου, μετά από σχετική αναφορά της κ. Ρεπούση. Τι έγινε στον Ζάλογγο με λίγα λόγια;

Η ιστορία του Ζαλόγγου είναι μια πολύ τραγική ιστορία. Τη λέει ο συνάδελφος Πέτρος Πιζάνιας στη χθεσινή Εφημερίδα των Συντακτών. Παρόμοιες ιστορίες μας δείχνουν πως πάνω στην ιστορία πρέπει να στοχαζόμαστε σοβαρά, όχι να πλειοδοτούμε σε πατριωτικές μεγαλόστομες ανοησίες.

Μπορεί τελικά ένας ιστορικός να είναι και πολιτικός, εάν εκφράζει μη δημοφιλείς ιστορικές απόψεις ή πραγματικότητες;

Ο ιστορικός είναι και πολίτης. Η ιστορία διασχίζει, θέλοντας και μη, τα όρια ανάμεσα στους δυο χώρους. Χρειάζεται παρρησία και υπευθυνότητα. Δεν είναι πάντα εύκολο. Συχνά αντιμετωπίζει κύμα προγραφών.
******

Σήμερα  στις 19:00 στο αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50, διοργανώνεται το Κρίση-μο σεμινάριο με θέμα «Ρατσισμός και Αντιρατσισμός: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς», από την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας. Την εισαγωγή και τον συντονισμό θα κάνει ο Αντώνης Λιάκος. Θα μιλήσουν η Μαρία Ρεπούση, η Βασιλική Κατριβάνου και ο Δημήτρης Χριστόπουλος. Θα τεθούν ζητήματα όπως: Τι τιμωρεί η δημοκρατία; Ποια είναι τα όρια της ελεύθερης έκφρασης; Πόσο επικίνδυνη είναι η ποινικοποίηση ιστορικών απόψεων; Τι σημασιοδοτεί η μη προώθηση του ‘αντιρατσιστικού’ νομοσχεδίου στην Ελλάδα σήμερα; Ποια πρέπει, τέλος, να είναι η θέση της αριστεράς;