Archive for ‘Politics’

March 28, 2021

«Avec la révolution grecque commence le siècle des nationalités en Europe»

Libération,  25 mars 2021

Entretien avec  Fabien Perrier   

https://www.liberation.fr/international/europe/avec-la-revolution-grecque-commence-le-siecle-des-nationalites-en-europe-20210325_75ZKQOT2IJDXTEHKJD3BDBO7CY/

Ce jeudi 25 mars, la Grèce fête le bicentenaire de sa révolution. En mars 1821 éclatent

dans le Péloponnèse des soulèvements : les insurgés veulent mettre fin à la domination de

l’Empire ottoman et revendiquent l’indépendance de la Grèce. Les combats qui s’ensuivent,

pendant dix ans, sont meurtriers. Un mouvement de soutien aux insurgés naît en Europe,

les Philhellènes. Parmi eux, les Romantiques Lord Byron, Eugène Delacroix, Victor Hugo…

En 1832, la Grèce devient indépendante, mais il faudra attendre 1946 pour que ses

frontières actuelles soient fixées. Reste que le premier Etat grec indépendant est proclamé.

Antonis Liakos, professeur émérite d’histoire à l’université d’Athènes, explique ce moment

fondateur dans l’histoire du pays mais aussi de l’Europe.

Que représente la fête nationale du 25 mars en Grèce ?

Cette date est choisie comme celle du début de la révolution grecque de 1821. Elle a,

certes, une coloration religieuse [le jour de l’Annonciation dans le calendrier orthodoxe,

ndlr]. D’autres dates auraient pu être retenues. Mais le fait est que la Grèce est un pays né

d’une révolution, et non d’une guerre ou d’un royaume. Cette révolution fonde une tradition

démocratique forte en Grèce.

Pourquoi la révolution commence-t-elle en 1821 dans le Péloponnèse ?

L’Empire ottoman vit une série de crises. Il est déstabilisé par les guerres napoléoniennes,

et notamment la campagne d’Egypte. En février, une première insurrection a lieu en

Valachie, à la frontière entre l’Empire ottoman et la Russie. Elle échoue. Mais, en mars

1821, des soulèvements ont lieu dans le Péloponnèse sur fond de crise économique dans

l’Empire ottoman. Cette région avait une place à part : elle était plus isolée du centre du

pouvoir et avait été alternativement sous domination ottomane et vénitienne. Ensuite, une

société secrète établie sur le modèle de la franc-maçonnerie, l’Hétairie (Filikí Etería), y était

bien implantée. Elle véhiculait des principes libéraux d’émancipation nationale. Le pouvoir

central n’a pas pu juguler la contestation. Ainsi, au bout d’un an de lutte, le souffle pour

établir un territoire libre a débouché sur la déclaration d’indépendance du Péloponnèse, le

15 janvier 1822.

Les Grecs ont cherché à se libérer de la domination ottomane…

C’est plus compliqué car la population grecque n’était pas un ensemble unique. D’ailleurs,

avant la révolution, le mot «grec» n’était pas utilisé. Cette population était appelée

orthodoxes ou roms. Elle était composée de différents groupes sociaux. Certains

participaient au régime ottoman, comme les dignitaires, les ambassadeurs, les gouverneurs

 de différentes régions. D’autres étaient des propriétaires terriens. D’autres, dans les

montagnes, vivaient du pâturage et de l’agriculture. Enfin, les gens des îles faisaient du

commerce ou étaient des pirates. Tous n’étaient pas réellement sous le joug des Ottomans.

Etait-ce, alors, une révolution ? Une guerre de libération ?

Ce n’était pas une révolution au sens marxiste, avec un basculement du rapport de force

entre classes sociales. D’ailleurs, après 1821 et pendant des années, les grands

propriétaires ont conservé leurs domaines. Ce fut pourtant une révolution sociale dans le

sens où un nouvel Etat a été créé, organisé comme la plupart des Etats européens, avec un

gouvernement, des citoyens, une assemblée… Un système éducatif, une armée nationale

ont été introduits. Incontestablement, ce fut le début de l’indépendance grecque. Des

institutions laïques ont été établies. Le citoyen a été créé… et le mot «grec» est utilisé

massivement.

Quel a été le rôle du mouvement philhellène ?

Il a aidé la révolution ! Les Philhellènes ont instruit les révolutionnaires et transmis l’idée de

«grécité», d’«hellénicité». A la création de l’Etat grec, la représentation qu’ils avaient de

cette «grécité» a joué un grand rôle. Ils admiraient les Grecs anciens. Ils ont politisé cette

«grécité» et l’ont liée à la création d’un nouvel Etat. Ils ont également joué un rôle en

Europe de l’Ouest où ils ont poussé leurs gouvernements à soutenir la cause de la

révolution grecque.

Le philhellénisme est-il le premier mouvement qui, en Europe, parvient à unir des

artistes, des intellectuels, des écrivains pour une même cause ?

Oui, même si le philhellénisme était constitué de plusieurs groupes. Qu’il s’agisse de la

Grande-Bretagne, de la France, de l’Italie, de l’Allemagne, il y avait des philhellènes

radicaux et d’autres plus conservateurs, proches des pouvoirs en place. Même en Russie, il

y avait Pouchkine mais aussi des aristocrates, très conservateurs, qui voyaient dans la

nouvelle Grèce une forme de forteresse orthodoxe en Méditerranée orientale ! Ce

mouvement était un mélange des Lumières et de romantisme.

L’Etat grec est créé en 1832, lors de la conférence de Londres où se réunissent la

France, le Royaume-Uni et la Russie. Othon de Bavière devient roi de Grèce. Cette

conférence marque-t-elle la fondation de l’idée d’Europe ?

Je ne dirais pas ça. En revanche, la création de la Grèce moderne a lancé le siècle des

nationalités. Après la révolution grecque, d’autres mouvements nationaux ont émergé : en

Bulgarie, dans les Balkans, en Italie… Le mouvement national grec était le premier à avoir

occupé l’histoire du XIXe siècle. L’Etat grec national était le premier état national en

Méditerranée orientale et en Europe du Sud.

March 28, 2021

«Από τον Κολοκοτρώνη στον Παστέρ»

Η μελωδία της ευτυχίας στα 200 χρόνια

Το ιδεολογικό στίγμα της επετείου των 200 χρόνων δεν το δίνει  το εθνοπατριωτικό φολκλόρ, αλλά δυο φράσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στο Βήμα 21 Μαρτίου 2021.

«Αν όμως κάνουμε τον απολογισμό, θα δούμε ότι ξεκινήσαμε ως περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και φτάσαμε 200 χρόνια μετά, να είμαστε η ισχυρότερη και πλουσιότερη χώρα στη στενή γειτονιά μας, αλλά και από τις δυναμικότερες της ευρύτερης περιοχής.»

«Ποιο άραγε είναι το διακύβευμα για τα επόμενα 100 χρόνια; Όταν λοιπόν ρώτησα τον Στάθη Καλύβα μου απάντησε «Η ευτυχία». Συμφωνώ. Είναι η ευτυχία ως έννοια που συνδέεται με τον τρόπο που εργαζόμαστε και με τον οποίο ζούμε την καθημερινότητά μας (…) Και η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει την «ευτυχία» του μέλλοντος».

 Η πρώτη θέση είχε διατυπωθεί επί εποχής εκσυγχρονισμού.  Αποσύρθηκε στην κρίση, τότε που η Ελλάδα θεωρήθηκε ως  μια   χώρα μειονεκτικού μοντερνισμού και οι Έλληνες «τα κακά παιδιά της Ιστορίας», και επανήλθε όταν η Ελλάδα βγήκε από την επιτήρηση και με την επιστροφή της ΝΔ στην εξουσία, συνοδευόμενη από την απορία ότι είναι «παραδόξως μοντέρνα» .

Έχει ιστορική βάση η θέση αυτή; Μπορεί γεωγραφικά η Ελλάδα του 1830 να ήταν περιφέρεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά οι Έλληνες δεν ήταν  κaθόλου περιφερειακή δύναμη. Χωρίς να έχουν συγκροτηθεί ακόμη σε πολιτικό έθνος   έπαιρναν μέρος στη διοίκηση της αυτοκρατορίας,  είχαν στα χέρια τους την εκκλησιαστική οργάνωση των Ορθοδόξων όλης της αυτοκρατορίας, διέθεταν ένα εμπορικό και ναυτικό δίκτυο με ισχυρή θέση σε τρεις επικράτειες, την Οθωμανική και   Ρωσική αυτοκρατορία  και την Βενετική επικράτεια, υπολόγιζαν σε ενεργές οικονομικά και πολιτισμικά κοινότητες της δυτικής Ευρώπης, και τέλος διέθεταν  ένα μεγάλο πολιτισμικό κεφάλαιο: την αναβίωση της αρχαίας Ελλάδας στη νεώτερη Ευρώπη. Η συρρίκνωση της Ελλάδας σε «οθωμανική περιφέρεια» είναι  μεγάλο λάθος.    Δεν το πίστευαν ούτε οι ίδιοι οι Έλληνες, οι οποίοι  ως το 1922, θεωρούσαν  το εαυτό τους μια δύναμη που θα οργανώσει την αυτοκρατορία στην Ανατολή, ισοδύναμη των δυτικών μητροπολιτικών εθνών. Αυτή την «Μεγάλη Ιδέα» είχαν   για τον εαυτό τους.

Η δεύτερη θέση, ότι δηλαδή  η πρώτη εκατονταετία  ήταν αφιερωμένη στους πολέμους εθνικής αποκατάστασης, και η δεύτερη στην οικονομική ανάπτυξη, προέρχεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με το κερασάκι του Καλύβα ότι η τρίτη εκατονταετία  θα είναι της «ευτυχίας» (sic!) .  Ας δούμε λοιπόν τι έλεγε ο Βενιζέλος σε δύο λόγους που εκφώνησε την ίδια μέρα στην Τρίπολη, στην ανακομιδή των λειψάνων του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.  Θυμίζω ότι η επέτειος είχε αναβληθεί λόγω μικρασιατικής εκστρατείας το 1921, και εορτάστηκε  το 1930.

«Mάθημα υγιούς αισιοδοξίας»

Ο Βενιζέλος χαρακτήριζε τον  πρώτο αιώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας   ως «μάθημα υγιούς αισιοδοξίας»,  τονίζοντας ότι η χώρα από το 1830 είχε τριπλασιάσει την έκτασή της, είχε ενδεκαπλασιάσει τον πληθυσμό της και είχε πεντηκονταπλασιάσει τον πλούτον της.    Τώρα, έλεγε, η  Ελλάδα ετερμάτησε τους αγώνες της με τη συμπλήρωση της «εθνικής αποκαταστάσεως». Στον δεύτερον αιώνα της ανεξαρτησίας προσέβλεπε  εις  «στάδιον ειρηνικής προόδου με βήματα μεγάλα και σταθερά», και συμπλήρωνε:  «να καταλάβουμε θέσιν εις την οικογένειαν των πεπολιτισμένων εθνών, θέσιν ανάλογον του μεγάλου παρελθόντος μας». Το επανέλαβε αυτό το σχήμα λέγοντας ότι ο πρώτος αιώνας ήταν ο αιών των πολέμων, ο δε δεύτερος ο αιών της ειρήνης. Ορόσημο ανάμεσα στους δυο,   η  συμφωνία της Λωζάννης του 1923 και η αποκατάσταση  των προσφύγων. Την ιδέα αυτή τη διατύπωσε και ως σύνθημα εθνικής πορείας: «από τον Κολοκοτρώνη στον Παστέρ». (Πηγή: Νεολόγος Πατρών, 13.10.1930).

Δεν μπορούσε βέβαια να γνωρίζει τότε ο Βενιζέλος ότι  ο κυκλώνας του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου θα άρπαζε βίαια τη χώρα  και θα βύθιζε την ελληνική κοινωνία σε μια δεκαετία πολέμων, και σε ό,τι συνεπαγόταν αυτό σε αίμα, καταστροφές και πολιτικά τραύματα.  Ούτε βέβαια  μπορούσε να γνωρίζει πώς θα διαμορφωνόταν ο παγκόσμιος χάρτης του ψυχρού πολέμου, ούτε την πορεία προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση, και τον   επταπλασιασμό του ΑΕΠ της χώρας στα χρόνια της μεταπολεμικής οικονομικής  ανόδου. Τότε υπογράμμιζε το κλείσιμο του πολεμικού αιώνα και της Μεγάλης Ιδέας γιατί εργαζόταν για την ελληνοτουρκική προσέγγιση που την θεωρούσε, ευρύτερα, ως ένα άξονα συνεργασίας των δύο χωρών στην Ν.Α. Ευρώπη.   Ούτε μπορούσε να φανταστεί τότε  ότι ναι μεν είχαν οριστικοποιηθεί τα χερσαία σύνορα, αλλά θα άνοιγε μια νέα περίοδος αντιπαραθέσεων και έντασης  για τα  θαλάσσια και υποθαλάσσια σύνορα.    Δεν μπορούσε να τα γνωρίζει αυτά, όπως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα το μέλλον που μας επιφυλάσσεται και τα ιστορικά ενδεχόμενα. Μεγίστη αφέλεια λοιπόν η «ευτυχία» ως η νέα μεγάλη ιδέα» του τρίτου αιώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, μέσα μάλιστα   από τις διαδοχικές και αλληλεπικαλυπτόμενες κρίσεις από το 2010 και έπειτα.  

Κριτική του success story

Ωστόσο μήπως  η παραδοχή του απρόβλεπτου,   που στα χρόνια της πανδημίας αφορά και το άμεσο μέλλον,   σημαίνει   υιοθέτηση παθητικής και μοιρολατρικής στάσης;  Το ελάχιστο που ιστορική εμπειρία μας κάνει να σκεφτούμε είναι, πρώτο,  ότι η εξέλιξη της Ελλάδας εξαρτάται από την εξέλιξη του κόσμου. Από την πρώτη στιγμή δημιουργίας της,  η χώρα, βρέθηκε στις διασταυρούμενες τροχιές   διεθνών   αναταράξεων.    Δεύτερο,   πως η θελημένη ή αθέλητη συμμετοχή της Ελλάδας στις  διεθνείς αναστατώσεις, όπως συνέβη στους δυο παγκοσμίους πολέμους του 20ου αιώνα, προκαλεί εσωτερικούς διχασμούς και εμφυλίους. 

Η θέση πως η χώρα επιλέγει στις παγκόσμιες αναστατώσεις την «σωστή» ιστορική πλευρά είναι προβληματική γιατί προϋποθέτει μια τελεολογία της ιστορίας, την  υποστασιοποιεί   ως μια πορεία του κόσμου στην οποία άλλοι συμμετέχουν με τη ‘σωστή’ πλευρά που προώρισται να νικήσει και άλλοι με την ‘λάθος’ που προώρισται να χάσει. Δημιουργεί μια αντίληψη ιστορικού πεπρωμένου. Βλέπει την ιστορική εξέλιξη μέσα από τα γυαλιά της επιτυχίας και της αποτυχίας. Ως μια μονογραμμική πορεία, ως βήματα μπρος – πίσω. Πάνω σ’ αυτήν βασίζεται και το success story της Ελλάδας.

Ωστόσο  είναι θεμιτό  να αντιλαμβανόμαστε την ιστορία μέσα από τη διάκριση επιτυχίας-αποτυχίας;  Με τον τρόπο αυτό αντιλαμβανόταν την ιστορία ο κοινωνικός δαρβινισμός, κατά τον οποίο, οι αποτυχημένες φυλές υποτάσσονταν και οι επιτυχημένες κυριαρχούσαν. Μπορούμε να θεωρούμε τα έθνη ως προσωπικότητες που είναι αποκλειστικά υπεύθυνες της μοίρας τους; Πώς λ.χ. θα χαρακτηρίζαμε την Γερμανία επί Χίτλερ, όταν ανέκαμψε από την κρίση μετά το 1933; Πετυχημένη ή αποτυχημένη; Και πώς θα χαρακτηρίζαμε τις ΗΠΑ της εποχής του Τραμπ, ή την Βρετανία του Brexit; Πετυχημένες ή αποτυχημένες χώρες; Αν   για τους ανθρώπους που έχουν βιολογικό τέλος  ισχύει το «μηδένα προ  του τέλους μακάριζε» του Σόλωνα, το ίδιο ισχύει, κατά μείζονα λόγω,  και για τα έθνη που δεν έχουν ορατό τέλος ύπαρξης . Η ιστορία χωρίς ενδεχομενικότητα  υπάρχει μόνο στη θεολογική σκέψη.  Και βέβαια το επιχείρημα είναι αποκλειστικά εσωτερικής κατανάλωσης. Πώς θα βγει κανείς στον κόσμο να διακηρύξει την Ελλάδα ως success story;  Με εξαιρέσεις χωρών που έχουν διαλυθεί από πολέμους και βρίσκονται σε εμφύλιο, όλες οι χώρες του πλανήτη  πολλαπλασίασαν τον πληθυσμό τους και τον πλούτο τους.

Πού βρίσκεται τώρα η Ελλάδα;

 Ας δούμε όμως πού βρίσκεται συγκριτικά η Ελλάδα.  Στο τέλος της περιόδου έντονης ανάπτυξης, δηλαδή στα 1970, βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στην πρώτη ζώνη των πιο ανεπτυγμένων χωρών, η οποίας   περιλάμβανε  τη βόρεια Αμερική,   τη   δυτική  Ευρώπη,  και την  Ιαπωνία και   Αυστραλία, και στη δεύτερη ζώνη των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, που περιλαμβάνει ενδεικτικά   Ισπανία,   Πορτογαλία,   Ισραήλ κ.ά. Τα επόμενα τριάντα χρόνια σταθεροποιείται σε αυτή τη δεύτερη ζώνη. Προς το τέλος   της δεκαετίας του 2000 και πριν από την κρίση, η Ελλάδα περνά στο όριο ανάμεσα στη δεύτερη ζώνη και στην τρίτη ζώνη ανάπτυξης, η οποία περιλαμβάνει χώρες όπως οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες της κεντρικής ανατολικής Ευρώπης και   Τουρκία,   Μεξικό και   Αργεντινή. Κατά τη διάρκεια της κρίσης σταθεροποιείται σε αυτή την τρίτη ζώνη. Και οι τρεις ζώνες παρουσιάζουν μακροχρονίως ανοδική πορεία, αλλά οι ανακατατάξεις ανάμεσά τους δείχνουν τη συγκριτική πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Οι τελευταίες στατιστικές αποτιμήσεις σε μια σειρά από δείκτες φέρνουν την Ελλάδα ξανά πίσω στη γειτονιά της, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, στις 4-5 τελευταίες θέσεις της Ευρώπης. Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε επίσης ότι ο   πληθυσμός της χώρας μειώνεται σταθερά  από το 2010.[1]

Δεν υπάρχει επομένως μια ευθύγραμμη πορεία ανάπτυξης. Και το ζήτημα δεν είναι να κυριαρχήσουμε αυξάνοντας την απόσταση από τους γείτονές μας.  Σήμερα η ευρωπαϊκή ενοποίηση μια πραγματικότητα, επομένως ζητούμενο είναι η ισόρροπη συνολική ανάπτυξη  και η ευρωπαϊκή  ολοκλήρωση.

 Τι να κάνουμε;

Απέναντι στην ιστορική ενδεχομενικότητα και την αβεβαιότητα του μέλλοντος υπάρχουν κάποιες σταθερές;  Θα τις συνοψίσω σε τρεις.

Α. Παιδεία, όχι η χρησιμοθηρική αλλά η μακροπρόθεσμα και βαθειά ανθρωπιστική. Εκείνη που δημιουργεί προσωπικότητες με ολοκληρωμένη αντίληψη, λογικά συγκροτημένες,  κριτικές, δημιουργικές,  δημοκρατικούς πολίτες με αξίες και σεβασμό των δικαιωμάτων.  Αντί λ.χ. να αποκλείουμε από τη  τριτοβάθμια εκπαίδευση  25000 παιδιά επειδή βρίσκονται κάτω από τη βάση, να εξετάσουμε πώς θα τα συμπεριλάβουμε για να  γεφυρώσουμε το χάσμα για τη συνολική βελτίωση και την ριζική μεταρρύθμιση της μάθησης.  Η παιδεία θα δημιουργήσει ανθεκτικούς πολίτες σε όλες τις αναπάντεχες αναποδιές. 

Β. Περιβάλλον. Πέραν από το γεγονός ότι η περιβαλλοντική κρίση είναι η κοινή μοίρα και της Ελλάδας και του πλανήτη,  η χώρα  αυτή υπέστη απίστευτες περιβαλλοντικές καταστροφές στην πορεία της ανάπτυξης, οι οποίες συνεχίζονται τώρα ακόμη και στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης.   «Το περιβάλλον και τα μάτια μας» είναι όρος της μελλοντικής αναπνοής μας, αλλά και ο χώρος ως στοιχείο  της εθνικής ταυτότητας.   

Γ. Ανισότητες.     Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στις ανισότητες. Ανήκει στις 5 χώρες που το 40% του πληθυσμού έχει το μικρότερο εισόδημα και   το 10% του πληθυσμού έχει το υψηλότερο εισόδημα. Και στα δυο αποκλίνει από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο. Έχει μαζί με Βουλγαρία και Ρουμανία   τον υψηλότερο πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας  (32,8%), τη μεγαλύτερη ανεργία μεταξύ των νέων, είναι πρώτη σε αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη,  από τις πρώτες στον κόσμο, και τρίτη  από το τέλος στην ελευθερία του τύπου.    Πώς μπορεί να πορευτεί στο μέλλον, πώς μπορεί να είναι ανθεκτική ως χώρα και να μην τυλιχτεί σε νέους διχασμούς σε αναπάντεχες κρίσεις, πώς μπορεί να αποφύγει τους κινδύνους για τη δημοκρατία αν δεν φροντίσει για την κοινωνική συνοχή, για τη μείωση των ανισοτήτων;  

 Αντί του ψεύτικου success story λοιπόν,  ιστορική περίσκεψη για το πώς θα πορευτεί η Ελλάδα στην αχαρτογράφητη  τρίτη εκατονταετία της.

Εφημερίδα των Συντακτών 27.3.2021


[1] Αλέξης Φραγκιάδης ,    (https://www.academia.edu/40647962/The_Greek_crisis_and_the_need_to_incorporate_geographical_historical_social_and_political_factors_in_economic_models ).

January 16, 2021

1821-2021: Αναζητώντας τη συνειδησιακή ενδοχώρα

Αντώνης Λιάκος

Ας δούμε τα 200 χρόνια από την Επανάσταση ως ένα εφαλτήριο για να ανοίξουμε τον ορίζοντά μας και να ξαναδούμε τον συλλογικό μας εαυτό.   

Πριν από την κρίση, στην ευφορία του ευρώ, των Ολυμπιακών και της ευμάρειας, η αναζήτηση μιας καινούργιας ταυτότητας  προσανατολιζόταν σε ένα αυτοεγκωμιαστικό αφήγημα: Η Ελλάδα, από   επαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέληξε στον σκληρό πυρήνα των ευρωπαϊκών χωρών. Στην κρίση το αφήγημα   αντιστράφηκε. Η ιστορία της Ελλάδας θεωρήθηκε   κακέκτυπο της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι κλεφταρματολοί από ήρωες συμβόλισαν την προπατορική ανομία των Ελλήνων. Το μνημονιακό και το αντιμνημονιακό στρατόπεδο προβλήθηκε αναδρομικά στο ίδιο το ‘21.  Τώρα, σε κλίμα τεχνητής ευφορίας,   προβάλλεται αυτάρεσκα ότι η  Ελλάδα περνώντας μέσα από διαδοχικές καταστροφές,   τελικά τα κατάφερε. Πρόκειται για μια ηθικολογικού τύπου ιστορία, όπου οι ιστορικοί μιλούν ως μετωνυμία του έθνους.   Η ιστορία   περιορίζεται στην   ιστορία της εξουσίας, των ηγεσιών, με μέτρο την επιτυχία και την αποτυχία. Πρέπει να διασωθεί όμως η ιστορία από την τελεολογία του έθνους. Η ιστορία δεν είναι ασπρόμαυρη ούτε γραμμική. Είναι πολύχρωμη, πολυσχιδής, πολυδιάστατη, με λεπτές  αποχρώσεις και απροσδιόριστο μέλλον.   

Τα προηγούμενα ιωβηλαία

  • Η  επέτειος της πρώτης πεντηκονταετίας (1871) ολοκλήρωσε την όσμωση ανάμεσα στις διαφορετικές και αντιτιθέμενες πλευρές της Επανάστασης. Κόσμοι διαφορετικοί που συγκρούστηκαν σκληρά μεταξύ τους, με σύμβολα τον Πατριάρχη  Γρηγόριο Ε’ και τον Ρήγα, τον Κοραή  και τον Καποδίστρια, γεφυρώθηκαν,  όπως στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών,   για να δημιουργήσουν την ελληνική εθνική συνείδηση. Κατόρθωμα δυσκολότερο του να συνταιριάξεις κομμουνιστές και εθνικόφρονες της κατοχής και του εμφυλίου.
  • Η   εκατονταετηρίδα (1921), που λόγω πολέμου απλώθηκε ως το 1930, είχε προετοιμαστεί συστηματικά με πλήθος δράσεων από όλους τους θεσμικούς φορείς. Ωστόσο,   αυτό που τη σημάδεψε ήταν ένα μικρό απρόβλεπτο  βιβλίο: Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 του Γιάννη Κορδάτου (1924). Βάζοντας στη συζήτηση τις κοινωνικές αιτίες της Επανάστασης,   δυναμίτισε την πνευματική ζωή της χώρας για δεκαετίες και άνοιξε δρόμους, γονιμοποίησε   την εθνική συνείδηση, και τοποθέτησε την επανάσταση στην γενεαλογία της ελληνικής αριστεράς.  
  • Στα 150  χρόνια (1971) αναφερόμαστε ως καρικατούρα. Κιτς εορτασμοί της χούντας. Εντούτοις, την ίδια περίοδο το εκδοτικό πρόγραμμα των Κ.Θ. Δημαρά, Ν. Σβορώνου και των συν αυτοίς, αναδεικνύει το φαινόμενο «Ελληνικός Διαφωτισμός» και συνδέει την Επανάσταση με την Ευρώπη, με τον διανοητικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό. Δημιουργείται ένα σώμα γνώσης που αλλάζει την κοινή αντίληψη.    Παράλληλα, στη λαϊκή κουλτούρα, στο θέατρο, την ποίηση και την μουσική, το 1821 προσλαμβάνεται  μέσα από ένα διάχυτο  Μακρυγιανισμό  που συνυφάνθηκε με το δημοκρατικό πνεύμα και την   κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. 

Και σήμερα; Πέραν των επίσημων εορτασμών, τι χρειάζεται να σκεφτούμε και να κουβεντιάσουμε;

Η ευρωπαϊκή ανάδυση του Ελληνισμού  

Η ανάδυση της νεώτερης Ελλάδας υπήρξε ένα από τα κεντρικά γεγονότα στην  ανάδυση του νεωτερικού κόσμου και στην επανεμφάνιση της έννοιας της πολιτικής μετά τον διαχωρισμό θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας. Οι Έλληνες,  πριν ακόμα διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους,   διέθεταν ήδη  υψηλή αναγνωρισιμότητα και πολιτισμικό διαβατήριο.   Η Ελλάδα σημειωνόταν στους χάρτες της εποχής πριν ακόμη γίνει κράτος. Αυτή όμως ήταν μια Ελλάδα   ανεξάρτητη από τους Έλληνες και συχνά χωρίς αυτούς.  Ήταν η Ελλάδα  των Βίνκελμαν και   Γκαίτε, των Μπάυρον και   Σέλλευ,  η Ελλάδα που οι άποικοι της Αμερικής κουβαλούσαν στις βαλίτσες τους για να συγκροτήσουν την  ευρωπαϊκότητα τους, η Ελλάδα μέρος της αποικιακής  αποστολής εκπολιτισμού των ιθαγενών, αλλά και η Ελλάδα ως αντι-αποικιακός ρεπουμπλικανισμός,  εν τέλει η Ελλάδα που επιβλήθηκε και στους ίδιους τους Έλληνες. Μια πολύμορφη, πολυσήμαντη και διάχυτη στον κόσμο Ελλάδα.

Ο Φιλελληνισμός υπήρξε κοινό  δημιούργημα αυτής της «ελληνολατρίας» και της αντίδρασης στην   Παλινόρθωση. Εκφράστηκε μέσα από ένα ευρύ  φάσμα διαφορετικών  πολιτικών, από τους Άγγλους ριζοσπάστες ως τον  Ρωσικό  ηγεμονικό διαφωτισμό.    Το ελληνικό κράτος είχε προοιωνιστεί πριν ακόμη πραγματοποιηθεί. Τα σχέδια του ηγετικού πυρήνα των Βαυαρών που συνόδευαν τον Οθωνα και ανέλαβαν το πρακτικό έργο της  οργάνωσής του κράτους,   η αλληλογραφία των ευρωπαίων πολιτικών στοχαστών με τον Κοραή, το ενδιαφέρον των ουτοπιστών μεταρρυθμιστών της εποχής (σαινσιμονιστών),      δείχνουν ότι το ελληνικό κράτος είχε υπάρξει νοερά πριν υπάρξει πραγματικά, ως     μια   ουτοπία της νεωτερικότητας, με όλες τις αναγκαίες αποχρώσεις. Οι προθέσεις όμως δεν αποτυπώθηκαν στην πραγματικότητα. Η ανεξαρτησία του εθνικού κράτους, ως   μορφής κοινωνικής αυτονομίας, υπέστη διαδοχικές διαψεύσεις και ακυρώσεις.  Η εθνική κυριαρχία αποδείχτηκε σχετική έννοια.

Η παγκοσμιότητα της ελληνικής επανάστασης  

Η επανάσταση του 1821 συνέβη σε μια εποχή που η ιστορία στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο  άλλαζε σελίδα. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι κλόνισαν   το κρατικό σύστημα της Ευρώπης, τόσο ως προς τον   συσχετισμό δυνάμεων   όσο επίσης και ως προς την εσωτερική υφή των κρατών.  Κάθε είδους κοινότητες και τοπικές εξουσίες ζήτησαν και διεκδίκησαν ανακατανομή της ισχύος και της κυριαρχίας, σχεδόν παντού στην μεσογειακή  Ευρώπη.      

Η επιτυχία της ελληνικής επανάστασης οφείλεται   στο γεγονός ότι βρέθηκε ακριβώς στο σημείο και στη στιγμή της μεταβολής αυτών των διεθνών και ενδοκρατικών συσχετισμών.    Γι’ αυτό και  η παγκόσμια απήχησή της.   Οι   Έλληνες  έγιναν δημοφιλείς γιατί ανέβηκαν στην σκηνή ακριβώς τη στιγμή που άνοιγε η αυλαία ενός καινούργιου κόσμου.  Επομένως είτε ως είδηση, ως θέαμα και μήνυμα, είτε ως πραγματικότητα που άλλαζε το μαγνητικό πεδίο της πολιτικής ανάμεσα στα κράτη, και ανάμεσα στα κράτη  και τους υπηκόους τους, έγιναν δομικό στοιχείο της ιστορικής μεταβολής, της δημιουργίας  μιας καινούργιας φάσης στην  ιστορία του κόσμου. 

 Στα οθωμανικά της συμφραζόμενα η ελληνική επανάσταση έδειξε τη βαθειά διαφοροποίηση στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας.  Οι πρώην  ραγιάδες μιλούσαν μια πολιτική γλώσσα που δεν καταλάβαιναν οι Οθωμανοί. Δεν είχαν τρόπο να ελέγξουν την επικράτειά τους.  Χρειάζονταν  βαθιές μεταρρυθμίσεις στον πυρήνα της εξουσίας τους. Πράγματι, το πρώτο κύμα   οθωμανικών μεταρρυθμίσεων ακολούθησε το 1830.  Όσο όμως μεταρρυθμιζόταν η   αυτοκρατορία, τόσο  ενθάρρυνε τους βαλκανικούς λαούς να διεκδικήσουν την αυτονομία τους.  Η ελληνική επανάσταση δημιούργησε στον βαλκανικό περίγυρο ένα ιστορικό προηγούμενο, στο οποίο όλα τα βαλκανικά έθνη,  και το τουρκικό, θα προσανατολίζονταν, ακόμη κι αν στρέφονταν εναντίον των ίδιων των εμπνευστών τους.

Απήχηση πέραν των ωκεανών

Στις  ΗΠΑ, που τον καιρό της ελληνικής επανάστασης ήταν υπό διαμόρφωση,   οι αναγνώσεις της ελληνικής επανάστασης ήταν πολλαπλές. Ο Αγώνας διαβάστηκε μέσω της ουμανιστικής παράδοσης αλλά και ως δοκιμασία των συναισθημάτων αλληλεγγύης και ελευθερίας. Αν εκδηλώνουμε την αλληλεγγύη μας στους Έλληνες σκλάβους, γιατί όχι και στους μαύρους σκλάβους του αμερικάνικου Νότου; Το φιλελληνικό κίνημα εξελίχθηκε σε κίνημα κατάργησης της δουλείας στο Νότο, αλλά και σε πύλη μέσω της οποίας οι γυναίκες, που στελέχωναν τις   επιτροπές αλληλεγγύης,  εισήλθαν στον δημόσιο χώρο. 

Στη Νότια Αμερική, οι εξελίξεις   ήταν ομόλογες εκείνων που προκάλεσαν την Επανάσταση στην Ελλάδα, γι αυτό και τα κράτη της είναι συνομήλικα του ελληνικού. Αυτή η αντιστοίχηση δεν είχε διαφύγει από τους πρωταγωνιστές της εποχής εκείνης.  Οι δυο αντίπαλες αυτοκρατορίες που όριζαν τις τύχες της Μεσογείου επί αιώνες, δηλαδή η Οθωμανική και η Ισπανική, κλονίστηκαν από τους ναπολεόντειους πολέμους, αφήνοντας ζωτικό χώρο για τη διεκδίκηση αυτονομιών, και στην Λατινική Αμερική και στα Βαλκάνια. 

Η ιστορία όμως δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη. Στην Ινδία, οι φιλελεύθεροι Βραχμάνοι ήταν αμφίθυμοι  προς την ελληνική επανάσταση. Τους συγκινούσε το φιλελεύθερο μήνυμα της, αλλά  η Επανάσταση θεωρήθηκε ως επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων   σε μια ασιατική αυτοκρατορία. Η υπεράσπιση των ασιατικών αυτοκρατοριών απέναντι στην ευρωπαϊκή επέμβαση  δημιούργησε  έναν κοινό  τόπο  ανάμεσα    σε πολιτικοποιημένους διανοούμενους της Ινδίας, του Ιράν, της Αιγύπτου, αλλά  και  της Κίνας. Αυτό ήταν και το βασικό δίλημμα με το οποίο αντιμετωπίζονταν τα ευρωπαϊκά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ασία.

Η αναγνώριση     του διεθνούς πεδίου που δημιούργησε την  Ελλάδα   είναι    αναγκαίο αντίδοτο   στον στενό ορίζοντα της πολιτικής, στο να βλέπουμε τον εαυτό μας ως τους εκλεκτούς του κόσμου ή τα αιώνια θύματα. Είναι αντίδοτο στον   μικρομεγαλισμό της  Ελλάδας – «λίκνο της δημοκρατίας», αλλά και στην αντίληψη της Ελλάδας ως αποικιακού σχεδίου.      Η Ελλάδα είναι ανοιχτή στον κόσμο. Μοιάζει με σφουγγάρι που εισπνέει και εκπνέει  πληθυσμούς, ιδέες, στοιχεία υλικά και άυλα, που γίνεται η ίδια τραγωδία και συμμετέχει στις τραγωδίες των άλλων.  Δεν μπορείς να την κλείσεις σε ένα αυτάρεσκο αφήγημα.

Πού να επικεντρωθούμε;

Δυο αιώνες μετά την Επανάσταση η Ελλάδα δοκιμάζεται από διαδοχικές   και επικαλυπτόμενες  κρίσεις. Οικονομική κρίση-πανδημία-οικονομική κρίση.   Η παράλληλη δημογραφική κρίση   γήρανσης του πληθυσμού και   νεανικής μετανάστευσης αντικρίζεται με μετακινήσεις πληθυσμών προς την Ελλάδα και διαδοχικές προσφυγικές κρίσεις. Απειλητική σκιά στο βάθος   η περιβαλλοντική κρίση. Το ερώτημα είναι: πώς αντιμετωπίζονται οι αλλεπάλληλες κρίσεις;  Πώς εγγράφονται αυτές στη συλλογική συνείδηση, αλλά και με ποια συνειδησιακά αποθέματα θα τις αντέξουμε;  Πώς θα διαφυλάξουμε το  δημοκρατικό της ήθος στους μεγάλους και βίαιους   κλυδωνισμούς;  Η Επανάσταση και οι δυο αιώνες   ελληνικής ιστορίας, δημιούργησαν   ένα πολιτισμικό   κεφάλαιο, αξίες,  ιδέες, στάσεις, συμπεριφορές, πάνω στις οποίες  μπορεί να βασιστεί η ελληνική κοινωνία;  

Η προοπτική της προόδου που δημιουργούσε μια αίσθηση βεβαιότητας δεν υπάρχει πλέον.  Το μέλλον είναι τυλιγμένο με φόβο και ανησυχία. Η   αβεβαιότητα  έχει εγκατασταθεί σταθερά  στις κοινωνίες και στην ψυχή των ανθρώπων. Μπορεί επομένως η ιστορία, να προσφέρει μια χειρολαβή βεβαιότητας;   Ας μην αναζητήσουμε μαθήματα ιστορίας, ηθικές επιταγές ή συναισθηματική τόνωση.  Είναι η διανοητική παράδοση μιας κοινωνίας  εκείνη που επεξεργάζεται κριτικά την ιστορική εμπειρία της.  Η απάντηση στην αβεβαιότητα δεν είναι ο εφησυχασμός αλλά το φιλέρευνο πνεύμα, τα καινούργια ερωτήματα, η  ανοιχτή επανανάγνωση    της ιστορικής πορείας.

Και η Αριστερά;   Από τον   Σκληρό και τον Κορδάτο έως τον     Ασδραχά και τον  Ηλιού, η πολιτική της ήταν συνυφασμένη με τις απόψεις της για την επανάσταση του 1821.  Η σύγχρονη Αριστερά όμως; Μήπως απομακρυνόμαστε και αδιαφορούμε  για εκείνη την παράδοση. Πώς θα εντάξουμε την επέτειο στο σκεπτικό μας; Αν αδιαφορεί κανείς για τη σύζευξη του μέλλοντος με το παρελθόν της Ελλάδας στενεύει τον ιστορικό ορίζοντα με αποτέλεσμα να στενεύει  και ο πολιτικός.

Αυγή 3.1.2021

January 16, 2021

11 Αντιοξειδωτικές Θέσεις

Αντώνης Λιάκος

11 Αντιοξειδωτικές Θέσεις

Θέση 1. Η Ιδεολογία. Έδωσε πνοή και προοπτική στην πολιτική, όπως την αντιλαμβανόταν ο Μακιαβέλι, ως τέχνη του κυβερνάν (και ως εκ τούτου του αντιπολιτεύεσθαι). Στον Μαρξ, ιδεολογία είναι η ψευδής συνείδηση. Στον Λένιν κάθε τάξη έχει την ιδεολογία της.  Ο Γκράμσι θέτει το πρόβλημα της ιδεολογίας με όρους ηγεμονίας. Δεν μπορούμε όμως να μιλήσουμε σήμερα για ιδεολογία χωρίς να αναφερθούμε στις πολιτισμικές της διαστάσεις, δηλαδή στον τρόπο ζωής, στις αναπαραστάσεις,  στις λογοθετικές πρακτικές (discursive practices) και στις ταυτότητες  που διαμορφώνουν τρόπους αντίληψης των πραγμάτων, και επομένως τρόπους αντίληψης του κόσμου και του δέοντος. Η ιδεολογία δεν έρχεται απέξω ως επιφοίτηση του Αγίου πνεύματος.  

Θέση 2. Ο καπιταλισμός. Κεντρική αναφορά στην Αριστερά.  Συγχέεται όμως συχνά η θεωρητική με την ιστορική αντίληψή του. Ο καπιταλισμός όπως τον παρουσιάζει η θεωρία, ως ένα σύστημα, ως εννοιολογικό εργαλείο ανάλυσης,  και ο καπιταλισμός ως ιστορική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε επί αιώνες, που αναδύθηκε από τους πόρους διαφορετικών κοινωνιών και συγκροτήθηκε μέσα από τους δαιδάλους της ιστορίας σε μορφές κοινωνικής συμβίωσης και στον πολύμορφο  σύγχρονο πολιτισμό, δεν ταυτίζονται. Όπως δεν ταυτίζεται η γραμματική με τη γλώσσα. Είναι κεφαλαιώδους σημασίας  η διαφορά ανάμεσα σε έναν τρόπο συνάρθρωσης οικονομίας και κοινωνίας βάθους αιώνων, και στη λογική λειτουργίας της οικονομίας.   Χωρίς ιστορική γείωση, η  «αντικαπιταλιστική λογική» μοιάζει με προβολή στο σπήλαιο του Πλάτωνα. Επί πλέον χάνεται από τον ορίζοντα η κλίμακα των ανισοτήτων και το μέγεθος των μεταβολών από τον συνδυασμό της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της platform economy.

Θέση 3. Η κρίση. Με τη φράση «Η κρίση του Κορωναιού εξελίσσεται σε μείζονα καπιταλιστική κρίση» αρχίζει η τελευταία απόφαση του Π.Σ. Αλήθεια, τι σημαίνει αυτή η φράση; Ότι δεν μπορεί να αναπαραχθεί πλέον ο καπιταλισμός; Ότι καταρρέει;   Ή μήπως ότι  μεταπλάθεται και επεκτείνεται μέσα από διαδικασίες που εμπεριέχουν καταστροφές; Μα αυτό δεν είναι ο ιστορικός καπιταλισμός; Εδώ και 100 χρόνια η Αριστερά μιλά για κρίση του καπιταλισμού. Ας θυμηθούμε: Ι.Β.Λένιν: Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού (1916). Εκτοτε ονομάστηκε μονοπωλιακός και κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός,   ύστερος καπιταλισμός,  νεοφιλελεύθερος  καπιταλισμός,   παγκοσμιοποίημένος καπιταλισμός,    ολοκληρωτικός καπιταλισμός, ασιατικός καπιταλισμός, πράσινος καπιταλισμός και εσχάτως   καπιταλισμός  της πλατφόρμας (platform capitalism) κλπ.  Η αλήθεια είναι ότι καπιταλισμός χωρίς κρίσεις δεν γίνεται, αλλά οι κρίσεις σημαίνουν μετασχηματισμό. Μερικές φορές αυτός ο μετασχηματισμός εμπεριέχει ένα συμβιβασμό με τις δυνάμεις της οργανωμένης εργασίας (εποχή του κράτους  πρόνοιας), και άλλες όχι. Μερικές φορές χρειάζεται το προστατευτικό κρατικό κέλυφος, και άλλες το ξεφορτώνεται ή το χρησιμοποιεί εργαλειακά. Η πολυχρησία πάντως της «καπιταλιστικής κρίσης» την αδειάζει από νόημα.

Θέση 4. Τελεολογία.  Είναι ο σοσιαλισμός το μέλλον του καπιταλισμού ή το παρελθόν του; Έως το 1989   η γενική αντίληψη ήταν ότι εκφράζει το μέλλον. Αν δούμε όμως σήμερα, μετά 30 χρόνια, την πορεία των κοινωνιών με την οπτική της μακροϊστορίας, τότε ο σοσιαλισμός φαίνεται πως ήρθε σαν απάντηση, σαν άμυνα των κοινωνιών απέναντι στον ελαύνοντα καπιταλισμό. Ακόμη περισσότερο ότι δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Το κινέζικο παράδειγμα της εκτόξευσης του καπιταλισμού μέσα από ένα κομμουνιστικό  πλαίσιο ανατρέπει την τελεολογία της θεώρησης του κόσμου ως μια διαδοχή φεουδαρχίας-καπιταλισμού-σοσιαλισμού. Δεν προκύπτει ο σοσιαλισμός νομοτελειακά από τον καπιταλισμό. Τι μας έρχεται, πώς θα μετασχηματιστεί ιστορικά ο καπιταλισμός, είναι ανοιχτό πρόβλημα.   

Θέση 5. Κομμουνισμός-σοσιαλισμός.  Τα φαντάσματα του κομμουνισμού δεν καταδιώκουν μόνο τη  δεξιά, αλλά και την αριστερά. Ποιο σοσιαλισμό, και ποια κομμουνιστική ανανέωση μπορεί να επαγγέλλεται κανείς;  Μπορεί να κάνει ένα άλμα από το σήμερα στις σοσιαλιστικές  προσδοκίες του 19ου αιώνα, παρακάμπτοντας τον 20ο αιώνα όπου οι ουτοπίες μετατράπηκαν ακαριαία σε δυστοπίες;   Να επικαλεστεί τη σοβιετική ιστορία σε ποια φάση της; Να επικαλεστεί την κινέζικη ιστορία, επίσης σε ποιες από τις κληρονομιές της, μερικές από τις οποίες είναι ακόμη εν ισχύ; Όπως δεν πρέπει να καταδικάζουμε τον σοσιαλισμό ερήμην της ιστορίας και των συνθηκών κάθε εποχής, έτσι δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε και να επικαλούμαστε τον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, αφαιρώντας τον από τις ιστορικές του διαστάσεις. 

Θέση 6. Σοσιαλδημοκρατία και εκσυγχρονισμός. Γιατί η σοσιαλδημοκρατία κατέληξε  στην αποδοχή της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης; Αν δεν καταλάβουμε την εσωτερική λογική αυτού του μετασχηματισμού, που επαναλαμβάνεται   σε κάθε απόπειρα να διαχειριστεί κανείς την οικονομία και τα κοινωνικά προβλήματα στο ήδη διαμορφωμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, δεν θα καταλάβουμε   ούτε τη δυναμική της κυβερνητικής εμπειρίας του 2015-2019.   Ποιες είναι σήμερα οι δυνατότητες και τα όρια των μεταρρυθμίσεων που βρίσκονται σε αντίθετη κατεύθυνση από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις;   Αυτό το ερώτημα πρέπει να αντιμετωπίσουμε χωρίς υπεκφυγές.   Ο Σύριζα κυβέρνησε και αυτό έχει εγγραφεί αμετάκλητα στον πυρήνα του. Αν το  ακυρώσει δια της επιστροφής σε κάποιο φαντασιακό κινηματικό παρελθόν,  καταστρέφεται και ο ίδιος. Οφείλει να διαχειριστεί τις αντιφάσεις του αναδεικνύοντας δυνατότητες όπως η υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, των εργασιακών δικαιωμάτων, της πρώτης κατοικίας κλπ.

Θέση 7. Ριζοσπαστισμός. Που κατοικεί; Όπως και με την έννοια «κρίση», η κατάχρηση έχει αδειάσει από περιεχόμενο   τον όρο «ριζοσπαστισμός». Πολλά αστικά κόμματα χαρακτηρίζονταν Radical, ακόμη και η ΕΡΕ αναπροσδιοριζόταν ως «ριζοσπαστική».   Σήμερα ποιοι επιδιώκουν μεγάλες αλλαγές;  Δεν είναι ο Σύριζα αλλά η ΝΔ  που προτείνει μια συνολική αναδόμηση της κοινωνίας. Στην σχέση κοινωνίας-αγοράς, αντί η κοινωνία να είναι η σταθερά και η αγορά η μεταβλητή, γίνεται  η αγορά   σταθερά και μεταβλητή   η κοινωνία. Δηλαδή αντί την κοινωνία να την εξυπηρετεί η αγορά, τελικά η κοινωνία προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς. Η Αριστερά παίζει άμυνα, ενώ η Δεξιά επιτίθεται. Την ατζέντα των αλλαγών δεν την καθορίζει η εγχώρια ή η ευρωπαϊκή Αριστερά, αλλά  ο εγχώριος ή ο ευρωπαϊκός αστικός συνασπισμός.  Όχι μόνο στα οικονομικά ζητήματα και στην εργασία αλλά και στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση.

Θέση 8. Υπεράσπιση.  Επομέμνως, δεν είναι κακό, η Αριστερά  να  αναγνωρίσει και να διακηρύξει αυτό που κάνει. Την άμυνα της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Ποτέ στην ιστορία οι λαϊκές τάξεις (subaltern classes) δεν βρέθηκαν σε ευνοϊκότερο συσχετισμό δυνάμεων τόσο ως προς τη διανομή αγαθών, όσο και ως προς την αναγνώριση της αξιοπρέπειάς τους, όσο στην εποχή του συνδυασμού δημοκρατίας-ανάπτυξης-κοινωνικού κράτους. Δηλαδή στη μακρά μεταπολεμική εποχή στη δυτική Ευρώπη-και από τα μέσα της δεκαετίας του ’70,  στη Νότια Ευρώπη. Μια εποχή συμβιβασμού ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και του κεφαλαίου. Και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αλλά για να συντηρήσεις την ουσία ενός ευνοϊκού και επωφελούς ταξικού  συμβιβασμού, χρειάζεται να αλλάξεις πολλά πράγματα. Και βέβαια οι εξελίξεις αφήνουν ένα συνεχώς αυξανόμενο μέρος, τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, εκτός του συμβιβασμού, βορρά στην άγρια εκμετάλλευση ή στην ανεργία.

Θέση 9. Η κλίμακα των προβλημάτων. Πώς αντιμετωπίζονται οι μεγάλες κρίσεις όπως η περιβαλλοντική κρίση, ο παγκόσμιος υπερπληθυσμός, τα μεταναστευτικά ρεύματα, οι  πανδημίες; Να πεις ότι   οφείλονται στον καπιταλισμό, είναι σαν να λες ότι οφείλονται στην ιστορία.  Η κλίμακα αλλάζει τις διαστάσεις του πολιτικού και απαιτεί μια εκ νέου εννοιολόγηση του. Άλλωστε η Αριστερά, από τον 19ο αιώνα, βασίστηκε σε καινούργια εννοιολόγηση της πολιτικής, η οποία μετά το 1968 ανανεώθηκε από τα νέα κοινωνικά κινήματα. Συχνά αντιπαρατίθεται η «αντίσταση» στην «ανθεκτικότητα» (ικανότητα επιβίωσης). Αλλά στην κλιματική κρίση, στον υπερπληθυσμό και στους μετανάστες σε τί ακριβώς να αντισταθείς; Αντίθετα η στρατηγική της επιβίωσης των πληθυσμών απαιτεί από την Αριστερά   να σκεφτεί με μέτρο την μεγακλίμακα. Οι συνεχείς και επικαλυπτόμενες κρίσεις επιβάλλουν  να ξανασκεφτούμε   το κοινωνικό ζήτημα  με νέους όρους.   Το παράδειγμα αριστερής πολιτικής  του 20ου αιώνα που διαμορφώθηκε από την Επανάσταση του 1917 και την Αντίσταση στο φασισμό 1940-1945 έχει εξαντλήσει τη δυναμική του στον 21ο αιώνα. Το νέο παράδειγμα πολιτικής πρέπει να συγκροτηθεί πάνω στις νέες κρίσεις.     

Θέση 10. Κόμμα. Ο Σύριζα ανάμεσα στον σκαντζόχοιρο και την αλεπού.  Είτε επίκληση ιδεολογίας που χρησιμοποιείται ως περιχαράκωση,  είτε αναζήτηση της ευκαιρίας για νίκη επί των σημείων.  Πολιτικοποίηση και  κομματικοποίηση δεν συμβαδίζουν πάντα. Στην Ελλάδα η κομματική στράτευση παρήκμασε ήδη πριν τη δεκαετία του 90. Η πολιτικοποίηση της κρίσης ενίσχυσε τη   δυσπιστία  στα κόμματα παρά την αναλαμπή του Σύριζα στα 2012-2015. Η πολιτικοποίηση των νέων ανθρώπων σήμερα δεν απορροφάται και δεν περνάει μέσα  από τα κόμματα, αλλά κατευθύνεται σε   συγκεκριμένα  ζητήματα, όπως λ.χ. το αντιφασιστικό κίνημα, δικαιώματα κλπ, και τρέφεται από πληροφόρηση και αναλύσεις  πολύ καλύτερης ποιότητας από τις κομματικές.   Τα κόμματα συγκεντρώνουν ενδιαφέρον ως εκλογικοί μηχανισμοί, πράγμα πολύ σημαντικό αυτό καθεαυτό, αλλά ως πλατφόρμες που υποβαστάζουν και ενισχύουν διαφορετικά περιβάλλοντα και πρωτοβουλίες δράσης.

 Θέση 11. Η ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ:  το ζήτημα δεν είναι να ερμηνεύσουμε τον κόσμο αλλά να τον αλλάξουμε. Σύμφωνοι, την ανάλυση την οργανώνει η προθετικότητα. Αλλά την δεσμεύει και την περιορίζει επίσης. Δηλαδή, να  αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά ως προς τι, πώς και προς ποια κατεύθυνση αν δεν τον καταλάβουμε, αν συνεχίσουμε να αναπαράγουμε μηχανικά και άκριτα τα στερεότυπα του παρελθόντος, αν συνεχίσουμε να εκφραζόμαστε σε μια οξειδωμένη  γλώσσα;    

Εποχή, 16.1.2021

January 16, 2021

Η Φιλοσοφία της Έκθεσης Πισσαρίδη

Αντώνης Λιάκος

 

« ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει» (Ηράκλειτος )

Την Έκθεση Πισσαρίδη πρέπει να τη δούμε μαζί με άλλα δύο επιτελικά  κείμενα.  Πρώτο, το Πρόγραμμα Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (The Recovery and Resilience Facility) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που αναφέρεται στο πώς θα διατεθούν οι πόροι που αποδεσμεύτηκαν για την ανάκαμψη των ευρωπαϊκών χωρών από την πανδημία, και δεύτερο, το ελληνικό  Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας  που εξειδικεύει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα  για  την Ελλάδα. Τα τρία κείμενα συνυφαίνονται, αλλά δεν ταυτίζονται.   

Το ευρωπαϊκό Πρόγραμμα  έχει τρεις στόχους. Πράσινη ανάπτυξη (όπου θα διατεθεί 40% των πόρων), ψηφιακός μετασχηματισμός (20%)  και ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και περιφερειακής ανθεκτικότητας (υπόλοιπο). Το  Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης χρησιμοποιεί τον καμβά του ευρωπαϊκού σχεδίου, αλλά τον κεντά με νήματα, δηλ. ιδέες, που προέρχονται από την Έκθεση Πισσαρίδη.  Με λίγα λόγια: Το ευρωπαϊκό σχέδιο ανάκαμψης δεν επιδέχεται μία μόνο ανάγνωση. Η ανάγνωση που κάνει η κυβέρνηση εμπεριέχει μια φιλοσοφία, η οποία αποτυπώνεται στο σχέδιο Πισσαρίδη. Ποια είναι η φιλοσοφία αυτή; Ότι η ανάπτυξη θα προέλθει από τη μεγαλύτερη «ευελιξία» της εργασίας, από την εξασφάλιση αθρόας και χωρίς εμπόδια προσφοράς της, και από τη μείωση του μεριδίου της εργασίας επί των κερδών. Ο πυρήνας της έκθεσης βρίσκεται σε μια παράγραφο που δηλώνεται και ως   κύρια προτεραιότητα, επειδή δεν χρειάζεται πόρους:

 «Ως γενική αρχή, δράσεις που καθιστούν την αγορά εργασίας πιο ευέλικτη είναι πιο εύκολα υλοποιήσιμες και αποτελεσματικές αν έχουν προηγηθεί δράσεις που μειώνουν τα εμπόδια εισόδου στις αγορές προϊόντων. Αυτό επειδή o εντονότερος ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων μειώνει τα υπερβολικά κέρδη που κάποιες επιχειρήσεις αποκομίζουν εις βάρος των καταναλωτών και των ενδιάμεσων αγοραστών, αυξάνοντας έτσι την παραγωγικότητα στο σύνολο της οικονομίας και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Επομένως, ακόμα και αν η ευελιξία στην αγορά εργασίας προκαλέσει προσωρινά μείωση του τμήματος των κερδών που πηγαίνουν στους εργαζόμενους, οι απώλειες αυτές είναι μικρότερες και αντισταθμίζονται από ευκολότερη ανεύρεση εργασίας και υψηλότερες αποδοχές σε μια πιο δυναμική οικονομία» (σ. 241)

Το ευρωπαϊκό σχέδιο μιλά για την ανάγκη αντιμετώπισης των ανισοτήτων. Στην έκθεση   Πισσαρίδη δεν υπάρχει καν η λέξη αυτή. Το ελληνικό σχέδιο ανάκαμψης όμως, εφόσον φιλοδοξεί να υλοποιήσει το ευρωπαϊκό, αναγκαστικά χρειάζεται αντίστοιχο κεφάλαιο, γιατί το ευρωπαϊκό αναφέρεται στη διεύθυνση των ανισοτήτων ως πρόβλημα. Αλλά πώς καταλαβαίνει η έκθεση Πισσαρίδη  την καταπολέμηση των ανισοτήτων; Να διευκολυνθεί η πρόσβαση όλων στην αγορά εργασίας.[1] Εκεί τελειώνει η υποχρέωση απέναντι σε ένα κεφαλαιώδες ζήτημα, τις ανισότητες, το οποίο έρχεται ολοένα και περισσότερο στο κέντρο της επικαιρότητας διεθνώς. 

Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επισημανθεί για τη σχέση ανάμεσα στα τρία κείμενα είναι το εξής: Το ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Ανάκαμψης εκφράζει (χωρίς ρήξεις και διακηρύξεις, διστακτικά και βαθμιαία) μια συνειδητοποίηση (ίσως πρόσκαιρη, ενδεχομένως με προοπτική διάρκειας)  ότι οι μεγάλες απειλές όπως οι πανδημίες και η κλιματική αλλαγή, επειδή  αφορούν πλέον το ανθρώπινο είδος, δεν μπορούν να αφεθούν στην αγορά για να τις διευθετήσει, αλλά χρειάζονται θεσμική και δημόσια αντιμετώπιση. Αντίθετα η Έκθεση Πισσαρίδη επιχειρεί να  υλοποιήσει αυτή την πολιτική με τα εργαλεία της οικονομικής σκέψης της περιόδου πριν από την κρίση  του 2008. Υποστηρίζει δηλαδή  ότι η ανάπτυξη θα προέλθει από την ευελιξία της αγοράς εργασίας, από την περικοπή της φορολογίας και   των δημόσιων δαπανών. 

Επομένως, το ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για την ενίσχυση του δημόσιου τομέα (στην υγεία, στην εκπαίδευση, στις συγκοινωνίες κλπ.) είτε για την ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα. Η ελληνική πρόταση προκρίνει το δεύτερο. Προκρίνει δηλαδή τη διοχέτευση των δημόσιων πόρων στον ιδιωτικό τομέα για την αξιοποίησή τους, και γι’ αυτό αναφέρεται ρητά στη  «χρήση των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ως χρηματοδοτικών εργαλείων για ιδιωτικές επενδύσεις».  Το ευρωπαϊκό Πρόγραμμα αναφέρται στην ανάπτυξη και επέκταση των δημόσιων συγκοινωνιών. Το ελληνικό σχέδιο αδιαφορεί και το παρακάμπτει.

Η έκθεση Πισσαρίδη, αποτελεί, και η ίδια,  ένα διακειμενικό προϊόν στο οποίο αντλεί από τέσσερις  πηγές:  α) κοινοτικά κείμενα  β) επεξεργασίες της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης,   γ) επεξεργασίες του ΙΟΒΕ και της διαΝΕΟσις, δηλ. δυο  think tanks  με σαφές και αναμφισβήτητο ταξικό πρόσημο, και δ) το πρόγραμμα της ΝΔ. H σύνθεση αποτυπώνεται   στον κατάλογο των συγγραφέων ή των πολυάριθμων συμβούλων της Έκθεσης: στελέχη της κυβέρνησης, διαχειριστές hedge funds, εκπρόσωποι βιομηχάνων, πολυάριθμοι καθηγητές νεοκλασικής κατεύθυνσης.  Αποτυπώνεται επίσης και στις υποσημειώσεις της Έκθεσης. Δεν υπάρχει κανένα όνομα εκείνων των οικονομολόγων που τα τελευταία χρόνια διεθνώς αναλύουν την κοινωνική ανισότητα, την φοροδιαφυγή κλπ. Δεν υπάρχει γιατί δεν χωρούν στο θεωρητικό παράδειγμα και στη γλώσσα της Έκθεσης. Γιατί  η γλώσσα αυτή δεν περιγράφει την πραγματικότητα, αλλά ονομάζοντάς την κατασκευάζει πολιτικές συμπεριφορές και νομικές ρυθμίσεις. Η  Έκθεση συγκροτείται γύρω από το δίπολο «αγκυλώσεις»-«προτάσεις», αρρώστια-θεραπεία. Πρόκειται για συνταγές που αντιμετωπίζουν μια αγκυλωμένη κοινωνία. Το φάρμακο είναι ένα και μοναδικό. Ιδιωτική πρωτοβουλία, μείωση των δημοσίων εσόδων, περιορισμός των δημοσίων εξόδων, διοχέτευση των δημοσίων πόρων στους ιδιώτες.   

Η υστέρηση

Κεντρική αφετηρία της Έκθεσης Πισσαρίδη, όπως άλλωστε και των περιοδικών εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που αφορούν την Ελλάδα, είναι η συγκριτική υστέρηση της παραγωγικότητα της χώρας, η ανεπάρκεια των επενδύσεων και η συρρίκνωση της παραγωγής. Οι μεν ευρωπαϊκές εκθέσεις ορίζουν την καθυστέρηση από την είσοδο στην ευρωζώνη (2001), η δε έκθεση Πισσαρίδη από το 1981 έως το 2019. Η περιοδολόγηση Πισσαρίδη έχει σαφή πολιτική στόχευση. Η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη εμφανίζεται ως μια νέα εποχή που κλείνει την περίοδο του «λαϊκισμού», από το ΠΑΣΟΚ (1981) έως τον ΣΥΡΙΖΑ (2019).  Βέβαια η περίοδος συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας δεν άρχισε ούτε το 1981 ούτε το 2001. Ήταν μια διαδικασία με διαδοχικά κύματα αποβιομηχάνισης και από-αγροτοποίησης. Η σελίδα, από την εικοσιπενταετή μεταπολεμική περίοδο ανάπτυξης, γυρίζει στα μέσα της  δεκαετίας του 70, και στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς. Η ελληνική βιομηχανία δεν αντέχει στην άρση του προστατευτικού της κελύφους, στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό και στην έκθεσή της στην παγκοσμιοποίηση. Η δεκαετία του ‘80 είναι για την Ελλάδα περίοδος στασιμότητας και αποβιομηχάνισης. Αλλά και στην περίοδο μεγέθυνσης του ΑΕΠ, από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 έως το 2008, η ελληνική οικονομία στρέφεται σε βιομηχανίες και δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας και εσωστρεφείς. Χάνει θέσεις στη διεθνή κατάταξη και πιάνεται στην παγίδα ανάμεσα στις χώρες υψηλής παραγωγικότητας  τις οποίες δεν μπορεί να φτάσει, και στις χώρες χαμηλού κόστους εργασίας, τις οποίες δεν θέλει να μιμηθεί. Η συμμετοχή στην ευρωζώνη δεν της επιτρέπει την υποτίμηση του νομίσματος κι έτσι φθάνει στην κρίση η οποία επιβάλει μια βίαιη εσωτερική υποτίμηση με αποτέλεσμα μια δυσανάλογη συρρίκνωση της οικονομίας στα χρόνια της κρίσης.

Στα χρόνια αυτά υπήρχαν προγράμματα αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας από διαδοχικά ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα (ΜΟΠ, ΚΠΣ και ΕΣΠΑ) και διαδοχικές μεταρρυθμίσεις φιλελευθεροποίησης της οικονομίας. Το ρυθμιστικό πλαίσιο που είχε δημιουργηθεί μεταπολεμικά ξηλώθηκε και προσαρμόστηκε στο ευρωπαϊκό έως την είσοδο στην ΟΝΕ.  Εν τούτοις, η Ελλάδα δεν ανέκοψε τη συγκριτική απώλεια παραγωγικότητας.  Γιατί; Εδώ δεν θα βρούμε απάντηση στην Έκθεση. Γιατί η Έκθεση δεν βασίζεται στην ιστορία,  αλλά σε διεθνείς οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες μπορούν να γίνουν περισσότερο καπιταλιστικές, που θα σαρωθούν και τα τελευταία εμπόδια για το άνοιγμα τους στις αγορές. Είναι μια οικονομική συνταγή που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Ταϋλάνδη έως τη Λετονία.

Ανιστορικότητα

Η ανιστορικότητα της έκθεσης αποτυπώνεται στον τρόπο που αντιμετωπίζει την κρίση και τη μνημονιακή περίοδο (2010-2018). Δεν θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων. Γιατί η κρίση δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των προηγούμενων συσσωρευμένων αιτιών αλλά και  της  βίαιης δημοσιονομικής προσαρμογής και εσωτερικής υποτίμησης που επέβαλαν τα Μνημόνια. Συρρίκνωση κατά 25% του ΑΕΠ και των παραγωγικών δραστηριοτήτων της χώρας, είναι  συγκρίσιμη μόνο με περιόδους πολέμου,  γεγονός που ανάγκασε ακόμη και  μερικούς από τους πρωταγωνιστές, όπως το ΔΝΤ, να μιλήσουν για «λάθη». Φαίνεται παράξενο, μια  έκθεση  για το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας να παρακάμπτει την κρίση, που συνιστά μια μεγάλη καμπή στην πορεία της ελληνικής οικονομίας. Η παράκαμψη φαίνεται από το γεγονός ότι η οκταετία της κρίσης και της επιτήρησης δεν αντιμετωπίζεται καθεαυτή, αλλά  ως μια διακύμανση συνολικά της περιόδου 1981-2019, επομένως τα αρνητικά ποσοστά ανάπτυξης της περιόδου αυτής συναθροίζονται με τα θετικά των προηγούμενων περιόδων. Έτσι λ.χ. κατασκευάζεται ένας μέσος όρος για όλη την αδιαφοροποίητη περίοδο 1981-2019 ανάπτυξης 0,9% και αύξησης του κατακεφαλήν ΑΕΠ 0,6%!  Κανείς ιστορικός δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του παρόμοιο τέχνασμα.[2] Πέραν από το αντιεπιστημονικό του πράγματος,  καλύπτει την κατακρήμνιση της ελληνικής οικονομίας κατά τη διάρκεια της κρίσης και,  ακόμη περισσότερο, την  «άβολη» διατύπωση ότι το χρέος για το οποίο οδηγήθηκε η Ελλάδα στο ικρίωμα είναι τώρα πολύ μεγαλύτερο από το αρχικό του 2010, τα οικονομικά μεγέθη πολύ μικρότερα και η ανεργία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη την εποχή. Η οικονομική κρίση 2010-2018, στην Έκθεση Πισσαρίδη είναι μια λευκή σελίδα, γιατί η ίδια η έκθεση εμφανίζεται ως η συνέχεια των Μνημονίων.  Αξιολογεί επομένως θετικά την εσωτερική υποτίμηση της τελευταίας δεκαετίας γιατί ενίσχυσε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Φαίνεται πάντως εκπληκτικό ότι παρακάμπτει την εκροή εγκεφάλων (brain drain) ως συνέπεια του μειωμένου εργατικού κόστους που οφείλεται σ’ αυτήν ακριβώς την εσωτερική υποτίμηση.[3]

Το κενό που βοά στην Έκθεση είναι ότι δεν περιέχει ούτε μια λέξη για την αναδιάρθρωση του χρέους, ούτε μια λέξη για τα υψηλά πλεονάσματα, ούτε μια αναφορά στο Σύμφωνο Σταθερότητας ως προς τα χρέη που δημιουργεί η πανδημία.[4]   

 Το φάσμα της έκθεσης

Η Έκθεση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων. Σε άλλα ζητήματα είναι εκτενέστατη με λεπτομέρειες και παραδείγματα, σε άλλα πολύ φτωχή. Το κεντρικό ερώτημα πάντως «τι θα παράγουμε;» μένει αναπάντητο. Πάλι γίνεται λόγος για τα αγροτοδιατροφικά, τα μέταλλα και τις εξορύξεις. Αλλά αυτά αποτελούν ένα πολύ παλιό, σχεδόν αποικιακό μοντέλο οικονομικού μετασχηματισμού, βασισμένο στην εκμετάλλευση και στην εξαγωγή πρώτων υλών. Τι άλλο; Και βέβαια φαρμακοβιομηχανία (παραγωγή γενόσημων), ακόμη και  κλωστοϋφαντουργία, και… start ups ως wishful thinking όλων των αντίστοιχων εθνικών σχεδίων. Η Έκθεση δεν ξεφεύγει από την πεπατημένη που ανακυκλώνεται εδώ και έναν αιώνα. Η επενδυτική πενία στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τημετατροπή του Ελληνικού σε καζίνο, ούτε η καζινοποίηση της οικονομίας στη Νότια Αθήνα, πάνω στην οποία επένδυσε κυρίως η ΝΔ, μπορεί να γίνει ατμομηχανή της οικονομίας.  Η προσπάθεια  που επαγγέλλεται η Έκθεση να δημιουργηθούν νέα πεδία ιδιωτικής συσσώρευσης στις υποδομές, την υγεία και την ασφάλιση (αποφεύγω εδώ την κριτική του σχετικού κεφαλαίου γιατί ήδη πολλά έχουν ειπωθεί) δεν απαντούν στο κεντρικό αίτημα της εξωστρέφειας. Αποτελούν εσωτερική αναδιανομή του εσωτερικού πλούτου από τους δημόσιους και κοινοτικούς πόρους προς τους ιδιωτικούς. Επιστροφή σε ό,τι  ακριβώς συνέβη και στην εικοσαετία πριν από την κρίση.

Υπάρχει όμως ένα καινούργιο στοιχείο:  η μετάβαση στην πράσινη και αιολική ενέργεια και τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Αλλά τηρουμένων των αναλογιών, ακόμη κι αν πρόκειται για παραγωγή καθαρής ενέργειας, πάλι η Ελλάδα μετατρέπεται σε μια χώρα παραγωγής πρώτης ύλης. Η χώρα, από τη μια άκρη στην άλλη, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό μετατρέπεται σε μονοκαλλιέργεια ανεμογεννητριών, όλα τα εξαρτήματα των οποίων παράγονται στο εξωτερικό, η εγκατάσταση στοιχίζει στις τοπικές κοινωνίες και πληρώνεται πάλι από δημόσιους πόρους. Η μεγαλύτερη μετάβαση της εποχής μας, ο πράσινος μετασχηματισμός που θα απορροφήσει το 40% των κοινοτικών πόρων έχει ανάγκη από μια πολύ ισχυρή θεσμική πλαισίωση που να αφορά πρώτο, στο πώς θα είναι φιλική στο ίδιο το περιβάλλον, και δεύτερο στο πώς θα είναι δίκαιη, δηλαδή δεν θα επιβαρύνει υπέρμετρα τους ασθενέστερους και θα εξασφαλίζει ουσιαστικά και επαρκή αντισταθμίσματα στις τοπικές κοινότητες. Αυτή η θεσμική θωράκιση της χώρας για να εισέλθει στη νέα εποχή απουσιάζει εντελώς από την Έκθεση.

Έχει καλές ιδέες η Έκθεση;

Η βασική φιλοσοφία της Έκθεσης είναι η αθρόα προσφορά εργασίας, επομένως η απομάκρυνση όλων των υποχρεώσεων που την εμποδίζουν, σε οποιαδήποτε φάση του βίου. Διαπιστώνει μικρή γυναικεία συμμετοχή. Γιατί δεν βγαίνουν να αναζητήσουν δουλειά οι γυναίκες; Λόγω των υποχρεώσεών τους στα παιδιά τους, όταν είναι πολύ μικρά, και στους γονείς τους, όταν είναι πολύ μεγάλοι. Δηλαδή η φροντίδα (care). Από εδώ προκύπτουν δυο ενδιαφέρουσες προτάσεις. Η πρώτη αφορά sτο σχέδιο μιας δομής που θα υποδέχεται τα παιδιά από τη στιγμή που θα λήξει η άδεια τοκετού, έως τη στιγμή που θα φοιτήσουν στην πρώτη δημοτικού. Είναι πιο προωθημένη από τη διετή προσχολική εκπαίδευση της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να υλοποιηθεί βέβαια με όρους που δεν θα παραπέμπουν σε αποθήκη παιδιών άπορων μητέρων.

Η δεύτερη ιδέα, η οποία αφορά στο υπαρκτό ζήτημα της αύξησης των υπερηλικιωμένων   στη χώρα μας, αφορά ένα ασφαλιστικό σχήμα που θα εξασφαλίζει φροντίδα ή τουλάχιστον ένα μίνιμουμ φροντίδας σε συνθήκες ανημπόριας. Με τις προϋποθέσεις που παρουσιάζεται, δηλαδή εικοσαετή ασφάλιση σε ατομικό κουμπαρά, ένα παρόμοιο σχέδιο δεν θα μπορέσει να λειτουργήσει πριν από το 2040+, αν βρεθούν εργαζόμενοι μέσα στις υπαρκτές συνθήκες μιας επισφαλούς αγοράς εργασίας που θα ασφαλιστούν με αυτούς τους όρους. Πρόκειται όμως για μια ιδέα, η οποία θέτει, ακόμα και παράπλευρα, το πρόβλημα του υπερηλικιωμένου πληθυσμού που γίνεται ολοένα και περισσότερο πολυπληθής στην Ελλάδα. Γιατί η φροντίδα των  υπερηλικιωμένων βρίσκεται ήδη, και εν μέρει, στην αγορά εργασίας με τη χρησιμοποίηση κατά βάση μεταναστριών και άτυπης εν πολλοίς εργασίας.  

Ιδέες όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός της εκπαίδευσης δεν χρειάζονται ιδιαίτερο σχολιασμό, κουβεντιάζονται πολλά χρόνια, ήρθε η πανδημία να τις ενεργοποιήσει και βέβαια χρηματοδοτούνται από το ευρωπαϊκό Πρόγραμμα ανάκαμψης, αποτελούν από τους βασικούς του στόχους. Ψηφιακός μετασχηματισμός όμως σημαίνει επίσης πρόσβαση στο διαδίκτυο και στους υπολογιστές και του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Διαφορετικά οι ανισότητες μεγεθύνονται. Κι εδώ σιωπή. Το ευρωπαϊκό Πρόγραμμα στις επτά εμβληματικές δράσεις του αναφέρεται στην επέκταση γρήγορης και ευρυζωνικής σύνδεσης σε όλα τα σπίτια και τις απόμακρες περιοχές (Connect – The fast rollout of rapid broadband services to all regions and households, including fiber and 5G networks). Το ελληνικό την παρακάμπτει.

Θετικές είναι επίσης οι φιλοεπενδυτικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν τη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη.   

 Εκπαίδευση

Η Έκθεση Πισσαρίδη όμως προτείνει και την αυτονόμηση των σχολείων και τη σύνδεσή τους με την τοπική αυτοδιοίκηση, που αποτελεί μέρος του προγράμματος της ΝΔ. Ιστορικά, η σύνδεση   της στοιχειώδους εκπαίδευσης με τις τοπικές αρχές, υπήρχε στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα. Επειδή όμως ήταν αναποτελεσματική και τα σχολεία υπολειτουργούσαν, αποφασίστηκε η ανάθεση της λειτουργίας των σχολείων στο Υπουργείο Παιδείας. Η επανασύνδεση με την Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να φαίνεται ελκυστική -ο Δήμος που νοιάζεται για τα παιδιά του, ένα σχολείο ανοιχτό στην τοπική κοινωνία- αλλά  θα οδηγήσει το σχολικό σύστημα σε νέες περιπέτειες γιατί η ΤΑ στην Ελλάδα έχει τις λιγότερες αρμοδιότητες στον κόσμο και χωρίς πόρους. Η διαφθορά -ρουσφέτια κ.α. σε τοπικό επίπεδο βρίσκονται πολύ πίσω από τα στάνταρ λειτουργίας του Δημοσίου, και βεβαίως θα διαλύσει τις εργασιακές σχέσεις δασκάλων και καθηγητών, ιδίως αν ο διορισμός με ολιγόμηνες συμβασεις θα εξαρτάται από Δημάρχους, συμβούλους και διευθυντές σχολείων.  Υπάρχει πολύς δρόμος για μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να βελτιωθεί το σχολείο, οι οποίες καν δεν αναφέρονται ούτε στην έκθεση Πισσαρίδη ούτε στο εθνικό σχέδιο για την υλοποίηση του ευρωπαϊκού σχεδίου. Δεν πρέπει όμως μαζί με απόνερα  να πετάξουμε και το μωρό.  Εκείνο  που είναι αναγκαίο είναι η παιδαγωγική αυτονομία του σχολείου, τα ανοιχτά αναλυτικά προγράμματα, η δημιουργία πολυδύναμων εκπαιδευτικών κέντρων. Η Έκθεση επίσης προτείνει λιγότερες και μεγαλύτερες σχολικές μονάδες. Σωστό για το Λύκειο,  αν οι μονάδες αυτές  είναι εξοπλισμένες με βιβλιοθήκες και εργαστήρια – και υπό τον όρο του συνυπολογισμού του χρόνου μετακίνησης των παιδιών και του σεβασμού της ορεινής και νησιωτικής γεωγραφίας. Απολύτως λάθος όμως για το Δημοτικό, στους όρους του οποίου βρίσκεται η τοπικότητα και η εγγύτητα στο σπίτι και τη γειτονιά.

Ως προς τις μεταρρυθμίσεις στα Πανεπιστήμια δεν γίνεται ευθέως αντιληπτό πώς και γιατί η υπαγωγή  των πρυτανικών Αρχών κάτω από συμβούλια θα αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, αλλά δεν πειράζει. Η φιλοδοξία των συντακτών της Έκθεσης για το ελληνικό πανεπιστήμιο περιορίζεται στο στόχο της προσέλκυσης 100.000 αλλοδαπών φοιτητών από Ινδία και Κίνα. Προτείνει δηλαδή τα ελληνικά πανεπιστήμια να μπουν στον ανταγωνισμό με αυτά που διαφημίζονται ως «οικονομικά, φθηνά» πανεπιστήμια για ασιάτες και αφρικανούς φοιτητές, όπως εκείνα  της Βόρειας Κύπρου (αλλά και τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» της Κυπριακής Δημοκρατίας). Ελπίζω οι Έλληνες πανεπιστημιακοί να έχουν μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Η συζήτηση για τις υπόλοιπες προτάσεις όμως, όπως τριετή πτυχία, στα πέντε με μεταπτυχιακό και στα οκτώ με διδακτορικό, δηλ. πλήρης υποβάθμιση των σπουδών, έχει εν πολλοίς συζητηθεί την εποχή των «μεταρρυθμίσεων» Διαμαντοπούλου, οι οποίες ανατράπηκαν ως μη λειτουργικές ακόμη και από υπουργούς παιδείας της ΝΔ (Γ.Μπαμπινιώτης, Κ. Αρβανιτόπουλος). Θέτει όμως η Έκθεση το θέμα των φοιτητικών δανείων, ως εναλλακτική της ανάπτυξης ενός συστήματος φοιτητικής μέριμνας. «Στον αναγκαίο εξορθολογισμό της φοιτητικής μέριμνας μπορεί επίσης να συμβάλλει η εισαγωγή μηχανισμού άτοκων δανείων, με ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής (μετά την ένταξη στην αγορά εργασίας, από ένα ύψος εισοδημάτων και πάνω, χωρίς εμπλοκή τραπεζών) για την κάλυψη του κόστους διαβίωσης στη διάρκεια των σπουδών.» Χωρίς εμπλοκή τραπεζών, δεν είναι απολύτως κατανοητό. Ποιος θα χορηγεί και σε ποιον θα αποπληρώνονται τα δάνεια; Αλλά το ζήτημα είναι ότι τα φοιτητικά δάνεια στην Αμερική και στη Βρετανία είναι από τις μεγαλύτερες φούσκες χρέους, μετά το real estate, και βρόγχος  στο λαιμό εκατομμυρίων αποφοίτων.  Οι σπουδές ιστορίας, φιλοσοφίας και φιλολογία θα αφορούν πλέον στους πλούσιους γόνους. Οι προτάσεις αυτές όμως έχουν και μια αφανή πολιτική στόχευση πειθάρχησης του νεανικού πληθυσμού.

Μια από τις επτά βασικές δράσεις της Ευρωπαϊκή Έκθεσης Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αφορά στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων και την αναβάθμιση των δεξιοτήτων τόσο του πληθυσμού που εκπαιδεύεται όσο και του πληθυσμού συνολικά (Reskill and upskill – The adaption of education systems to support digital skills and educational and vocational training for all ages). Αυτό πράγματι σημαίνει τον ανασχεδιασμό της τεχνικής εκπαίδευσης έτσι ώστε τόσο να καλύπτει τωρινές επαγγελματικές ανάγκες της αγοράς, όσο και να προβλέπει τις μελλοντικές τάσεις, δημιουργώντας δεξιότητες που θα μπορούν να προσαρμόζονται στις μεγάλες τεχνοεπιστημονικές αλλαγές και στην πράσινη μετάβαση. Μια καλή ιδέα όμως μπορεί να θυσιαστεί στο  βραχυχρόνιο όφελος. Σύμφωνα με την Έκθεση Πισσαρίδη, «Όπως και στην περίπτωση των ανέργων, το σύστημα κατάρτισης των εργαζομένων θα πρέπει να στηρίζεται στον ιδιωτικό τομέα και να σχεδιαστεί με τα κατάλληλα κίνητρα»  (σ. 151).  Δεν πρόκειται μόνο για τυπική περίπτωση διοχέτευσης των δημόσιων πόρων στους σχολάρχες, αλλά για την αποκοπή της επαγγελματικής εξειδίκευσης από τον κορμό της εκπαίδευσης με βάση μακροχρόνιο σχεδιασμό και υπολογισμό των μελλοντικών τάσεων.   

Φορολογία

Στην έκθεση Πισσαρίδη δεν υπάρχει ούτε μια λέξη για τη φορολογία του μεγάλου πλούτου.[5]  Για τους συντάκτες της, το φορολογικό πρόβλημα της Ελλάδος περιορίζεται στην υπέρμετρη φορολόγηση της εργασίας. Αυτή είναι η προτεραιότητα, και επομένως, με βάση αυτή «ενδεχόμενη μείωση των φόρων στην κατανάλωση (και ειδικότερα στον ΦΠΑ και στην περιουσία), δεν κρίνεται ως εξίσου σημαντική προτεραιότητα» παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η χώρα με τους υψηλότερους έμμεσους φόρους στην Ευρώπη: Ελλάδα 17.1% – Ευρώπη 9,9%  (σ. 101-103). Δεν θα περίμενε βέβαια η Έκθεση να αναφερθεί στην φορολόγηση του κύκλου εργασιών στην Ελλάδα  των γιγαντιαίων  πολυεθνικών (google, amazon, facebook κλπ) από τις οποίες περνά ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών, παραγωγικών και καταναλωτικών μιας κοινωνίας.

 Η αυτοαπασχόληση ως στρέβλωση

Σύμφωνα με την Έκθεση, «υπερβολικά μεγάλο μέρος της εργασίας αφορά αυτοαπασχόληση, άτυπους τομείς της οικονομίας και εργασία με χαμηλά δηλωμένα εισοδήματα που εξαιρούνται από τη φορολογία… Το κόστος αυτής της στρέβλωσης είναι σημαντικό διότι ο άτυπος τομέας γενικά δεν προσανατολίζεται στις εξαγωγές (εκτός όταν αφορά τουριστικές ή διασυνδεδεμένες υπηρεσίες εμπορίου) και συγχρόνως παγιδεύει αξιόλογο εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να διοχετευθεί προς τους περισσότερο δυναμικούς και εξαγωγικούς τομείς». Είναι ενδιαφέρουσα η οπτική αυτή για ένα ιστορικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία στα 200 χρόνια της ύπαρξής της, δηλαδή την επιμονή της μοκροϊδιοκτησίας, είτε στην αγροτική παραγωγή είτε στις επιχειρήσεις. Η επιμονή της μικροϊδιοκτησίας, του μικρού κλήρου  και της μικρής επιχειρηματικότητας αποτελεί βεβαίως μία από τις αιτίες της επιβράδυνσης της παραγωγικότητας, χωρίς το αντίθετο να αποτελεί εγγύησή της. Ωστόσο εδώ αναφερόμαστε στο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας και, σε προέκταση, της φυσιογνωμίας της χώρας και του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Έφτασε στα όριά της αυτή η κοινωνία με την οικονομική κρίση; Η αγροτική μεταρρύθμιση (από το 1870 έως το 1923)  και η δημιουργία μικροϊδιοκτητών γης στην Ελλάδα υπήρξε προϋπόθεση της καπιταλιστικής της ανάπτυξης. Στην μεταπολεμική περίοδο ανάπτυξης το 80% αποτελούνταν από μικροεπενδύσεις. Αυτές εκτόξευσαν τους ρυθμούς ανάπτυξης. Τίθεται όμως το ερώτημα: Είναι αναντίστοιχος πλέον ο ελληνικός κοινωνικός μετασχηματισμός με το παγκόσμιο περιβάλλον; Η κρίση του 2010-2018 και η παρούσα πανδημία μαζί με τις προτάσεις της Έκθεσης αυτής σκοπεύουν στον περιορισμό αυτού του μικροαστικού χαρακτήρα διασποράς της ιδιοκτησίας και των οικονομικών δραστηριοτήτων. Εκείνο που προτείνει ο σχηματισμός εξουσίας είναι η καταστροφή ενός μεγάλου μέρους των μικροπαραγωγών και η προλεταριοποίησή τους. Όσοι επιζήσουν, προκειμένου να επιβιώσουν θα γίνουν μέρος των «διεθνών αλυσίδων αξίας», δηλαδή θα αναλάβουν υπεργολαβίες σε διεθνείς αλυσίδες.  Πρόκειται για κρίσιμες αποφάσεις. Είναι αυτό το τίμημα του εξευρωπαϊσμού; Θα προσεγγίσει  περισσότερο με ευρωπαϊκές χώρες η Ελλάδα με τις αλλαγές αυτές, ή θα μοιάσει με τις πρώην κομμουνιστικές χώρες, στις οποίες η καταστροφή της μικρής ιδιοκτησίας και επιχειρηματικότητας είχε συντελεστεί πριν από την κατάρρευση της κρατικής τους οικονομίας το 1989;    

Η στρατηγική της φτωχοποίησης του πληθυσμού

Αν διαβάσει κανείς την Έκθεση Πισσαρίδη, έχοντας στο νου του το απόφθεγμα του Ηράκλειτου πώς «ούτε λέγει, ούτε κρύπτει», καταλαβαίνει ότι η επιδίωξή της είναι μια σχεδόν ουτοπική μετατροπή της εργασίας σε ένα προϊόν με άπειρα ελαστική προσφορά. Είναι σχεδόν ουτοπική γιατί τέτοιο προϊόν δεν υπάρχει ούτε καν ως πρώτη ύλη. Σ’ ότι αφορά την εργασία, αυτό σημαίνει την απόλυτη φτωχοποίηση του πληθυσμού. Προτείνει μια  πολιτική που να  μειώνει το «κοινωνικό κόστος των απολύσεων»: Επί λέξει:   «προτείνουμε το επίδομα ανεργίας να μην είναι σταθερό και συνδεδεμένο με τον κατώτατο μισθό αλλά με τις προηγούμενες αμοιβές του ανέργου. Αυτό είναι απαραίτητο, ειδικά σε μία αγορά εργασίας με μεγαλύτερη κινητικότητα. Το επίδομα ανεργίας προτείνουμε όπως οριστεί στο 55% του μέσου μηνιαίου μισθού του ανέργου στα προηγούμενα 3 έτη». Αν ο κατώτατος  μισθός είναι 500 ευρώ, όπως στις περισσότερες επισφαλείς εργασίες, τότε  το επίδομα θα είναι 275 ευρώ!

Όσοι ζουν στην πραγματική κοινωνία, και όχι στην στατιστική αποτύπωσή της,  γνωρίζουν την άρνηση να προσληφθούν έγκυες. Όσοι πάλι παρατηρούν με ανησυχία τη στατιστική αποτύπωση της μείωσης του πληθυσμού, γνωρίζουν ότι από το 2010 οι γεννήσεις είναι λιγότερες από τους θανάτους. Ποιο το λογικό συμπέρασμα; Ενίσχυση της μητρότητας. Τι λέει η Έκθεση Πισσαρίδη;  «Καθώς οι τρέχουσες παροχές άδειας μητρότητας στο δημόσιο τομέα είναι περισσότερο γενναιόδωρες για τις μητέρες από τις προβλεπόμενες στον ιδιωτικό τομέα, θα πρέπει οι παροχές να εξισωθούν. Προσφέροντας περισσότερα οφέλη, ο δημόσιος τομέας ανταγωνίζεται αθέμιτα τον ιδιωτικό και ουσιαστικά χρησιμοποιεί χρήματα των φορολογουμένων για να στερήσει από τον ιδιωτικό τομέα ανθρώπινους πόρους που προσελκύονται στον δημόσιο τομέα».   

Το 2010, τον Οκτώβριο, ο κ. Πισσαρίδης είχε δημοσιεύσει 11 θέσεις για την ριζική αλλαγή στην ελληνική οικονομία, ακόμη πιο ρηξικέλευθες από τα Μνημόνια, πολλές από τις οποίες αποτυπώνονται και στην παρούσα Έκθεση. Τις προτάσεις μπορεί να τις δει κανείς εδώ:  (https://www.kathimerini.gr/economy/local/407553/protaseis-gia-mia-nea-anaptyxiaki-stratigiki/).  Στην θέσεις αυτές έλεγε «Οι προτάσεις μας στοχεύουν να αυξήσουν, έως το 2020, την παραγωγικότητα της εργασίας στο 120% του μέσου όρου της Ε.Ε.-27 και να δημιουργήσουν 1,2 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, απορροφώντας 800.000 νέους και 400.000 πλεονάζοντες από το Δημόσιο». Είμαστε τώρα σε αυτό το 2020, με τα αντίθετα από τα προβλεπόμενα, και περνώντας μέσα από μια πολύ μεγάλη καταστροφή που συντελέστηκε με αυτές ή παρόμοιες  συνταγές από το 2010.

Αθήνα 14.12.2020


[1] Αυτό άλλωστε είναι και το αντικείμενο της μελέτης των T. Mortensen and Christopher A. Pissarides “Job Creation and Job Destruction in the Theory of Unemployment”,  The Review of Economic Studies , Jul., 1994, Vol. 61, No. 3 (Jul., 1994), pp. 397-415, για την οποία ο κ. Πισσαρίδης έλαβε με άλλους δύο το βραβείο Νόμπελ. Η μελέτη αυτή μας λέει ότι ο αριθμός των ανέργων και ο αριθμός των κενών θέσεων εργασίας  δεν συμπίπτει. Μπορεί να υπάρχουν και πολλοί άνεργοι, και πολλές κενές θέσεις εργασίας.  Η διαπίστωση αυτή έχει την αξία της ως θεωρητικό μοντέλο. Θα περίμενε κανείς όμως μια εμπειρική επαλήθευσή της για την Ελλάδα. Ποιος ο αριθμός των ανέργων και ποιος των κενών θέσεων εργασίας. Εδώ σιωπή.

[2] Φανταστείτε έναν μέσον όρο ανάπτυξης για την τριακονταετία 1930-1960, ο οποίος περιλαμβάνει και τη δεκαετία 1940-1949, δηλ τα  χρόνια κατακρήμνισης της οικονομίας λόγω του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου.

[3] Λόης Λαμπριανίδης, «Καποιες πρώτες σκέψεις» https://www.enainstitute.org

[4] Επισημαίνεται ως μια από τις κύριες απουσίες από τον Νίκο  Χριστοδουλάκη  https://thesocialist.gr/nikos-christodoulakis-to-sxedio-pissaridi-den-einai-plano-organwsis-tis-oikonomias/

[5] Ν. Χριστοδουλάκης, Βήμα 6.12.2020

October 3, 2020

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 7μμ: Διαδικτυακή συζήτηση για το βιβλίο Ο ελληνικός εικοστός αιώνας.

Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας διοργανώνουν διαδικτυακή συζήτηση   για το βιβλίο, αλλά και με αφορμή το βιβλίο  ”Ο ελληνικός 20ός αιώνας” (Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2019), τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020 και ώρα 19:00.

Συζητούν οι ιστορικοί: Πολυμέρης Βόγλης, Έφη Γαζή, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ιωάννα Λαλιώτου, Δήμητρα Λαμπροπούλου και ο συγγραφέας Αντώνης Λιάκος.

Συντονίζει η δημοσιογράφος Μαριλένα Κατσίμη.

Η εκδήλωση θα διεξαχθεί μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας Zoom και θα μεταδοθεί παράλληλα από τη σελίδα των ΑΣΚΙ στο Facebook

https://www.facebook.com/askigr

 Για να παρακολουθήσετε την εκδήλωση στο Zoom, χρησιμοποιήστε τον ακόλουθο σύνδεσμο: https://zoom.us/j/99270270940

 Θα μεταδοθεί επίσης από την ιστοσελίδα των εκδόσεων Πόλις, καθώς και Antonis Liakos

https://www.facebook.com/askigr

https://www.facebook.com/antonis.liakos.98/

May 3, 2018

Ιστορία και μυθοπλασία

Κάποτε ο Πικάσο φιλοτεχνούσε το πορτρέτο μιας κυρίας που τον επισκεπτόταν, για τον λόγο αυτό, συχνά. Κάποια μέρα ο σύζυγος της, που ανησυχούσε, επισκέφτηκε το ατελιέ του ζωγράφου και του ζήτησε να   δει το πορτρέτο. Όταν ο ζωγράφος του αποκάλυψε τον κυβιστικό πίνακα, ο σύζυγος ανέκραξε λέγοντας: «Μα Non αυτή δεν είναι η γυναίκα μου!»  Και στην απορία του ζωγράφου «Πώς είναι η κυρία σας;» έβγαλε από το πορτοφόλι του μια μικρή φωτογραφία της. Έσκυψε και την κοίταξε με απορία ο Πικάσο και είπε: «Α, mon chéri, τόσο μικροσκοπική είναι η κυρία σας;»

Ο ζωγράφος αμφισβήτησε μια σύμβαση, τη φωτογραφική αληθοφάνεια. Αυτή    η σύμβαση   δεν είναι διαφορετική από την σχέση ανάμεσα στην ιστορία και στη μυθοπλασία. Και όμως, αν κάποιος τις συσχετίσει, αν πεί δηλαδή ότι πρόκειται για σύμβαση,  ξεσηκώνεται συνήθως μεγάλος κουρνιαχτός. Γιατί;

Διότι όπως έχουμε αποδεχτεί τη σύμβαση ότι μια τοσοδούλικη ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπως αυτές στην ταυτότητα, παραπέμπει σε ένα κανονικό πρόσωπο, επομένως δεν θέτουμε ερωτήματα σαν αυτό του ζωγράφου, έτσι υπάρχει μια βαθειά, ριζωμένη και διαδεδομένη πεποίθηση, καρφωμένη στις συνειδήσεις, ότι η ιστορία και το παρελθόν ταυτίζονται, επομένως μιλώντας για το ένα, αναφερόμαστε στο άλλο. Πού χωράει λοιπόν η μυθοπλασία;

Αυτή η σύγχυση επιτείνεται από την αμφισημία της λέξης ιστορία. Ιστορία ως η περιγραφή του παρελθόντος, αλλά και ιστορία ως το ίδιο το παρελθόν. Γιατί πώς να μιλήσεις για το παρελθόν, για το όποιο αντιληπτό παρελθόν, παρά με λόγια, δηλαδή εξιστορώντας το; Ιστορία λοιπόν είναι ο λόγος για το παρελθόν. Το μέρος προς το όλον.  Αυτή η μετωνυμική σχέση της ιστορίας με το παρελθόν, είναι ζήτημα σύμβασης, σύμβασης που λειτουργεί εντός συγκεκριμένων πολιτισμικών ορίων.

Απ’ τη   μια υπάρχει ένα τεράστιο, χαώδες παρελθόν, και από την άλλη οι μικρούτσικες αναπαραστάσεις του, οι μόνες με τις οποίες μπορούμε να αντιληφθούμε κάτι από αυτό. Από τη στιγμή λοιπόν που αποφασίζουμε να δημιουργήσουμε μια σφήνα ανάμεσα στο εξιστορούμενο αντικείμενο και στο ιστορούν υποκείμενο, πρέπει  να απαντήσουμε στο ερώτημα με ποιους τρόπους, με ποια εργαλεία, με ποιες συνήθειες, με ποια τέχνη οι λέξεις αγκαλιάζουν και ενδύουν αυτό το φευγαλέο παρελθόν. Πώς το μετατρέπουν σε φθεγγόμενο παρελθόν; Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως Ιστορία, έχει χαρακτηριστικά συγκεκριμένα: Έχει τη μορφή γραπτού κειμένου και όχι προφορικών ιστοριών˙ γράφεται σε πεζό και όχι σε έμμετρο λόγο˙ ο χρόνος της είναι γραμμικός και όχι κυκλικός˙ ο στόχος της είναι αυτό που μοιάζει πραγματικό και όχι ο μύθος˙ χρησιμοποιεί υποσημειώσεις και παραπέμπει στις πηγές που χρησιμοποιεί˙ ακολουθεί τους κανόνες και τη μεθοδολογία της έρευνας, δηλαδή εμπειρική επαλήθευση, συλλογισμοί, επαγωγή-απαγωγή κ.ο.κ. Αυτό τον τρόπο μαθαίνουν οι επίδοξοι ιστορικοί. Αλλά δεν τελειώσαμε εδώ.

Γιατί η περιγραφή, η γραφή της ιστορίας, ακόμη κι αν γίνεται με όλους τους κανόνες του επαγγέλματος, εξαρτάται από τα καλούπια που υπάρχουν στο μυαλό μας, πριν καν την αρθρώσουμε, μόνο με το να φανταστούμε αυτό που θέλουμε να γράψουμε. Και αυτά τα καλούπια δεν είναι ατομικά, είναι διϋποκειμενικά, είναι πολιτισμικά. Π.χ. η έννοια της προόδου και ο εξελικτισμός. Όταν μια κοινωνία είναι εμποτισμένη με αυτή την έννοια δυο αιώνες, η ιστορία περιγράφει αυτό που είναι καινούργιο και εκείνο που είναι παλιό, εκείνο που πάει μπροστά και εκείνο που αντιστέκεται. Αν επίσης βλέπεις την ιστορία ως ιστορία του έθνους ή του κράτους, αν την βλέπεις ως πορεία εκμοντερνισμού ή εκλογίκευσης, αν την βλέπεις ως πάλη των τάξεων, τότε υιοθετείς μύθους-καλούπια, τα οποία δεν προέρχονται από τα δεδομένα σου, αλλά πάνω στα οποία σμιλεύεται ο λόγος ακόμη και με την πιο ευσυνείδητη έρευνα. Με τους μύθους αυτούς βάζεις τάξη στο χάος των δεδομένων.

Ο Χέυντεν Χουάιτ, που το έργο του Metahistory είχε τεράστια απήχηση, μελετώντας ιστορικά και  φιλοσοφικά κείμενα που διαμόρφωσαν τον 19ο αιώνα μίλησε για τέσσερις τρόπους γραφής της ιστορίας: το έπος (ο θρίαμβος του καλού επί του κακού), την σάτιρα (η παγίδευση στο κακό), την τραγωδία και την κωμωδία, στην οποίες υπάρχει μια δυνατότητα χειραφέτησης από τις δυνάμεις που παγιδεύουν το υποκείμενο, στην μεν τραγωδία μέσω της καταστροφής του ήρωα αλλά της συνειδητοποίησης των δυνάμεων που δρουν, στη δε κωμωδία μέσω της συμφιλίωσης των αντιθέτων. Οι προσπάθειες, οι προσδοκίες, η συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων ή των αδιεξόδων, ο ρόλος του υποκειμένου σε σχέση με το περιβάλλον του, συστατικά στοιχεία της ιστορικής αφήγησης,  τίθενται διαφορετικά σε αυτούς τους τρόπους. Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι η μυθοπλασία δεν είναι ατομική επιλογή και ότι η ανάλυσή της υπερβαίνει τα όρια της βιογραφίας του συγγραφέα ή του ιστορικού που μελετάμε. Είναι σημαντική γιατί μας εκπαιδεύει στο να μπορούμε να διαβάζουμε μέσα από τις γραμμές και να καταλαβαίνουμε τις πολιτισμικές συναρμογές που διαμορφώνουν τη γραφή. Μερικές φορές αυτές οι συναρμογές είναι σημαντικότερες από το περιεχόμενο στο οποίο εμφανίζονται.

Επομένως, αν μας λέει κάτι ο όρος μεταμυθοπλασία δεν είναι η αναφορά σε κάτι που έπεται της μυθοπλασίας, αλλά η, κατά το δυνατόν, εποπτεία των μυθοπλασιών. Γιατί κάθε τι, ακόμη και η πιο απλή διαπίστωση, εμπεριέχει το μυθοπλαστικό στοιχείο, αθέατες συναρμογές. Ας επιστρέψουμε στην μικρή ιστορία της αρχής, ανάμεσα στην απούσα κυρία, τον ζωγράφο και τον σύζυγο. Αν εκείνη ήταν το αντικείμενο του πόθου, εκείνο που είχαν στα χέρια τους και αντάλλαζαν οι δύο άνδρες ήταν ο μύθος της, με τη μορφή του κυβιστικού πίνακα ή της μικροσκοπικής   φωτογραφίας της. Πώς ήταν όμως η κυρία;

 

 

Αυγή, 22.4.2018

March 19, 2018

Η αθηναϊκή δημοκρατία στο Κυρηνάλιο, ή τα Πέντε Αστέρια στην Ακρόπολη.

Άστραψαν  και βρόντηξαν με τις ιταλικές εκλογές οι κήρυκες  του ορθολογισμού και της αρετολογίας. Ο λαϊκισμός σε όλες τις κλίσεις  και   αριθμούς.   Και η  αριστερή μελαγχολία που έγινε αριστερή   κατάθλιψη. Ο Μαρκο Ρεβέλι θυμάται στην εφημερίδα  Μανιφέστο το …1948 (sic!):  «Και τότε ηττήθηκε η Αριστερά, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, δεν βρίσκουμε κόκκινες κουκίδες πια στον εκλογικό χάρτη!»  Εντούτοις,   το νέο κοινοβούλιο είναι το νεώτερο στην ηλικία που έχει υπάρξει ποτέ  στην Ιταλία ( μέσος όρος 44 χρόνια) και εκείνο όπου οι γυναίκες μετρούν πάνω από   ένα τρίτο. Και τι δεν ακούστηκε  όμως για τη σύνθεση του! Γκαρσόνια και κτηνοτρόφοι, ναυτικοί  και πληροφορικάριοι, άνθρωποι με   δουλειές του ποδαριού, κορίτσια της διπλανής πόρτας, χωρίς εμπειρία και   ανάλογο κύρος και βάρος για το κοινοβούλιο.

Τι συμβαίνει λοιπόν στην Ιταλία; Τι είναι αυτό το πρώτο κόμμα, το κίνημα των Πέντε Αστέρων; Τι λέει το πρόγραμμά του; Το πρόγραμμα είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο, άλλωστε όλο αυτό το κόμμα που δεν θέλει να λέγεται κόμμα αλλά κίνημα   πολιτών,  είναι βασισμένο, και ως ιδέα και επιχειρησιακά,  στο διαδίκτυο. Εντούτοις οι σχολιαστές των ελληνικών εφημερίδων δεν θέλουν να ξέρουν.

Ένα από τα πιο διασκεδαστικά (αλλά και κατατοπιστικά) πεντάστερα κείμενα  είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον νομπελίστα  θεατράνθρωπο Ντάριο Φο, τον Μπέπε Γκρίλλο, και τον Τζιανρομπέρτο Καζαλέτζιο,  με τίτλο «Ο Γρύλος τραγουδάει πάντα στο δειλινό» (Il Grillo canta sempre al tramonto). Ο τίτλος παραφράζει χιουμοριστικά, και παίζει ανάμεσα στην κυριολεξία και στις μεταφορές, από το όνομα του Γκρίλλο, έως την κουκουβάγια, που πετάει πάντα στο δειλινό, και που συμβολίζει την Αθήνα. Ο διάλογος αυτός,  όπως διατυπώνεται προγραμματικά, γράφηκε στο πρότυπο του διαλόγου του Λουκιανού (1ος  μ.χ. αιώνας) «Πλοίον ή ευχαί»  που είναι μια κουβέντα που γίνεται από τρεις φίλους (Λυκίνος, Σάμιππος και Τιμόλαος)   ανεβαίνοντας  από τον Πειραιά στην Αθήνα. Σχολιάζουν την αξιοθρήνητη κατάσταση των ελληνικών πόλεων εκείνης της εποχής και προτείνουν τις πιο τολμηρές, ακόμη και σουρεαλιστικές  λύσεις. Ειρωνεία, σαρκασμός, ουτοπία.

Ο περιπατητικός διάλογος ξεκινά με αναφορά στον Ερατοσθένη που με απλούς αλλά τολμηρούς  συλλογισμούς και παρατηρήσεις μέτρησε την περιφέρεια της γης. Το μήνυμα: πώς να σκεφτούμε πέρα από τα κοινώς παραδεδεγμένα.   Τερματισμός του περιπατητικού διαλόγου σ’ ένα μπαρ στους  πρόποδες της Ακρόπολης, όπου οι τρεις φίλοι, πίνοντας την μπύρα τους,  ακούν προσεκτικά τον επιτάφιο του Περικλή, που εξηγεί τη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας, που παρατίθεται στον επίλογο. Η άμεση δημοκρατία είναι εφικτή στην εποχή του διαδικτύου,  η οικολογία είναι  απαραίτητη για την βιωσιμότητα του πλανήτη , η αντίθεση στην επαγγελματική πολιτική προϋπόθεση της δημοκρατίας των πολιτών. Η υποστήριξη των μικρών παραγωγών και η απελευθέρωσή τους από το κράτος, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα,  η επανεγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού με επιμερισμό του βάρους σε όλη την Ευρώπη,  η ανάδειξη των πρωτοβουλιών των πολιτών στην ψήφιση νόμων, διευκόλυνση των δημοψηφισμάτων για όλα τα κρίσιμα ζητήματα περιλαμβανομένων και των οικονομικών, αλλά και δυσπιστία στα κόμματα και εμπιστοσύνη στην  άμορφη κοινωνία των πολιτών,  αυτές  είναι σε γενικές γραμμές οι ιδέες που περνούν από τον διάλογο. Ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας που θυμίζει έντονα την κάτω   πλατεία Συντάγματος του 2011, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του προεκλογικού προγράμματος του Σύριζα. Δεν αυτοπροσδιορίζεται ως  αριστερό, άλλωστε ένα από τα συνθήματα είναι «δεν υπάρχουν ιδέες αριστερές και δεξιές, υπάρχουν ιδέες καλές και κακές».    Θυμίζουν αυτά κινήματα αντιπολιτικής;  Αν καταλαβαίνει κανείς την πολιτική ως την τεχνολογία της μεταδημοκρατίας, σίγουρα ναι. Αλλά αυτό που σ’ ερωτά εμμέσως και αμέσως είναι «τι είναι πολιτική στη δημοκρατία, και τι είναι δημοκρατική πολιτική, τι σημαίνει πολίτης, και πώς ασκούν οι πολίτες πολιτική;»

Το ύφος  του διαλόγου, δηλαδή η μίμηση του σατυρικού αρχαίου διαλόγου   έχει ενδιαφέρον ως προς  το μήνυμα που στέλνει: Σταματήστε να μιλάτε με σοβαροφάνεια, ακούστε πολλές ιδέες, μπορεί να σας φαίνονται μερικές απλοϊκές, άλλες ανεδαφικές. Ίσως και να είναι. Αλλά χρειάζεται ένας άλλος τρόπος να γίνει πολιτική σήμερα, υπάρχουν τα μέσα και οι δυνατότητες. Και η ανάγκη βέβαια. Σε μια Ιταλία που η μια οικογένεια στις τέσσερις βυθίζεται στη φτώχεια, που η ανεργία στον ιταλικό νότο  προσεγγίζει ελληνικά ρεκόρ, που οι εργάτες ψηφίζουν Λέγκα του Βορρά γιατί τους μετανάστες δεν τους στέλνουν εκεί που ζουν οι πλούσιοι αλλά οι φτωχοί, σε μια Ιταλία χωρίς ελπίδα, όπου ξηλώθηκε η μεταπολεμική κομματοκρατία αλλά η επιχείρηση «καθαρά χέρια» κατέληξε στον Μπερλουσκόνι και η μεταδημοκρατία θριάμβευσε με εξωκοινοβουλευτικές λύσεις με τη συναίνεση   Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς, πώς αλλιώς να μιλήσει  κανείς διαφορετικά  από τον  Λουκιανό;

Δεν ξέρω που θα καταλήξει όλο αυτό. Σημασία όμως έχει να ακούμε προσεκτικά,  χωρίς καταδικαστικούς αφορισμούς.

ΕφΣυν 19.3.2018

March 18, 2018

Ιστορικές μεσοτοιχίες

Στη Δημοκρατία της Μακεδονίας   έχει μπει στο στόχαστρο της κριτικής   ο «εξαρχαϊσμός» ή η «αρχαιολογικοποίηση» της χώρας, δηλαδή οι συχνές-πυκνές αναφορές στην  καταγωγή  από τους  αρχαίους Μακεδόνες και τον Αλέξανδρο. Ευθύνες για την καλλιέργεια αυτών των αντιλήψεων αποδίδονται  και στους  Έλληνες πατριαρχικούς, τέλη 19ου –αρχές 20υ αι. Προκειμένου να αποσπάσουν τους Σλαβομακεδόνες από την επιρροή των Βουλγάρων και τη Βουλγαρική σχισματική εκκλησία,  τους βεβαίωναν  πως  ήταν απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.  Αλλά και οι Βούλγαροι διεκδικούσαν αυτή την   κληρονομιά. Ο  Γκεόργκι Ρακόφσκι, από τους πατέρες του βουλγαρικού έθνους,   όταν σπούδαζε στην Αθήνα εξελλήνισε το όνομά του ως Γεώργιος Μακεδών. Ο βούλγαρος στρατηγός Κύρκοφ εξέδωσε   προκήρυξη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καλώντας τους στρατιώτες του να  «ξαναζωντανέψουν τη φήμη του μεγάλου βούλγαρου Αλέξανδρου». Τον Αλέξανδρο τον θεωρούσαν ως πρόγονό τους και οι Αλβανοί. Ο βασιλιάς Ζόγου έκοψε, το 1926, νομίσματα με την εικόνα του (το λέκ, από το Αλέξανδρος). Ωστόσο δεν ήταν ο Αλέξανδρος η μόνη διεκδικούμενη προσωπικότητα στα Βαλκάνια.     Τον Μάρκο Μπότσαρη, τον διεκδικούν και οι Αλβανοί, ως συγγραφέα του ελληνοαλβανικού λεξικού,   οι Βούλγαροι ως Bodjar,  ακόμη και οι Ρουμάνοι ως Marcu Botzari,  που μιλούσε κουτσοβλάχικα. Ωστόσο δεν είναι μόνο στα Βαλκάνια που έναν ήρωα τον διεκδικούν περισσότεροι λαοί. Τον Ανταμ Μικίεβιτς, το    εθνικό  ποιητή των Πολωνών, τον διεκδικούν και οι Λιθουανοί, ως το άνθος του λιθουανικού πνεύματος. Και μια ο λόγος για ποιητές, όταν έγινε η μετακομιδή των λειψάνων του Ούγκο Φώσκολο,  στη Βασιλική  του Σάντα Κρότσε στη Φλωρεντία, το 1871, ο Έλληνας πρεσβευτής δεν παρέστη γιατί η Ελλάδα τον διεκδικούσε ως Έλληνα ποιητή, συμπατριώτη άλλωστε του Κάλβου και του Σολωμού.

Τα παραδείγματα αυτά, που μπορούν να πολλαπλασιαστούν με αναφορές σε διεκδικούμενα σύμβολα, τραγούδια, θρύλους, ονόματα περιοχών, πόλεων, αγίους, γλώσσες, αλφάβητα, καλλιτεχνικά μοτίβα κλπ,  αποτελούν   ιστορικές μεσοτοιχίες.  Μεσοτοιχίες  που ενώνουν   και χωρίζουν.  Ανάμεσα στην Νορβηγία και στη Σουηδία, υπήρχαν εκατό χρόνια συμβίωσης. Μετά τη διάλυσή της,  κάθε χώρα διεκδικεί με διαφορετικό τρόπο την εξιστόρησή της. Με τον ίδιο τρόπο η Αυστροουγγαρία,   έχει γεννήσει διαφορετικές και αντιτιθέμενες ιστορίες όχι μόνο ανάμεσα στις διάδοχες χώρες,     αλλά και στο εσωτερικό τους.     Ιστορικές μεσοτοιχίες ανάμεσα στη Γερμανία και την Αυστρία, ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία (Αλσατία και Λωρραίνη), ανάμεσα στη Γερμανία και τη Δανία (Σλεσβιχ-Χολστάϊν), ανάμεσα στην Γερμανία και την Πολωνία, ανάμεσα στη Φιλανδία και τη Ρωσία (Καρελία), ανάμεσα στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία (Τρανσυλβανία) και βέβαια πολλές στα Βαλκάνια, ανάμεσα σε Ελλάδα,     Τουρκία  και   Βουλγαρία   (λ.χ. ιστορική Θράκη). Κοινές κληρονομιές, αμφισβητήσεις, σφετερισμοί,    επικαλύψεις,  υβριδικές    και μεταβατικές ταυτότητες,   γραμμένες  πότε με μελάνη, πότε με αίμα.

Αλλά και κληρονομιές αδιάθετες. Ποιος διεκδικεί    τους ελληνόφωνους, αλβανόφωνους, βλαχόφωνους και σλαβόφωνους Μπεκτασήδες, τους Ντονμέδες της Θεσσαλονίκης, τους Λινοβάμβακους ή Κλωστούς της Κύπρου, τους Οφλίτες, ή Σταυριώτες ή Κρωμλήδες του Πόντου; Μεταξύ χριστιανισμού και ισλαμισμού, μεταξύ εβραϊσμού και ισλαμισμού, ή   ξεχωριστές θρησκείες;  Με ποια κριτήρια  εθνικά ή θρησκευτικά θα   ταξινομούσε  κανείς τους Γκαγκαούζους των Βαλκανίων, τους Καραμανλήδες της Καππαδοκίας,  τους  Λαζούς και τους Μπαφραλήδες των ορεινών περιοχών του Πόντου, τους  Κονιαραίους ή τους Καρατζοβαλήδες της Μακεδονίας, τους τουρκόφωνους ή αραβόφωνους Αλεβίτες της Ανατολίας, τους Κιζίλμπασηδες,   τους Γιουρούκους, τους Πομάκους, τους Ζεϊμπέκες, τους Κιρκάσιους, τους Βόσνιους,     τους Αθιγγάνους, τους Τουρκοκρητικούς, τους Βαλαάδες, τους Τουρκογιαννιώτες ή τους Τσάμηδες, τους Μαρωνίτες, τους Χαλδαίους και τους Προχαλκηδόνιους, ή τους Μελχιταριστές;  Παράξενα και ξεχασμένα ονόματα, ωστόσο στις αρχές του 20ου αιώνα προσδιόριζαν ταυτότητες.

Και καλά, όλες αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες αποτελούνταν από  ανθρώπους που δεν είχαν αποκτήσει   συνείδηση της γλώσσας, του πολιτισμού και της ιστορίας τους. Αλλά οι μορφωμένοι;  Ο Σάμι Φράσερι (Sami  Frashëri ή  Şemseddin Sami) ήταν ένας Αλβανός Οθωμανός αξιωματούχος που υποστήριζε και την μακροημέρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και την ευημερία της Αλβανίας κάτω από τις φτερούγες της. Ο Οττο Μπάουερ ήταν ένας Βιεννέζος σοσιαλιστής, ο οποίος ήθελε τα έθνη ως κοινότητες που θα έχουν την ευθύνη της ηθικής και πολιτισμικής τους ανάπτυξης να συνυπάρξουν στο περίβλημα    των μεγάλων αυτοκρατοριών. Ακόμη και το ίνδαλμα των ελλήνων εθνικιστών,  ο Ίων Δραγούμης ενάλλασσε με το ίδιο πάθος   κοσμοπολιτισμό και εθνική ανωτερότητα. Παρόμοιες τάσεις δεν ήταν καθόλου περιθωριακές. Ο «ελληνοοθωμανισμός»  ήταν μια τάση κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ανάμεσα στα ηγετικά στρώματα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης,     σύμφωνα με την  οποία  το μέλλον υπαγόρευε τη συνεργασία του ελληνικού και του οθωμανικού στοιχείου μέσα στο πλαίσιο μιας ενιαίας αυτοκρατορίας. Η επανάσταση των Νεοτούρκων, 1908, και η προσδοκία συνταγματικής μεταβολής της Οθωμανική αυτοκρατορίας  θεωρούνταν, από   τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που σε λιγότερο από τρία χρόνια θα ηγείτο του πολέμου εναντίον της, ως «μετριόφρων πραγμάτωσις της ελληνικής Μεγάλης Ιδέας»!

Τι μας λένε όλα αυτά; Να αντιμετωπίζουμε φιλικά και όχι εχθρικά τις μεσοτοιχίες.

ΕφΣυν 5.3.2018

March 18, 2018

Η κλοπή της Ιστορίας

«Οι Σκοπιανοί μας κλέβουν την ιστορία», είναι ένα από τα συνθήματα που ακούγονται αναφορικά με το μακεδονικό ζήτημα. Παραδόξως δεν ακούγεται το σύνθημα «Οι Τούρκοι μας κλέβουν την ιστορία» (προβολή αρχαίων και βυζαντινών μνημείων στις τουριστικές διαφημίσεις τους), ή ότι «οι Γερμανοί μας κλέβουν την ιστορία», γιατί  αν ένα έθνος έκανε υπερδανεισμό ελληνικής ιστορίας, από τον 19ο αιώνα, είναι το γερμανικό. Αλλά τι «κλέβουν»;

 

Ο ίδιος ο όρος «ιστορία» δεν έχει ένα μόνο νόημα. Τι σημαίνει   «έχω ιστορίες» ή  «Ιστορία μου, αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο»; Τι σημαίνει η λέξη ιστορία στις  φράσεις «το ιστορικό κέντρο της Αθήνας», «ο ναός ιστορήθηκε το 1650», «η ιστορική ηγεσία του  κόμματος», το «ιστορικό μυθιστόρημα», «το ιστορικό του ασθενούς»; Τι κοινό και ποιες διαφορές έχουν όλες αυτές οι χρήσεις της λέξης ιστορία;

 

Δύο από τις επικρατέστερες ερμηνείες: Η ιστορία ως όσα συνέβησαν, δηλ το παρελθόν,  και η ιστορία ως η εξιστόρηση των όσων συνέβησαν.   Ποιά είναι η διαφορά;  Η έρευνα, η νοητική αναπαράσταση, η γραφή, η ένταξη στα παροντικά συμφραζόμενα  διαμεσολαβούν, δημιουργούν διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες πολλαπλασιάζονται γιατί οι αναγνώστες ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τον τρόπο σκέψης   καταλαβαίνουν διαφορετικά και αποδίδουν διαφορετικές ερμηνείες στα κείμενα που διαβάζουν. Αυτά τα ενδιάμεσα στάδια της γραφής και της ανάγνωσης ονομάζονται «διαμεσολαβήσεις». Η διαμεσολάβηση οδηγεί σε διαφορετικές εκδοχές. Οι εκδοχές δεν περιλαμβάνουν μόνο διαφορετικές ερμηνείες και αξιολογήσεις των όσων συνέβησαν, αλλά και διαφορετικές σειρές γεγονότων. Παρουσίες και απουσίες. Ένα παράδειγμα. Ας σκεφτεί ο καθένας την προσωπική του ιστορία.  Σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του, άλλοτε   δίνει το ένα νόημα, άλλοτε το άλλο. Άλλοτε «θυμάται» ορισμένα γεγονότα και άλλοτε τα «ξεχνά». Ας δοκιμάσει να γράψει για την ιστορία του. Η πράξη της γραφής, αυτή καθ’εαυτή, θα τροποποιήσει την εικόνα που θέλει να περιγράψει. Όπως στα όνειρα. Δοκιμάζοντας να περιγράψει κανείς ένα όνειρο, το τροποποιεί γιατί το βάζει στην πειθαρχία της γλώσσας, στην χρονική διαδοχή, στους περιορισμούς των εκφραστικών δυνατοτήτων. Δηλαδή προσπαθώντας να  περιγράψουμε ένα όνειρο, στην πραγματικότητα το κατασκευάζουμε. Στο τέλος θεωρούμε ότι το όνειρο που είδαμε είναι εκείνο που περιγράψαμε. Κάτι ανάλογο  συμβαίνει και με την εξιστόρηση του παρελθόντος. Περιγράφοντάς το, το  «κατασκευάζουμε».

Πώς «κατασκευάζεται» η ιστορία; Με τις έννοιες και τα  διανοητικά εργαλεία που διαθέτει κάθε εποχή. Με τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς της γλώσσας και του πολιτισμού. Καλό  παράδειγμα, είναι ο τρόπος που άλλαξε η ιστορία της ελληνικής αρχαιότητας,  μέσα από τις διόπτρες των βυζαντινών χρονογράφων, των ουμανιστών της Αναγέννησης  και των Ελλήνων του 19ου αιώνα. Κατασκευή όμως δεν σημαίνει επινόηση. Και στις τρεις εποχές διάβαζαν Ηρόδοτο, Θουκυδίδη και Ξενοφώντα. Τους αντιλαμβάνονταν όμως διαφορετικά.   Κατασκευή δεν σημαίνει   αυθαιρεσία ή χάλκευση. Η ίδια μελωδία   ακούγεται διαφορετικά ανάλογα με το όργανο, τον εκτελεστή, την εποχή, το χώρο κλπ.     Γιατί όμως οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την ιστορία; Τι θέλουν να μάθουν; Διαφορετικά πράγματα.

Θέλουν να μάθουν πώς διαμορφώθηκε η εποχή τους,   το τώρα από το πριν. Ή θέλουν να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους, να αυτό-επιβεβαιωθούν. Γιατί η ιστορία λειτουργεί ως καθρέφτης μέσα από την οποία ένα έθνος, όχι μόνο απολαμβάνει τον εαυτό του,   αλλά προωθεί την κοινωνική συνοχή καθρεφτίζοντας τα διάσπαρτα και διαφορετικά μέλη του στον ίδιο καθρέφτη, διαδίδει  βασικές    ιδέες και κανόνες συμβίωσης, δημιουργεί, αλλάζει ή ενισχύει την ταυτότητά του.

Πολλοί πιστεύουν ακόμη ότι η ιστορία παραδειγματίζει  ότι «είναι  φιλοσοφία που  διδάσκει με παραδείγματα» (Διόδωρος Σικελιώτης). Για άλλους η γνώση της ιστορίας έχει το χαρακτήρα πολιτισμικής (και επομένως κοινωνικής) διάκρισης. Οι “μύστες” της γνώσης. Όχι λίγοι, βρίσκουν παρηγοριά στην ιστορία, αν μάλιστα η προσφορά ιστορίας συνοδεύεται και από ηθικές κρίσεις, ακόμη καλύτερα. Η λογοτεχνία διαβάζεται ως ιστορία κα η ιστορία ως λογοτεχνία. Η ιστορία ως απόλαυση, ως αντικείμενο του πόθου, διεκδίκησης, πόνου, ζηλοτυπίας, επιθετικότητας.

Αλλά και η ιστορία ως καταπολέμηση   στερεοτύπων και προκαταλήψεων. Μια κοινωνία συσσωρεύει μύθους και στερεότυπα για το παρελθόν το δικό της και των άλλων, τα οποία τα θεωρεί ως αυτονόητες ιδέες. Η ιστορική γνώση μπορεί να δείξει  αν αυτές οι ιδέες   ανταποκρίνονται στα πράγματα.  Επίσης η ιστορία ως γνώση της «ετερότητας». Αν η γνώση του παρελθόντος είναι μια εκπαίδευση στο να σκεφτόμαστε κοινωνίες και πολιτισμούς διαφορετικούς από τους σημερινούς, μας καθιστά περισσότερο ευαίσθητους και ικανότερους στο να κατανοούμε το διαφορετικό, στη σύγχρονη κοινωνία. Να κατανοούμε δηλαδή λαούς και κοινωνικές ομάδες διαφορετικές από τις δικές μας. Τέλος,   ξεχασμένη πια χρήση, είναι η γνώση της ιστορίας για την αλλαγή της κοινωνίας.

Πολλές απαντήσεις, γιατί ιστορία δεν είναι η γνώση των γεγονότων. Ο στρατηγός Φραγκούλης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Μπουτάρης, μπορεί να γνωρίζουν  το ίδιο καλά τα ιστορικά γεγονότα. Αντιπροσωπεύουν όμως διαφορετικές, και διακριτές, ιστορικές κουλτούρες.

 

 

ΕφΣυν 20.2.2018