May 17, 2015

Εκπαίδευση: Χρειάζονται τολμηρές πρωτοβουλίες

Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η εκπαίδευση ήταν μια άσκηση στην ουτοπία και στο ιδεώδες. Επεδίωκε την καθολική και αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας, τη χειραφέτηση από τους πνευματικούς καταναγκασμούς, την καλλιέργεια της νοημοσύνης και της ανεξάρτητης σκέψης, του χαρακτήρα και των αρετών. Στην εκπαίδευση προβάλλονταν σχεδιασμοί κοινωνικής αρμονίας, καλλιέργειας της ελευθερίας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Καρδιά των σχεδιασμών ήταν η εμπιστοσύνη στις ανθρώπινες ιδιότητες, και μάλιστα πριν καταστραφούν, όταν ακόμη άνθιζαν στην παιδική ηλικία. Ο δάσκαλος, ως φιγούρα και έννοια, παρέπεμπε σε μια κοινότητα οικειότητας στην οποία η γνώση δεν ήταν συσσώρευση πληροφοριών και δεξιότητες αλλά φωτισμός του νου. Οι παιδαγωγοί, και οι εκπαιδευτικοί μεταρρυθμιστές θεωρούνταν οι δημιουργοί μιας καινούργιας κοινωνίας, φορείς ελπίδας. Η παράδοση του Κοραή, του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, του Παπανούτσου.
Πού φτάσαμε σήμερα; Η εκπαίδευση θεωρείται όχι κοινωνικό αγαθό αλλά υπηρεσία. Εκπαιδευτικό ιδεώδες έγινε η ανταγωνιστικότητα, η μέτρηση, οι αλλεπάλληλες εξετάσεις, το κομμάτιασμα της γνώσης, η ψευδώνυμη αριστεία, η απόκτηση δεξιοτήτων, η προσαρμοστικότητα στην αγορά. Η εκπαίδευση καταλήφθηκε και καταλύθηκε από τεχνοκράτες, μάνατζερς, επιχειρηματίες, καθηγητές των πολιτικών διαδρόμων. Έγινε δεξαμενή του άγχους, και των απωθημένων των μεσαίων τάξεων, επιδίωξης κυριαρχίας και διάκρισης, απύθμενου ανταγωνισμού. Ο κυνισμός νίκησε το ιδεώδες, η πειθαρχία την ελευθερία, η υστερία την ελπίδα. Ο τεχνοκρατισμός και ο διευθυντισμός αντικατέστησαν την κοινότητα, ο αποκλεισμός την ενσωμάτωση. Η γνώση άδειασε από το ανθρωπιστικό της περιεχόμενο.
Στη μεταπολεμική Ελλάδα η γνώση, ως αίτημα και μαζί ως επιδίωξη κοινωνικής αναβάθμισης, απέκτησε διαστάσεις κοινωνικού κινήματος που διέτρησε το περιοριστικό πολιτικό πλαίσιο και συναίρεσε πολλά και διαφορετικά αιτήματα, διαπερνώντας οριζοντίως ιδεολογίες. Από τις κινητοποιήσεις των μαθητών νυχτερινών σχολείων και το κίνημα του 15% για την Παιδεία έως τις μεταρρυθμίσεις του Παπανούτσου, από τις φοιτητικές αντιδικτατορικές οργανώσεις έως το Πολυτεχνείο 1973, δημιουργήθηκε μια ισχυρή παράδοση που συνεχίστηκε και εν πολλοίς έδωσε τον τόνο στην Μεταπολίτευση. Το καλό μαζί με το κακό, το ιδεώδες μαζί με το ιδιοτελές. Ήταν σαν μια επανάσταση που δεν γεννήθηκε, αλλά κακοφόρμησε, δημιουργώντας θανάσιμες επιπλοκές στο μητρικό σώμα.
Έπειτα έφτασε η ώρα των χειρούργων. Αν τα Μνημόνια αποτελούσαν εργαλεία πειθάρχησης και μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, η εκπαίδευση επιλέχθηκε ως το πρώτο πεδίο σύγκρουσης. Το δράμα όμως είναι ότι δεν ήρθε το καλό να αντικαταστήσει το κακό, αλλά ούτε το κακό να αντικαταστήσει το καλό. Αυτό άλλωστε είναι και το δράμα της ελληνικής κοινωνίας στην κρίση που διέρχεται. Δεν ήταν ένας υγιής οργανισμός που του έδωσαν κακό φάρμακο, ούτε οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις είναι ένα καλό φάρμακο για έναν άρρωστο οργανισμό. Ο νόμος Διαμαντοπούλου ήταν ένας κακός νόμος, που στηρίχθηκε σε ιδεολογήματα άσχετα με την πραγματικότητα, παρασιτικές έννοιες-συνθήματα που απορρόφησαν και εξέφρασαν τα καταστροφικά άγχη της μεσαίας τάξης, μεταμορφώνοντάς τα σε μίσος απέναντι στον προηγούμενο εαυτό της. Γι αυτό άλλωστε και ο προεξάρχων ρόλος των πρώην αριστερών. Το αντίθετο στρατόπεδο, εξέφραζε μεν αγωνίες για ένα δημόσιο αγαθό που χάνεται, αλλά όχι μια σύλληψη του καινούργιου, δηλαδή των μεγάλων αλλαγών της εποχής και τη σύνθεση τους με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της παιδείας. Γι αυτό και κανένα, μα κανένα από τα κρίσιμα ζητήματα της εκπαίδευσης δεν αντιμετωπίστηκε. Οι λεγόμενες μεταρρυθμίσεις ήταν ένας ξένος κορσές, όπως αυτοί που προτείνονται δια πάσαν νόσον, οπουδήποτε της γης, από τους τεχνοκράτες των διεθνών οργανισμών.
Ο νέος Υπουργός Παιδείας δεν είναι επαγγελματίας της πολιτικής, από υπουργείο σε υπουργείο. Είναι ένας φιλόσοφος, με βάθος σκέψης, με άποψη για την παιδεία, συμφωνείς δεν συμφωνείς. Το πρώτο δείγμα γραφής ήταν προς την κατεύθυνση φρεναρίσματος της καταστροφής και ανασυγκρότησης της εκπαιδευτικής κοινότητας. Και η εκλογή διευθυντών σχολείων από το σύλλογο των διδασκόντων, και η προσπάθεια επανεγκατάστασης της εμπιστοσύνης και της δημοκρατίας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Αλλά προσοχή! Το καλό δεν είναι αμιγές κακού. Η ανασυγκρότηση της δημοκρατίας πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση, όχι μόνο απέναντι στις κατσαρόλες των βορείων προαστίων που υπερασπίζονται τη φασολάδα γιατί ενδιαφέρονται για το φιλέτο, αλλά και απέναντι στην κατάληψή της από τα εσωτερικά συντεχνιακά συμφέροντα και τις κομματικές λογικές, που έως εδώ, δεν αποφεύχθηκαν. Προπαντός χρειάζεται τολμηρή ανασυγκρότηση του υπάρχοντος, όχι επιστροφή στην προ καταστροφής περίοδο.
Οι δυο πρώτες βαθμίδες πρέπει να γίνουν πεδία πειραματισμών προς την κατεύθυνση της σφαιρικής εκπαίδευσης, αλλά το πώς θα αποσπασθούν τα παιδιά και το σχολείο από το άγχος των οικογενειών, το πώς θα υποκινηθεί η δημιουργικότητα στο δάσκαλο, είναι μέγα ζήτημα. Η εγκύκλια εκπαίδευση έχει βουλιάξει στο τέλμα εδώ και δεκαετίες. Έχει πάψει να αναρωτιέται τι είδους πολίτες δημιουργεί. Τον αναστοχασμό τον αντικατέστησαν τεχνοκρατικές αξιολογήσεις και μετρήσεις. Η ανώτατη εκπαίδευση θέλει τολμηρό ανασχεδιασμό πανεπιστημίων, σχολών και τμημάτων. Καμιά μεταρρύθμιση δεν μίλησε έως τώρα για τον πυρήνα της διδασκαλίας, για το πρόσωπο με πρόσωπο σεμινάριο, για την κατάργηση των αμφιθεάτρων, για τη δυνατότητα των φοιτητών να χτίζουν ελεύθερα το πρόγραμμά τους, για τον συνδυασμό επιστημονικών πεδίων.
Η Ελλάδα έχει την τύχη να έχει μεγάλο και υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό. Χρειάζεται να ενσωματωθεί στο πανεπιστήμιο, υπερβαίνοντας τη διάκριση ανάμεσα στους εντός με προνόμια, και στους εκτός με προσόντα αλλά χωρίς πρόσβαση. Το Πανεπιστήμιο πρέπει να επικοινωνεί συνεχώς με την έρευνα, η εκπαίδευση με τον πολιτισμό. Η δημοκρατία στο πανεπιστήμιο έχει έννοια όταν δεν κατακερματίζεται σε μικρές τυχαίες μονάδες. Είναι περιττή σπατάλη η Ακαδημία με τη σημερινή μορφή της, και θα άξιζε να μεταμορφωθεί σε ένα μεγάλο ερευνητικό κέντρο διεθνούς εμβέλειας, στρατολογώντας νέους ερευνητές. Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να προχωρήσει με τολμηρά βήματα, διεμβολίζοντας τις πολιτικές και παραταξιακές γραμμές προς μεγάλες συνθέσεις με άξονα ποια παιδεία θέλουμε. Τα μεγάλα έργα είναι μπροστά μας, αφορούν την ανασυγκρότηση της χώρας, τη συγκρότηση νέου παραδείγματος. Σ’ αυτά θα κριθεί η κυβέρνηση και το καινούργιο πνεύμα που θέλει να φέρει. Πόλεμος στρατηγικών κινήσεων χρειάζεται, όχι χαρακωμάτων.

April 26, 2015

Η συλλογική μνήμη. Σημειώσεις μιας εισήγησης

«Ποιος και πώς ορίζει την ιστορική μνήμη;»
δημόσια συζήτηση με ελεύθερη είσοδο
από το Mουσείο Κυκλαδικής Τέχνης
και το Ιρλανδικό Ινστιτούτο Ελληνικών Σπουδών
Δευτέρα 27 Aπριλίου, 19.00
Αντώνης Λιάκος: Σχεδιάγραμμα της εισήγησης

1. Τι δεν θα συζητήσουμε: Ο σκληρός δίσκος της Μνήμης
Η μνήμη στο DNA ενός οργανισμού. Εγκέφαλος, νευρώνες-εμπειρίες ανθρώπινων ομάδων.
Συλλογική μνήμη αποθηκευμένη στην κοινωνία; Πού;
(Ληξιαρχείο, υποθηκοφυλακείο, ο χάρτης ιδιοκτησίας, αρχεία τραπεζών αποθήκευση και διαχείριση ηλεκτρονικών πληροφοριών. Η μνήμη του υπολογιστή )
Η ιστορία μέρος της μνήμης μιας κοινωνίας.

2. Διαφορές μνήμης και ιστορίας.
• Πώς διαβάζεται το βιβλίο της ιστορίας και πώς το βιβλίο της μνήμης.
• Η εμμεσότητα της ιστορίας, ιστορικότητα, παρελθοντικότητα του παρελθόντος ↔ Η αμεσότητα της μνήμης
• Συναίσθημα και λογική επεξεργασία. Η έννοια της ιστορικοποίησης. Προσδοκία και εκπλήρωση
• Το ιστορικό και το πρακτικό παρελθόν

3.Πολλαπλότητα των όρων για τη μνήμη
Βιωμένη μνήμη και μαθημένη μνήμη
Συλλογική μνήμη, τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, η μνήμη ως συλλογική διαδικασία
Πολιτισμική μνήμη (cultural memory)/επικοινωνιακή μνήμη
Δημόσια μνήμη, Κυριαρχη μνήμη, αντι-μνήμη
Διαιρεμένη μνήμη

4.Μνημονικές κοινότητες – Τόποι μνήμης
Πιέρ Νορά τόπο μνήμης είναι οτιδήποτε (μνημείο, μουσείο ακόμη και αρχείο) που έχει αποκτήσει για την κοινότητα συμβολικό χαρακτήρα. Η λειτουργία του συνίσταται στο να διαμορφώσει τη μνήμη με τρόπο που να ανταποκρίνεται μια επιλεκτική και αναλλοίωτη (σταθερή) εκδοχή του παρελθόντος
Ο χώρος μπορεί να φιλοξενεί πολλές μνημονικές κοινότητες, όπου οι μνήμες της μιας κοινότητας είναι αόρατες για την άλλη (Κωνσταντινούπολη-Θεσσαλονίκη)
5.Τραυματική μνήμη- Μνήμη και τραύμα
Νοσταλγία, τραύμα, πένθος, και μνήμη
Το πολιτισμικό τραύμα
Δυσκολία ταξινόμησης – σιωπές (σιωπή, αποσιώπηση, απώθηση)
Η έννοια της τραυματικής μνήμης αναδιατάσσει τις έννοιες παρόν και παρελθόν.
Φόκνερ: Το παρελθόν δεν είναι νεκρό και θαμμένο. Δεν είναι καν παρελθόν.
Ανοικτό και κλειστό παρελθόν. Οι λογαριασμοί με το παρελθόν.
Η λεκτικοποίηση του τραύματος, η ιστορία ως τρόπος αναμέτρησης με το τραύμα.

6. Η μνήμη πέραν της ιστορίας
Η επιτέλεση της μνήμης – «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν»
Το ηθικό βάρος της μνήμης (Κούντερα: Ο αγώνας της μνήμης εναντίον της λήθης, Κύπρος-Δεν ξεχνώ, Αργεντινή-Οι μητέρες της πλατείας Μαΐου, )
Μνήμη και ηθική αναγνώριση, αποκατάσταση (Νόμοι για τη μνήμη)
Μνήμη και απόδοση δικαιοσύνης – «Δέσποτα μέμνησο των Αθηναίων»
Μνήμη και Transitional Justice , (Νότια Αφρική, Επιτροπές αλήθειας και συμφιλίωσης)

 

  1. Επιλεκτικότητα της μνήμης

Πολιτικές της μνήμης: Τι να ξεχνάμε και τι να θυμόμαστε;

Αποστασιοποίηση και επανοικειοποίηση.

 

  1. Η ιστορία της ανάδυσης της μνήμης
  • Δεκαετία του 1980: Η ιστορική επιτάχυνση. Η αβεβαιότητα για το μέλλον που άλλαζε ραγδαία έστρεψε την προσοχή στο παρελθόν. Το τέλος της τελεολογίας και το καθήκον να θυμόμαστε.
  • Η αγωνία για ένα παρελθόν που χάνεται και η αυτονόμηση του παρόντος από το παρελθόν και το μέλλον, αποζητά να αγκυροβολήσει στο παρελθόν.
  • Η πολιτική των δικαιωμάτων και η μνήμη των αόρατων και καταπιεσμένων ως τότε ομάδων.
March 8, 2015

Αλλάζοντας τον χάρτη της παιδείας

Η Υγεία , μαζί με την εκπαίδευση ήταν τα κατεξοχήν θύματα της κρίσης. Ωστόσο έχουν δίκιο όσοι ζητούν συγκεκριμενοποίηση των μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Θα αναφερθώ σ’ αυτές που ονόμασα «μεταρρυθμίσεις ενδιάμεσου πεδίου»: μεταρρυθμίσεις που δεν αναιρούν μόνο προηγούμενους κακούς νόμους, που δεν ανακουφίζουν απλώς, αλλά που αλλάζουν δομικά τα πράγματα, παραμένοντας σε ένα ενδιάμεσο πεδίο συμφωνίας ανάμεσα στη νέα κυβέρνηση και στους δανειστές της. Και θα αναφερθώ στα της παιδείας, χώρο οικείο.
Το εγκαθιδρυμένο νομοθετικό πλέγμα (ν. Διαμαντοπούλου) έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, αποτυπώνει ιδεολογικές εμμονές και εκφράζει όλες εκείνες τις λεπτομερείς τεχνοκρατικές και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που σκοτώνουν και το πνεύμα και το γράμμα μιας ελεύθερης παιδείας. Κανένα από τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης ούτε αντιμετώπισε, ούτε έλυσε. Τι θα μπορούσε να κάνει ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της Αριστεράς; Θα αναφερθώ σε τρία μεγάλα ζητήματα.
Το πρώτο είναι ο τεράστιος αριθμός των μεταγραφών κάθε χρόνο που αφενός ερημώνουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια, αφετέρου με την υπερσυγκέντρωση φοιτητών ακυρώνουν τη διδασκαλία στα κεντρικά. Τι σημαίνει αυτό το πρόβλημα; Ότι η χωροθέτηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων είναι προβληματική. Έγινε με κριτήρια τοπικής ενίσχυσης, αλλά δεν έλαβε υπόψη του τις ροές. Να λοιπόν ένα βασικό πεδίο μεταρρύθμισης εκπαιδευτικές με πολύ μεγάλες οικονομικές συνέπειες. Να ξαναχαραχτεί ο χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έτσι ώστε μα ελαχιστοποιηθούν οι τριβές που παράγουν τις αιτίες του φαινομένου των μετεγγραφών. Δεκαετίες τώρα μεταβάλλεται συνεχώς το εξεταστικό σύστημα. Αλλά οι εξετάσεις αφορούν μόνο μερικές σχολές υψηλής ζήτησης. Αυτές μπορούν να θέσουν πρόσθετα κριτήρια που δεν οδηγούν στην αποστήθιση και στην βαθμοθηρία, αλλά επιβραβεύουν διαφοροποιημένες γνώσεις. Εξάλλου το εξεταστικό σύστημα πρέπει να είναι διαφοροποιημένο κατά σχολές, κλάδους και ικανότητες. Χάνουμε από τον ορίζοντα μας την ευφυΐα, όταν την αντιλαμβανόμαστε μόνο με ένα ορισμένο, ομοιόμορφο, σχολικό τρόπο. Η απώλεια αυτή, με οικονομικούς όρους, είναι ανυπολόγιστη.
Το δεύτερο είναι η επαναχάραξη του χάρτη των σχολών και των τμημάτων. Τα πανεπιστήμια μας έχουν χτιστεί σαν τα αυθαίρετα σπίτια, χωρίς σχέδιο, με πανωσηκώματα. Σχολές με ένα-δυο τμήματα, σχολές με 13 τμήματα, τμήματα για υποδιαιρέσεις γνωστικού πεδίου, τμήματα μαμούθ πολυσπονδυλωτά, τμήματα με τεχνητές συνενώσεις, πρόκειται για ένα χάος. Τα παραδείγματα θα ήταν σπαρταριστά. Δεν θέλει αυτό το σύστημα μια μελέτη και ορθολογικό προγραμματισμό που δεν σταματά στην πρώτη παρέα που έστησε τμήμα για να αυτοστεγαστεί, και μπαϊράκι ακαδημαϊκής ανεξαρτησίας; Δεν πρέπει να εισαχθεί η δυνατότητα της κύριας και της δευτερεύουσας ειδικότητας, των κοινών πτυχίων ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους, η δυνατότητα επικοινωνίας και κυκλοφορίας των φοιτητών από το ένα τμήμα στο άλλο, διασφαλίζοντας το επίπεδο και προλαμβάνοντας τυχόν καταχρήσεις; Τι πιο αναγκαίο από την επαναχάραξη του χάρτη των πανεπιστημίων και των τμημάτων της χώρας;
Το τρίτο ζήτημα αφορά την έρευνα. Η επιστημονική αιμορραγία της χώρας πρέπει να αντιμετωπιστεί. Δεν γίνεται μόνο προς το εξωτερικό. Οι νέες γενιές των επιστημόνων αγωνιούν τρέχοντας από δω κι από κει για το βιοπορισμό τους. Το μακροπρόθεσμο οικονομικό και κοινωνικό κόστος τεράστιο και βαρύ. Από την άλλη υπάρχει ένας αρχαϊκός χάρτης της έρευνας που είναι ο ίδιος, με εκείνον της δεκαετίας του 1950, όταν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα δημιουργήθηκαν ο Δημόκριτος, το ΕΚΚΕ, το ΕΙΕ και το ΚΕΠΕ. Ελάχιστες σύγχρονες εξαιρέσεις το ΙΤΕ της Κρήτης και δυο τρία άλλα ερευνητικά κέντρα. Τα περισσότερα ιδρύματα σήμερα φυτοζωούν και μαραζώνουν. Παράλληλα, η Ακαδημία Αθηνών είναι ένα αρχαϊκό κατάλοιπο, η οποία είναι συζητήσιμο αν ανταποκρίνεται σε κάποιο κριτήριο χρησιμότητας, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς προγραμματισμό, με ασύμμετρα αποτελέσματα σε σχέση με το κόστος της. Ο ερευνητικός χώρος χρειάζεται μια ριζική αναδιάρθρωση. Η Ακαδημία πρέπει να επανιδρυθεί στα πρότυπα της British Academy, να στελεχωθεί με εξαιρετικούς και πρωτοπόρους επιστήμονες από Ελλάδα και εξωτερικό, με θητεία, και να γίνει ένα κυρίως ερευνητικό κέντρο το οποίο θα προκηρύσσει έρευνες, θα δέχεται προτάσεις, θα παρέχει ερευνητικές υποτροφίες και fellowships διαφορετικής διάρκειας, συγκεντρώνοντας πόρους εθνικούς και ευρωπαϊκούς, δημόσιους και ιδιωτικούς. Είτε λέγεται νέα Ακαδημία, είτε διαφορετικά, η χώρα χρειάζεται μια καινούργια ερευνητική δομή, τουλάχιστον στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες που γνωρίζω καλύτερα, χωρίς μόνιμο προσωπικό, όπου όλοι, κρίνοντες και κρινόμενοι, θα κρίνονται, με βάση τα πεπραγμένα τους, τις προτάσεις τους και τα αποτελέσματά τους. Μια δομή επίσης η οποία θα επικοινωνεί με τον πανεπιστημιακό χώρο, και γιατί όχι και με τις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Τα περιορισμένα πλαίσια ενός άρθρου δεν επιτρέπουν περισσότερες λεπτομέρειες, άλλωστε η επεξεργασία χρειάζεται να είναι συλλογική. Εκείνο που χρειάζονται όμως τα μεταρρυθμιστικά σχέδια είναι εμπιστοσύνη. Δεν μπορείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις εναντίον της κοινωνίας, ή βεβαρυμμένες με την υποψία πως ο τελικός τους στόχος είναι να απολύσεις κόσμο, να κλείσεις θεσμούς, να δυσκολέψεις την πρόσβαση στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, να ιδιωτικοποιήσεις εκπαίδευση και έρευνα. Η εκπαίδευση είναι υποστελεχωμένη σήμερα, κανείς δεν περισσεύει. Το δεύτερο ζήτημα είναι η μεγάλη περιφρόνηση του νεοφιλελευθερισμού προς τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες και προς την βασική έρευνα. Το βλέπουμε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Χρειάζεται να επαναφέρουμε σε όλες τις βαθμίδες και τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες το πνεύμα του σεμιναρίου, της πρόσωπο με πρόσωπο συζήτησης και αναζήτησης της γνώσης γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι.

September 21, 2014

Δικαίωμα στη Μνήμη ή στη Λήθη; Μια αμφιλεγόμενη ευρωπαϊκή οδηγία

Προωθείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχέδιο Οδηγίας για τη ρύθμιση της νομοθεσίας προσωπικών δεδομένων, στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα ο όρος Δικαίωμα στη Λήθη. Το σχέδιο προκάλεσε αντιδράσεις. Η Εταιρεία Γάλλων Αρχειονόμων συγκέντρωσε 51.000 υπογραφές για την ανάκληση του σχεδίου. Μαζί τους συντάσσονται Έλληνες αρχειακοί και ιστορικοί. Θα συζητήσουν για το ζήτημα αυτό στις 22 Σεπτεμβρίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο, σε εκδήλωση με τίτλο «Δικαίωμα στη Μνήμη vs Δικαίωμα στη Λήθη».

Τα προβλήματα μνήμης, ιστορίας και λήθης, καταλαμβάνουν εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες ολοένα και κεντρικότερη θέση στη δημόσια συζήτηση. Εκεί που κάποτε οι ιστορικές διαφωνίες συζητούνταν στο περιθώριο της δημόσιας ζωής, τώρα έχουν μετατραπεί σε πολέμους ιστορίας ή μνήμης, στο επίκεντρο της επικαιρότητας. Το διαπιστώσαμε και με το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού, το οποίο ποινικοποιεί αρνήσεις γενοκτονιών που έχουν αναγνωριστεί από το κοινοβούλιο, διεθνούς οργανισμούς και δικαστήρια. Αν κάποτε υποτίθεται πώς οι ιστορικοί ήταν οι «φρουροί» της μνήμης, έρχεται τώρα η νομοθεσία, το κράτος και οι διεθνείς οργανισμοί να ορίσουν πώς και τι πρέπει να θυμόμαστε. Βέβαια να μην αυταπατόμαστε πως το παλαιό καθεστώς μνήμης ήταν αυθεντικότερο από το νέο. Και στις δυο περιπτώσεις η αναδρομικότητα καθορίζει και το περιεχόμενο και τη μορφή της μνήμης. Αλλά η μεταβίβαση αυτή δείχνει ότι τώρα το διακύβευμα αυτό είναι κατά πολύ μεγαλύτερο και αποφασιστικότερο σε σχέση με το παρελθόν. Η μνήμη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πολιτισμικούς πόρους. Ποιος και πως θα την διαχειριστεί είναι αποφασιστικό για τη συγκρότηση της ταυτότητας, του πολιτισμικού προφίλ μιας κοινωνίας, του υλικού και συμβολικού κεφαλαίου της. Παρόμοια μεγέθη υπερβαίνουν κατά πολύ την εμβέλεια και τις δυνατότητες των ιστορικών.  

Η μνήμη έχει εγκατασταθεί στις σύγχρονες κοινωνίες ως απόλυτα θετική αξία, απρόσβλητη στο βάθρο της. Αυτό δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αυτού που ονομάζεται «έκρηξη μνήμης», του γεγονότος δηλαδή ότι η ταχύτητα αλλαγής των κοινωνιών μας δημιουργεί νοσταλγία για το παρελθόν, ούτε του εκδημοκρατισμού της μνήμης, που έδωσε προτεραιότητα στα βιώματα των απλών ανθρώπων έναντι των πρωταγωνιστών, κάτι που είδαμε και στις εκδηλώσεις για τα 100χρονα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια ευρύτερη μεταβολή νοοτροπιών. Αν κάποτε το μέλλον ήταν πηγή ελπίδας, τώρα είναι πηγή φόβων. Και όταν οι άνθρωποι στρέφουν τα νώτα τους στο μέλλον, αντικρίζουν το παρελθόν. Αλλά αυτό το παρελθόν δεν αποτελείται από γραμμική εξέλιξη, αλλά από δραματικά γεγονότα, εκτός κανονικοτήτων, τα οποία δεν έχουν ακόμη βρει τρόπο να ενταχτούν στη συνείδησή μας, και δεν μπορούν να ενταχτούν με «επιστημονικό και νηφάλιο δημόσιο διάλογο», όπως υποστήριξε πρόσφατα διακήρυξη 139 ιστορικών για το αντιρατσιστικό. Η μνήμη υποκινεί συναισθηματικές δυνάμεις πένθους και εκδίκησης, που δεν μπορούν εύκολα να τιθασευτούν από την εκλογίκευση που της επιβάλλουν οι ιστορικοί.

Αν όλοι υποκλίνονται στη μνήμη, εκείνη που φαίνεται να έχει χάσει τα δικαιώματά της είναι η λήθη. Με περισσή ευκολία την αναθεματίζουν και τη λιθοβολούν. Κι όμως, χωρίς τη λήθη δεν θα μπορούσαμε να ζούμε ειρηνικά μεταξύ μας. Ένας κόσμος με απόλυτη μνήμη, θα ήταν εφιαλτικός και αφόρητος. Όπως επίσης ένας κόσμος πλήρης λήθης δεν θα ήταν κόσμος ανθρώπινος. Οι ανθρώπινες κοινωνίες, όπως και ο ανθρώπινος ψυχισμός άλλωστε, βασίζονται σε μια καλοδουλεμένη, μέσα από το χρόνο, ισορροπία ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη. Ο Χ.Λ.Μπόρχες έγραψε το 1942 ένα διήγημα με τίτλο Funes el Memorioso (Φούνες ο Μνήμων). Ο Ειρηναίος Φούνες, πέφτοντας από το άλογο έμεινε παράλυτος, αλλά αντί αμνησίας απέκτησε υπερμνησία. Θυμόταν όχι μόνο το δάσος, αλλά όλα τα δένδρα, και όλα τα φύλα των δένδρων και κάθε φορά που τα είχε δει, ή τα είχε φανταστεί. «Οι αναμνήσεις δεν ήταν απλές. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από αντιδράσεις μυϊκές, θερμικές κλπ». Μια τέτοια ζωή όμως ήταν αφόρητη, είχε καταδικαστεί σε διαρκή αϋπνία («γιατί να κοιμάσαι σημαίνει να αφαιρείσαι από τον κόσμο»). Ο Ειρηναίος πέθανε από συμφόρηση πνευμόνων, μεταφορική απόδοση της συμφόρησης από τον κατακλυσμό ενός μεγάλου όγκου από άχρηστα μνημονικά σκουπίδια. Και ο Μπόρχες καταλήγει λακωνικά: «Υποπτεύομαι εντούτοις, ότι δεν ήταν πολύ ικανός για σκέψη. Το να σκέπτεσαι σημαίνει να ξεχνάς μια διαφορά, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχε τίποτε παρά λεπτομέρειες, σχεδόν τυχαίες λεπτομέρειες».

Η αυτόματη καταγραφή από τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα κάθε λεπτομέρειας της ζωής μας, κάθε στιγμή, παντού, κινδυνεύει να μας θέσει, αν δεν μας έχει ήδη θέσει στην κατάσταση του Ειρηναίου Φούνες. Μια παρόμοια κατάσταση υπερ-ροής πληροφοριών δεν διευκολύνει τον αναστοχασμό του παρελθόντος, κάτι που υποτίθεται οφείλουν οι ιστορικοί. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν μια κοινωνία τα θυμάται όλα σε βάσεις δεδομένων, μεταδεδομένων, μετα-μεταδεδομένων κ.ο.κ., δεν έχει ανάγκη τους ιστορικούς. Ο Μπόρχες, στο διήγημα αυτό απηχεί την Ιστορία και Ζωή του Φ. Νίτσε, όπου «Η λήθη αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε πράξης». Για τη ζωή χρειάζεται όχι μόνο το φως αλλά και το σκοτάδι. Ένας άνθρωπος χωρίς λήθη θα ήταν σαν να είναι καταδικασμένος σε διαρκή αϋπνία. Στη σημερινή περίπτωση το δικαίωμα στη λήθη σημαίνει επίσης το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα (privacy). Επομένως δεν τίθεται το δίλλημα μνήμη ή λήθη, δημόσια διαφάνεια ή ιδιωτικότητα, αλλά η προσεκτική εξισορρόπησή τους. Απόλυτη κυριαρχία του δικαιώματος στη λήθη θα φτώχαινε την ιστορία. Απόλυτη κυριαρχία του δικαιώματος στη μνήμη θα καταργούσε την ιδιωτικότητα και θα ήταν σαν να θυσιάζει την κοινωνία στο Αρχείο, το ζωντανό στο νεκρό.

Το ζήτημα με την συγκεκριμένη Οδηγία, εντούτοις δεν είναι απλό επειδή η ΕΕ, που έχει παρομοιαστεί με «μειλίχιο τέρας» (H.M.Enzensberger), υφαίνει έναν νομοθετικό ιστό όπου εκείνο που φαίνεται καλό, αυτονόητο, λογικό, κανονικοποιεί, ταξινομεί, γραφειοκρατικοποιεί και τελικά καταβροχθίζει τις ελευθερίες. Είναι ένα πράγμα το δικαίωμα στη μνήμη, εντελώς διαφορετικό η καθιέρωσή του με νόμο. Όπως αντίστοιχα είναι διαφορετική η κοινωνική λειτουργία της λήθης από την νομοθετημένη επιβολή της. Επικίνδυνα παιχνίδια.

 

 

March 9, 2014

Το ιστορικό υπόβαθρο της Κρίσης στην Ουκρανία

 

(άρθρο στο σημερινό Βήμα)

 

Στη δεκαετία του ’90, στην Οδησσό, όταν παντού έβλεπες ουκρανικές σημαίες και άκουγες για το ουκρανικό παρελθόν της πόλης, μια ηλικιωμένα κυρία, ελληνίδα της Οδησσού, μου έλεγε:  “Από που έως που αυτή η πόλη είναι ουκρανική; Εδώ ζούσαν και ζουν Ρώσοι, Εβραίοι και Έλληνες”. Η Οδησσός ήταν μια αυτοκρατορική πόλη που ιδρύθηκε από την Αικατερίνη το 1794, δυο χρόνια μετά την εκδίωξη των Τούρκων και την ήττα των Τατάρων. Αυτοκρατορικές πόλεις ήταν επίσης η Σεβαστούπολη και η Συμφερούπολη,  τα μεγάλα κέντρα της Κριμαίας, ιδρυμένες εκείνη την εποχή και με πρόσκληση εποικισμού προς ελληνικούς πληθυσμούς.  Πώς λοιπόν η Οδησσός και η Κριμαία, βρέθηκαν στην Ουκρανία;

Η διάλυση της ΕΣΣΔ μετά το 91 δεν ακολούθησε εθνικές διαφοροποιήσεις, αλλά τα διοικητικά σύνορα εντός της παλιάς ΕΣΣΔ, στα οποία οι εθνότητες ήταν αναμεμειγμένες σκόπιμα ώστε να μην δημιουργήσουν εστίες εξουσίας. Από εθνολογική άποψη η παλιά ΕΣΣΔ ήταν ένα σύνθετο και πολύπλοκο διοικητικό σύστημα ισορροπιών και αλληλοεξουδετερώσεων. Γι αυτό είναι παρακινδυνευμένο να απολυτοποιούνται τα εθνικά τα σύνορα  που προέκυψαν το 1991.

Η Ουκρανία είναι  μια τέτοια βαθειά διαιρεμένη χώρα ανάμεσα στην ανατολή (όπου ζουν κυρίως Ρώσοι και ορθόδοξοι) και στη δύση (κυρίως ουκρανοί, ρουθηνοί και ουνίτες).  Υπάρχει επίσης εθνολογική διαφοροποίηση ανάμεσα στις πόλεις και στα χωριά.  Η βαθειά διαιρετική γραμμή που εμφανιζόταν σε όλες τις εκλογές ανάμεσα σε ανατολική και δυτική Ουκρανία, εκφράζει ιστορικές διαφοροποιήσεις   ως προς την ιστορία των περιοχών αυτών. Οι δυτικές περιοχές  έγιναν θέατρα πολέμων και κυριαρχιών ανάμεσα στους Πολωνούς, Λιθουανούς, Αυστριακούς και Ρώσους και τα σύνορα δεν ακολουθούν εθνολογικά κριτήρια ούτε προς τα δυτικά, ούτε προς τα ανατολικά. Εκφράζει όμως και το μεγάλο τραύμα του Ουκρανικού λιμού στη δεκαετία του 1930 στην οποία η δυτική Ουκρανία σπάρθηκε με τα κόκκαλα εκατομμυρίων αγροτών (oι υπολογισμοί, δύσκολοι και πολιτικά εμπρόθετοι, κυμαίνονται από 2.8 έως 7.5 εκατομμύρια). Ο λιμός αυτό αποτέλεσμα της βίαιης κολλεκτιβοποίησης, αναγνωρίστηκε από την Ουκρανία αλλά και από άλλες χώρες,  ως γενοκτονία και περιγράφεται με τον όρο Holodomor. Τα  αισθήματα αντεκδίκησης  ξεδιπλώθηκαν με την εκτεταμένη και μαζική  συμμαχία των ουκρανών εθνικιστών με τους Ναζί, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τόσο απέναντι  στους Ρώσους όσο κυρίως με την ενεργό συμμετοχή     στην εξόντωση των Εβραίων. Στην Ουκρανία ζούσαν μεγάλες εβραϊκές κοινότητες. Σύμβολο αυτών των σφαγών είναι το  Μπάμπι γιαρ, όπου σε μια μόνη μέρα εκτελέστηκαν 30.000 εβραίοι, αναγκασμένοι να ξαπλώνουν διαδοχικά πάνω στα προηγούμενα πτώματα γυμνοί, για να διευκολυνθεί η ταφή τόσων πτωμάτων. Οι Ουκρανοί θεωρούσαν τους Εβραίους συνεργάτες των μπολσεβίκων και συνένοχους για τα δεινά τους. Η επέλαση του κόκκινου στρατού το 1944-45, σήμαινε  τιμωρία και  αντίποινα για τους συμμάχους και συνεργάτες των Ναζί, την μαζική έκταση των οποίων ελάχιστα γνωρίζουμε.  Καταλαβαίνει κανείς το σύνθετο της κατάστασης, τα αισθήματα αντεκδίκησης και τους ανοιχτούς λογαριασμούς όχι μόνο από το 1989, που φαίνεται πως δεν τελείωσε ακόμα, αλλά και από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, και από το μεσοπόλεμο. Μπορούμε να αντιληφθούμε επίσης και το ιστορικό υπόστρωμα των ναζιστών στη χώρα αυτή.

Όταν η Ουκρανία ανεξαρτητοποιήθηκε το 1991, μέσα σε μια νύχτα ο μισός πληθυσμός της αναγκάστηκε να μάθει ταχύτατα ουκρανικά, τα βιβλία ιστορίας ξαναγράφηκαν και χιλιάδες ιστορικών που έως τότε δίδασκαν την σοβιετική ιστορία τώρα θα έπρεπε να επινοήσουν την ουκρανική ιστορία. Συγγραφείς, ήρωες, μνημεία, τοπονύμια και χρονολογίες, άλλαξαν εθνολογικό πρόσημο. Όσους γνωρίζαμε ως Ρώσους έγιναν τώρα Ουκρανοί. Και εδώ θα πρέπει όμως να υπομνήσουμε  ότι το εθνικό όνομα Ρώσος είναι διφυές.  Δείχνει και τους εθνολογικά Ρώσους, αλλά και τους κατοίκους της ρωσικής αυτοκρατορίας. 

Οι πολιτικοί αναλυτές τονίζουν κυρίως τους γεωπολιτικούς ή ενεργειακούς λόγους της κρίσης. Ωστόσο η κρίση αυτή γίνεται με τη μαζική συμμετοχή ανθρώπων, έχει τα χαρακτηριστικά εμφύλιας διαμάχης. Οι άνθρωποι δεν είναι  πιόνια, αλλά διαμορφώνονται μέσα από τις αντιλήψεις που έχουν για την ιστορία, μέσα από τα συναισθήματα που τους δημιουργεί η εμπλοκή με το παρελθόν τους. Οι δηλώσεις και οι αποφάσεις των πολιτικών δεν μπορούν να προσφέρουν   συνδιαλλαγή,   μεσολάβηση,   συμφιλίωση των ανθρώπων με το παρελθόν τους. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος τους.

Θα υπάρξει ένας δεύτερος Κριμαϊκός πόλεμος; Έχουμε ξεχάσει τον πρώτο κριμαϊκό πόλεμο που έγινε το 1853-56, ανάμεσα στη Ρωσία αφενός και στην Γαλλία και Αγγλία αφετέρου που προσέτρεξαν  σε βοήθεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος αυτός ήταν ο τελευταίος   πόλεμος στην Ευρώπη που είχε αφορμή θρησκευτικά ζητήματα. Ωστόσο εξέφραζε τον ανερχόμενο ρωσικό ιμπεριαλισμό προς νότον. Στον πόλεμο αυτό που διεξήχθη στην Κριμαία, η  Ρωσία ηττήθηκε. Ωστόσο ο πόλεμος αυτός προκάλεσε τεκτονικές αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή. Ακολούθηαν καθοριστικές πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις τόσο στη Ρωσία όσο και στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στην πρώτη ως αποτέλεσμα της ήττας, στη δεύτερη επιβεβλημένες από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Η Πύλη αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τα δικαιώματα των χριστιανών, αλλά άλλαξαν και οι κανονισμοί του Πατριαρχείου με τη συμμετοχή λαϊκών στη διοίκηση του μιλλέτ. Στον πόλεμο αυτό συμμετείχε δειλά-δειλά και η Ελλάδα, δημιουργώντας ταραχές στα ηπειροθεσσαλικά σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι Αγγλογάλοι απέκλεισαν το λιμάνι του Πειραιά, αποβίβασαν στρατιωτικά αγήματα και τοποθέτησαν φιλική και δυτικοστρεφή κυβέρνηση  στην Αθήνα. Άρχισε η αρχή  του τέλους του Οθωνα, διαλύθηκε η φιλορωσική επιρροή στην πολιτική ζωή, και  ξέσπασε χολέρα στην πρωτεύουσα.

Ας ευχηθούμε ότι θα αποφευχθεί ένας δεύτερος κριμαϊκός πόλεμος. Δεν θα είναι όπως μικρότερης σημασίας οι μεταβολές στην ευρύτερη περιοχή. Θα πρέπει να τις παρακολουθήσουμε, γιατί, δεδομένης της δομής των ιστορικο-γεω-πολιτικών σχέσεων, η Ελλάδα δεν θα μείνει ανεπηρέαστη.

 

 

February 28, 2014

Τόλμη και ρεαλισμός

   Σήμερα δεν συγκρούονται δυνάμεις που επιδιώκουν την ομαλότητα και τη συνέχεια με  δυνάμεις που επιδιώκουν   ρήξεις και ασυνέχειες. Γιατί τι επιδιώκει η τρόϊκα, τι επιδιώκουν τα μνημόνια, τι επιδιώκουν οι ελίτ; Μια οριστική ρήξη με το παρελθόν που κρατούσε σε σχετική  ισορροπία κεφάλαιο και εργασία,   μια ανατροπή του συμβιβασμού του  πλούτου  με τη δημοκρατία προκειμένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική σταθερότητα. Θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Όταν σταμάτησαν να μιλούν οι αριστεροί για επαναστάσεις, υιοθέτησαν την επαναστατική ρητορική οι νεοφιλελεύθεροι και νεοσυντηρητικοί.  Επομένως, οποιαδήποτε άμυνα στη νέα λαίλαπα περνάει μέσα από μια άλλη μεγάλη ρήξη. Αλλά πώς θα είναι αυτή η ρήξη και ποια μορφή θα έχει, και μάλιστα όχι σε μια μητροπολιτική χώρα, αλλά σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα;

Τι   σπρώχνει το καραβάκι της αριστεράς στην εξουσία; Στα πανιά της    πνέει ένας άνεμος προσδοκιών, αλλά και ένας άνεμος οργής.  Οι προσδοκίες έχουν να κάνουν με την έξοδο από την κρίση, και κυρίως με την αντιμετώπιση δυο πιεστικών ζητημάτων. Το ένα αφορά την ανεργία και την αναδουλειά,   το άλλο τις κοινωνικές ασφαλίσεις, δηλαδή τη φροντίδα για την υγεία, τα γηρατειά, την φτώχεια. Η οργή αφορά τις πρακτικές του παλιού πολιτικού συστήματος: διαφθορά, αδιαφάνεια, ιδιοτέλεια, ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου, ανικανότητα, εξαπάτηση, συνενοχή στο ρήμαγμα της χώρας. Η αριστερά οφείλει να ανταποκριθεί και στα δυο.  Και στην ελπίδα, με πρόγραμμα, προτάσεις και νέες ιδέες,  και στην οργή, αλλάζοντας το ύφος και το ήθος της διακυβέρνησης σε κάθε επίπεδο.

 Η διευθέτηση της δανειακής σύμβασης  θα αποτελέσει μια σκληρή διαμάχη, της οποίας το διακύβευμα δεν θα αφορά μόνο το ελληνικό χρέος αυτό καθαυτό, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο. Τη δυνατότητα να υπάρχει στη σύγχρονη Ευρώπη   δυνατότητα   διακυβέρνησης με διαφορετικές αρχές,   που θα αμφισβητεί ευθέως  τις επιλογές και το πλέγμα διασφαλίσεων που έχουν επιβάλει   οι ισχυρές οικονομικές  ευρωπαϊκές ελίτ. Το μνημόνιο είναι ένα φιλοσοφικό κείμενο. Περιέχει αρχές διακυβέρνησης και κυβερνολογικής. Δεν αφορά  τη διόρθωση των κακώς κειμένων της προηγούμενης εποχής και της στρεβλής οικονομικής ανάπτυξης. Είναι   εργαλείο σωφρονισμού της ελληνικής κοινωνίας που δεν έσπευσε να εναγκαλιστεί και να εφαρμόσει μια νέα οικονομική και κοινωνική πολιτική, τη νέα  φιλοσοφία η οποία άλλαζε συνολικά το πλαίσιο της προηγούμενης εποχής. Υπαγορεύει νέους κανόνες κοινωνικής συμβίωσης. Το νέο πολιτικό υπόδειγμα που επικρατεί στην Ευρώπη είναι ο καρπός μιας επιθετικής ταξικής πάλης εκ των άνω που επωφελήθηκε από τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης και ψηφιακής/διαδικτυακής επανάστασης. Κοινωνικές ισορροπίες που είχαν κατακτηθεί μεταπολεμικά ανατράπηκαν.  Η αμφισβήτησή του μοντέλου αυτού δεν αποτελεί αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ή της Ευρώπης, αλλά αμφισβήτηση της οικονομικοκοινωνικής φιλοσοφίας που επικρατεί στην Ευρώπη.

Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, και μόνο η ανάδειξη μιας αριστερής διακυβέρνησης  στην Ελλάδα, αποτελεί μείζονα ρήξη. Μια παρόμοια ρήξη όμως χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό, στρατηγική, και κυρίως τη δημιουργία ενός εσωτερικού μετώπου με τη μεγαλύτερη δυνατή συνεκτικότητα.  Και η συνεκτικότητα θα εξασφαλιστεί από την ανταπόκριση στις προσδοκίες: πώς θα εξασφαλισθεί η μείωση της ανεργίας, πως θα υπάρξει κοινωνική μέριμνα, πώς η δημόσια διοίκηση θα γίνει  αποτελεσματική και αδιάφθορη.  Η πολιτική των συμμαχιών πρέπει να γίνει  όχι  με θέατρο σκιών, ούτε με αριστερόμετρο,  αλλά προγραμματικά και  επί των πραγματικών προβλημάτων. Αυτό σημαίνει επίσης ένα προσεκτικό άνοιγμα σε πολιτικούς χώρους στην Ευρώπη, κριτικούς προς την  πορεία των πραγμάτων που ακολουθούν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, πέραν του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Η επιστροφή στο παρελθόν είναι ανέφικτη. Αυτό έχει γίνει κατανοητό ως ένα βαθμό. Δεν φτάνει όμως. Εκείνο που πρέπει να προβληθεί είναι το θετικό  πρόγραμμα, το μοντέλο ανάπτυξης, οι μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν με τόλμη και να εδραιωθούν.  Η αντιπρόταση δεν μπορεί να είναι κρατικιστική, δεν μπορεί να είναι συντεχνιακή, δεν μπορεί να είναι στραμμένη στο παρελθόν. Οφείλει να αγκαλιάσει τις νέες μεγάλες αλλαγές τόσο ως προς την παγκοσμιοποίηση όσο και ως προς την τεχνοεπιστήμη. Εδώ παίζεται η τύχη της αριστεράς στη σημερινή εποχή . Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά συνολικά την Ευρώπη. Γιατί τι θα  είναι το αριστερό σχέδιο διακυβέρνησης  μετά τη μεγάλη στροφή, αυτή που συνοπτικά και συμβατικά ονομάζουμε  νεοφιλελεύθερη στροφή; Αυτή η στροφή άφησε βαθιές ουλές. Έχει αλλάξει τις κοινωνίες και τις νοοτροπίες δραματικά. Πώς θα είναι επομένως η αναίρεσή της; Πώς θα είναι    μια μετα-νεοφιλελεύθερη, μια μεταμνημονιακή  αριστερά;   Ποιο θα είναι το πρόγραμμά της; Δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Εδώ θα δώσει εξετάσεις η αριστερά.

Το 1981 επιχειρήθηκε μια άλλη μεγάλη αλλαγή,  την οποία η πλειοψηφία του ελληνικού λαού είχε στηρίξει. Γιατί απέτυχε; Γιατί δεν ήταν ειλικρινής με τον εαυτό της. Ο Ανδρέας Παπανδρέου για να δικαιολογήσει τους συμβιβασμούς του  επέλεξε   λεκτικούς ακροβατισμούς  απόκρυψης. Αυτή η διγλωσσία   γενικεύτηκε και   αγκάλιασε την επιλογή στελεχών και το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων.    Από   τη μόλυνση της  διγλωσσίας καμιά αριστερή πολιτική δεν είναι άτρωτη. Επομένως η βίαιη ωρίμαση,  η νέα στοχοθεσία και οι στρατηγικές των ελιγμών και των συμβιβασμών πρέπει να αναγνωρίζονται ρεαλιστικά και χωρίς αμφισημίες και αμφιθυμίες.  

 

Η φυσιογνωμία της αριστεράς  θα σμιλευτεί μέσα από αυτή τη δοκιμασία. Αυτό σημαίνει ότι αναλαμβάνει ένα χαρακτήρα διαπαιδαγώγησης και των μελών της και της κοινωνίας.  Η αριστερή διακυβέρνηση οφείλει  να είναι και ρήξη ως προς το ίδιο το κόμμα, τις συνήθειες και τη ρουτίνα του.     Σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας,  κοινωνικής πόλωσης αλλά και   εξωτερικής πίεσης, πρέπει  να αναδείξει  με ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες ένα καινούργιο, ικανό, εύστροφο και  αποτελεσματικό ανθρώπινο δυναμικό που θα διαχειριστεί μια μοναδική ιστορική στιγμή και της νεοελληνικής ιστορίας και της ευρωπαϊκής ιστορίας. Πρέπει δηλαδή να γίνει εργαστήρι δημιουργικής  σκέψης, νέων ιδεών. Και κάθε τόσο πρέπει να κοιτάζει στο ταβάνι, ένα σπαθί να αιωρείται απειλητικά. 

Εφημερίδα των Συντακτών 28/2/2014

January 26, 2014

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα της αριστεράς

Βήμα 26.1.2014

Ο ευρωπαϊσμός χρησιμοποιείται όπως η εθνικοφροσύνη στη δεκαετία του ’50. Τότε   οι   αντεθνικώς σκεπτόμενοι, τώρα οι αντι-ευρωπαϊστές. Συνάδει όμως με ευρωπαϊκά ήθη ο έλεγχος των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Κι αν ήταν Εβραίος;   Το καπέλο του ευρωπαϊσμού κρύβει περίεργα μυτερά αυτάκια…

Το πρόβλημα με την αριστερά δεν είναι η ευρωπαϊκότητά της, αλλά ότι περιορίζεται σχεδόν μόνο στην Ευρώπη. Ένας κινέζος ιστορικός μου έλεγε ότι η δημοκρατία είναι μια εκκεντρικότητα των μικρών εθνών της Ευρώπης. Αυτής της εκκεντρικότητας είναι γόνος η αριστερά. Των μικρών πολιτειών που οι κακομαθημένοι και ξεροκέφαλοι πολίτες τους εννοούν να έχουν λόγο στα όσα συμβαίνουν και τους αφορούν. Αυτή  δηλαδή η ιστορική  διαμόρφωση  που γέννησε την ευρωπαϊκή πολιτειότητα, γέννησε και την αριστερά. Με λίγες εξαιρέσεις χωρών με ισχυρή ευρωπαϊκή επιρροή, τούτη η συνείδηση πολίτη δεν αφορά, δεν ισχύει στον ευρύ κόσμο που περιβάλλει την Ευρώπη. Όσο η Ευρώπη διατηρούσε την παγκόσμια ισχύ της, αυτή η ξεροκεφαλιά δεν απειλούνταν, ή απειλούνταν από μέσα,   από την ισχύ της ισχύος της. Αλλά η Ευρώπη τώρα μοιάζει με ένα ακριβό αυτοκίνητο παλαιάς τεχνολογίας. Ξοδεύει πολύ ενέργεια και τρέχει αργά. Επομένως η πολιτειότητά της δεν απειλείται μόνο από τα φτηνότερα αυτοκίνητα που την ξεπερνούν, αλλά και από μια νέα οικονομική κατανομή στην οποία δεν θυσιάζει μόνο την ευημερία των πολιτών της, αλλά και τη δυνατότητα να έχουν λόγο στην πορεία της. Δεν είναι υπερβολή.

To ζήτημα είναι η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια κρίση ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της και γήρανσης των πληθυσμών της. Η κρίση είναι ταυτόχρονα ένα πεδίο διαμάχης για την ανακατανομή  της οικονομικής και πολιτικής δύναμης, για τη δημιουργία νέων συσχετισμών δύναμης. Οι δυνάμεις που κυριάρχησαν  επιδιώκουν μια ανακατανομή από τους πολλούς στους λίγους, εν ονόματι της ανταγωνιστικότητας, και   μια αναδιάταξη  πολιτικής ισχύος, όπου  οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από ένα άτυπο πλέγμα κέντρων οικονομικής δύναμης και κυβερνήσεων ισχυρών κρατών. Ευρωεκλογές θα γίνουν, αλλά ποια ισχύ έχει το ευρωκοινοβούλιο στις αποφάσεις που καθορίζουν την ευρωπαϊκή πορεία; Μικρότερη κι από τον επικεφαλής της Bundesbank! Το σύστημα πραγματικής διακυβέρνησης της Ευρώπης κανένα σύνταγμα δεν το προβλέπει, ούτε διαθέτει  λαϊκή νομιμοποίηση. Στην Ευρώπη χτίζεται ένα πυκνό δίχτυ κανονισμών και ρυθμίσεων που εξυπηρετεί αυτή την κατεύθυνση.  Αλλάζει ριζικά το πλαίσιο των σχέσεων κράτους-κοινωνίας-οικονομίας και δημιουργείται μια νέα σύμβαση. Σ’ αυτή τη σύμβαση, που έχει μια συμπαγή και συνεκτική φιλοσοφία στο υπόβαθρό της, ωθούνται  να αλλάξουν  και οι πολίτες, ώστε να γίνουν κυβερνήσιμοι: να αλλάξουν τις προσδοκίες τους να αποκτήσουν την νοοτροπία, και τις ικανότητες να συναρθρωθούν με το νέο πλαίσιο.  Αν το ιστορικό κατόρθωμα της Ευρώπης, στο οποίο κυρίως η αριστερά είχε συμβάλει, ήταν ότι απέσπασε τα κατώτερα στρώματα από τη φτώχεια και τη φιλανθρωπία,  τους απέδωσε αξιοπρέπεια και τους έκανε πολίτες, στη νέα σύμβαση η πορεία είναι αντίστροφη.  Ο καθένας γίνεται πλέον ατομικά άξιος της μοίρας του, και ένας εξατομικευμένος και νεοφιλελεύθερος κοινωνικός δαρβινισμός δημιουργεί μια άλλη ήπειρο, διαφορετική εκείνης που επεδίωξαν οι Ευρωπαίοι μετά το τέλος του Δεύτερου παγκόσμιου Πόλεμου.

Σ’ αυτή την ευρωπαϊκή πορεία πρέπει να δούμε τη θέση της Ελλάδας και το ρόλο της ελληνικής αριστεράς. Και εδώ γίνονται δυο βασικά λάθη. Το πρώτο αφορά την υπόθεση της Ευρώπης του Νότου έναντι της Ευρώπης του Βορρά. Η νέα κοινωνική σύμβαση στην οποία μεταβαίνει η Ευρώπη δεν αφορά τη μια χώρα έναντι της άλλης, αλλά συνολικά την Ευρώπη και χωρίζει εγκάρσια τις κοινωνίες στο εσωτερικό τους.   Δεν έχουν κανένα λόγο οι ελληνικές, οι ιταλικές και οι ισπανικές ελίτ να συμμετάσχουν σε κάποια φαντασιακή συμμαχία νοτίων. Το δεύτερο βασικό λάθος είναι η αντιμετώπιση του μνημονίου. Σαφώς η δανειακή σύμβαση επέβαλε στην Ελλάδα μια συνθήκη που τη γονάτισε. Για την ασφάλεια των τραπεζών θυσιάστηκαν οι πολίτες της. Αλλά ήταν κι ένα εργαλείο εκβιαστικής  προσαρμογής της στη νέα κοινωνικο-οικονομική συνθήκη.  Τα μέτρα της τρόικας δεν είναι απλώς εισπρακτικά. Αλλάζουν την υφή του τρόπου που λειτουργεί η κοινωνία. Γι αυτό και βρίσκουν   ανταπόκριση από όσους επωφελούνται ή προσδοκούν να επωφεληθούν. Αλλά προσοχή! Σε μνημόνιο βρίσκεται ολόκληρη η Ευρώπη. Ο έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών πριν φτάσουν στα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και ένα πλέγμα μέτρων που πέρασαν στις τελευταίες συνόδους κορυφής, έχουν αυτό το χαρακτήρα.   Δημιουργούν ένα  βρόγχο ελέγχων  και καταναγκασμών για τη συμμόρφωση στους νέους κανόνες, στη νέα κοινωνική φιλοσοφία.  

Κακά τα ψέμματα. Δεν υπάρχει έξοδος από την κρίση. Η κρίση κρίθηκε και  παγιώθηκε ως κατάσταση. Επενδύσεις μπορεί να γίνουν και να δανειστούμε στις διεθνείς αγορές. Ανεργία και λιτότητα δεν θα αλλάξουν στο παραμικρό.  Η πολιτική της αριστεράς απέναντι στα μνημόνια θα πρέπει να είναι μέρος μιας συνολικής στρατηγικής. Το ελληνικό μνημόνιο είναι  αιχμή ενός δόρατος που διαπερνά το σώμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έξοδος από την κρίση σημαίνει απαλλαγή από τη νέα κατάσταση που επέβαλε η κρίση. Αλλαγή των κανόνων, της νέας συνθήκης. Κι εδώ, είναι μονομερές να  αντιμετωπίσουμε  τη νέα συνθήκη μόνο ως συνωμοσία πλουσίων. Είναι μια μάχη ισχύος, ένα bras de fair  πάνω στις τύχες της Ευρώπης που βρίσκεται σε μια τροχιά κρίσης. Για να χαράξει στρατηγική η αριστερά σ’ αυτή τη μάχη πρέπει να μην χάνει από τον ορίζοντά της  το ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Τώρα έχουν το πάνω χέρι «αυτοί». Η αριστερά πρέπει να δημιουργήσει το ευρωπαϊκό «εμείς», να συναρθρώσει τα πολλά και πολλαπλά   εθνικά και δια-εθνικά εμείς σε μια προοπτική.  Οι ευρωγραφειοκράτες δεν μπορούν να υπερασπιστούν τη συνοχή της Ευρώπης. Οι ακροδεξιοί δεν τη θέλουν. Αν δεν το κάνει η αριστερά, τότε ποιος;

November 18, 2013

Πολυτεχνείο: γιατί επιμένει 40 χρόνια;

Όταν στην Ελλάδα τα συνθήματα του Πολυτεχνείου παραλλάσσονται με τα συνθήματα εναντίον του μνημονίου, στην Πορτογαλία, οι διαδηλώσεις εναντίον του δικού τους μνημονίου γίνονται με τα τραγούδια της επανάστασης των γαρυφάλλων το 1974. Δεν είναι να απορεί κανείς που και στις δυο χώρες καταφεύγουν στους ιδρυτικούς μύθους της μετάβασης στη δημοκρατία, όταν τα θεμέλια της   απειλούνται από την οικονομική κρίση, την εκτεταμένη ανεργία και τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις των κυβερνήσεών τους. Δεν χρειάζεται να μπούμε σε μια βαρετή συζήτηση αν οι τωρινοί, ή οι  συνακόλουθοι του αρχικού γεγονότος εορτασμοί, ταιριάζουν με το αυθεντικό του πνεύμα ή όχι. Ακόμη και ο πιο πιστός εορτασμός διαφέρει, «προδίδει» το γεγονός. Πρέπει να βλέπουμε τους εορτασμούς όχι ως αυτό που θα έπρεπε να είναι, αλλά ως αυτό που είναι. Ως καινούργιες επιτελέσεις του γεγονότος.  Να τους καταλαβαίνουμε δηλαδή ως στοιχεία, ως εκφράσεις της συγχρονικής ιστορικής κουλτούρας. Η επικαιροποίηση ξεχωριστών στιγμών του παρελθόντος   διαφέρει από την ιστορικοποίησή τους.   Όσο αναγκαία κι αν είναι η ιστορικοποίηση, «παγώνει» το γεγονός και επιβάλει αυστηρό πρωτόκολλο προσέγγισής του. Κι αν η επέτειος του «Πολυτεχνείου» δεν έσβησε αλλά συνεχίζει να γιορτάζεται επί 40 χρόνια είναι γιατί κάθε φορά επικαιροποιείται, γιατί συνιστά πλέον στοιχείο   της σαραντάχρονης διαδρομής της χώρας.  Κι ακόμη επειδή υπάρχει   ένας ζωντανός συνειδησιακός δεσμός ανάμεσα στην επαγγελία της δημοκρατίας και στην απουσία της (συνεχούς) εκπλήρωσης. Το «Πολυτεχνείο» επομένως επικαιροποιείται διαρκώς από μια διαμάχη για το αν είναι «ανεκπλήρωτο» ή «εκπληρωμένο».  Κάθε φορά που οι από πάνω  θεωρούσαν   ότι έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς του, οι από κάτω τους αντέτασσαν το «ανεκπλήρωτο». Χωρίς αυτό το στοιχείο του «ανεκπλήρωτου», του ανολοκλήρωτου, του ημιτελούς, κανένα γεγονός δεν θα μπορούσε  να αναδειχθεί ως  μεγάλο ή κομβικό γεγονός, να αποκτήσει το στάτους συμβόλου  στην ιστορική κουλτούρα μιας κοινωνίας ή μιας εποχής. Ακόμη και οι εθνικές εορτές της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, παρά την βαριά κρατική σκιά που πέφτει πάνω τους,  αν συγκινούν ακόμη, είναι εξαιτίας της αμφισημίας τους ανάμεσα στο εκπληρωμένο και στο ανεκπλήρωτο. Και το Πολυτεχνείο αναδείχτηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια ως τρίτη εθνική γιορτή, και μάλιστα γιορτή με καθημερινά ρούχα, γιορτή προσδοκιών και αντιστάσεων.  Οι γιορτές και   το συγκινησιακό τους υπόβαθρο αποτελούν τον ψυχικό πλούτο μιας κοινωνίας. Γι αυτό και η γκρίνια να καταργηθούν, η λύσσα εναντίον της κουλτούρας της μεταπολίτευσης. Κάθε φορά που βλέπω την πορεία της επετείου του Πολυτεχνείου θυμάμαι μια ρίμα, γραμμένη στον τοίχο ενός νεκροταφείου: «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη». Όλοι θα διαβούμε κάποτε τις πύλες της λήθης, αλλά το να βγάζεις τη γλώσσα  στο νεκροθάφτη είναι απόδειξη ζωντάνιας.

 

October 4, 2013

Σχέδιο Μάρσαλ και αυταπάτες

 
  
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, προβάλλεται η ιδέα ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ για να βγει η Νότια Ευρώπη από την ύφεση, για να καταπολεμηθεί η ανεργία και για να δρομολογηθεί ανάπτυξη. Ανταποκρίνονται όμως οι προσδοκίες αυτές στις ιστορικές πραγματικότητες ή μιλάμε στον αέρα;
Του Αντώνη Λιάκου

Το σχέδιο Μάρσαλ (που πήρε το όνομα του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ ο οποίος το εξήγγειλε το 1947) είχε την εξής λογική: Η αμερικάνικη οικονομία βγήκε από τη μεγάλη κρίση του 1929 με τον πόλεμο, όταν οι μηχανές της δούλευαν στο φουλ, η απασχόληση ήταν πλήρης και συνεχώς νέες βιομηχανίες δημιουργούνταν για να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Μετά τη λήξη του πολέμου υπήρχε ο κίνδυνος της οικονομικής συρρίκνωσης, αν η Αμερική δεν έβρισκε μια μεγάλη και αξιόπιστη αγορά για να εμπορεύεται. Πού όμως; Επομένως αν δεν την έβρισκε έπρεπε να τη δημιουργήσει. Και εκείνη η ήπειρος που είχε δυνατότητα να ανταποκριθεί τότε ήταν η Ευρώπη. Επομένως μαζική βοήθεια στην Ευρώπη για να ανορθωθεί.

Υπήρχε όμως και άλλος ένας, ή μάλλον δύο λόγοι, για την επιλογή της Ευρώπης. Ο πρώτος ήταν πως έπρεπε να μην επαναληφθούν τα λάθη μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τη Γερμανία την απομύζησαν οι νικητές της για πολεμικές αποζημιώσεις, κι αυτούς η Αμερική για τα δανεικά που τους είχε δώσει. Η πολιτική αυτή θεωρούνταν δικαιολογημένα αιτία της μεσοπολεμικής κρίσης, του φασισμού και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Επομένως το σχέδιο Μάρσαλ αποσκοπούσε όχι μόνο στο να δημιουργήσει στην Ευρώπη βιώσιμες οικονομίες, αλλά να μάθει τους Ευρωπαίους να συνεργάζονται, να καταργήσουν τον προστατευτισμό των οικονομιών τους, να προσχωρήσουν στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, και κυρίως να αναπτύξουν τις οικονομίες τους έτσι ώστε να είναι αλληλοσυμπληρωματικές. Η κάθε χώρα να ειδικεύεται εκεί που τα καταφέρνει καλύτερα, και η μια χώρα να παράγει προϊόντα που έχει ανάγκη η άλλη. Αυτός ήταν ο ένας λόγος που ανάγκασε πρώην εχθρούς να συνεργάζονται και άνοιξε μονοπάτι για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το σχέδιο εντάχθηκε στην ανάσχεση του κομμουνισμού στην Ευρώπη. Αρχικά είχαν προσκληθεί και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ο Στάλιν καταλάβαινε ότι έτσι θα χάνονταν από τη σοβιετική επιρροή και τις απέσυρε.

Το σχέδιο Μάρσαλ εξέφραζε και μια φιλοσοφία. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε κεϋνσιανισμός ήταν η μία πλευρά. Ενισχύοντας τη ζήτηση, το σχέδιο επεδίωκε να αποριζοσπαστικοποιήσει την εργατική τάξη. Οι εργάτες να αποκτήσουν το αυτοκινητάκι τους, να φύγουν από τις πνιγηρές εργατικές γειτονιές όπου ενδημούσαν ανατρεπτικές ιδέες και να βγουν στον καθαρό αέρα των προαστίων, όπου ο μπαμπάς αντί να τρέχει στις πολιτικές συγκεντρώσεις κάνει μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή. Το σχέδιο ήταν υπέρ ενός ήπιου κορπορατισμού, που θα λειτουργούσε στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και θα εξασφάλιζε τη συνεργασία εργατικών συνδικάτων – εργοδοτικών οργανώσεων και κυβέρνησης. Χαρακτηριστική είναι η συμφωνία με την AFL-CIO, ώστε η μεταφορά της αμερικάνικης βοήθειας στην Ευρώπη να γίνεται με καράβια που το πλήρωμά τους ήταν οργανωμένο σ’ αυτά τα συνδικάτα. Αυτό τον τύπο κοινωνίας, στην οποία η εργατική τάξη θα έχανε τη ριζοσπαστικότητά της απολαμβάνοντας καταναλωτικά προϊόντα που έως τότε ήταν προσβάσιμα μόνο στα μεσαία στρώματα, οι Αμερικανοί ήθελαν να εξαγάγουν και στην Ευρώπη.

Πόσοι και ποιοι από τους παραπάνω λόγους ισχύουν σήμερα; Ούτε η Αμερική ούτε η Γερμανία είναι σε αναζήτηση αγορών. Η Kίνα, η Ινδία, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής αποτελούν πολύ μεγάλες και υπό συγκρότηση μοντέρνες αγορές, όπου το πρόβλημα δεν είναι η απορρόφηση αλλά ο ανταγωνισμός κόστους, διαφοροποίησης και ποιότητας. Άρα, γιατί η Γερμανία να προχωρήσει σε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ αν μπορεί να διοχετεύει τα προϊόντα της με χαμηλό συγκριτικό κόστος; Άλλωστε, η εκλογική επιβεβαίωση της Μέρκελ για τρίτη θητεία κάτι δείχνει. Ούτε η κοινωνική φιλοσοφία της αμέσου μεταπολεμικής περιόδου ισχύει σήμερα. Η νέα οικονομική και πολιτική φιλοσοφία αναπτύχθηκε σε αντίθεση με τη λογική της ενίσχυσης της ενεργού ζήτησης, της πλήρους απασχόλησης και του κορπορατισμού. Η ουσία του νεοφιλελευθερισμού είναι η κατάργηση όλων αυτών των κοινωνικών συμβολαίων και η μετατροπή της εργασίας σε απλό εμπόρευμα που ακολουθεί τους κανόνες μιας απόλυτα ελαστικής αγοράς. Η σημερινή πολιτική βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της μεταπολεμικής. Άλλωστε οι μεταρρυθμίσεις που όλο μας λένε να κάνουμε και που όλο κάνουμε και τελειωμό δεν έχουν αποσκοπούν στο να αλλάξουν τις συμβάσεις εκείνης της μεταπολεμικής διευθέτησης. Πρόκειται για ένα τεράστιο σχέδιο κοινωνικής, νοοτροπιακής και πολιτικής αναδόμησης. Το πνεύμα τούτου του σχεδίου βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του πνεύματος του σχεδίου Μάρσαλ.

Μια άλλη παράμετρος του σχεδίου Μάρσαλ είναι ότι τη βοήθεια καλούνταν να την διαχειριστούν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες με βάση τα προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης που θα εκπονούσαν, υπό την αίρεση α) ότι οι στόχοι θα ήταν συμβατοί με τους στόχους ευρωπαϊκής συνεργασίας και συμπληρωματικότητας, β) ότι θα ήταν συμβατοί με τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και γ) ότι θα υπήρχε αξιόπιστος φορέας και μηχανισμός που θα αναλάμβανε την υλοποίησή τους. Λ.χ. στη Γαλλία υπήρχε ήδη πρόγραμμα και το σχέδιο Μάρσαλ αρκέστηκε στο να το χρηματοδοτήσει. Στην Ιταλία το πολιτικό κατεστημένο ήταν πιο συντηρητικό από τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και έγινε διαπραγμάτευση και συμβιβασμός. Σε κάθε χώρα έγινε κάτι ανάμεσα στην αποδοχή και στη διαπραγμάτευση. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπήρχε ούτε αξιόπιστο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης για να χρηματοδοτηθεί, ούτε αξιόπιστος μηχανισμός για να αναλάβει την υλοποίησή του. Την ανέλαβαν εξολοκλήρου οι Αμερικανοί δημιουργώντας μια υπηρεσία, την AMAG, η οποία ήταν μια παράλληλη κυβέρνηση που έπαιρνε τις βασικές αποφάσεις. Και λόγω του εμφυλίου πολέμου, κάτι που δεν είναι δευτερεύον, το σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα δεν πέτυχε, ή πέτυχε ένα πολύ μικρό μέρος των όσων θα μπορούσε συγκριτικά να έχει πετύχει.

Ερωτήματα αντί συμπεράσματος: 1) Δεδομένων των διαφορών ανάμεσα στο σήμερα και στον πριν 65 χρόνια κόσμο, που δεν είναι μια ευκαταφρόνητη περίοδος χρόνου, ποια μορφή θα μπορούσε να έχει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα ανάταξης των κοινωνιών σε κρίση; Σε ποιες σύγχρονες ιστορικές τάσεις, αλλά και σε ποια φιλοσοφία θα πρέπει να ανταποκρίνεται; Πώς συνδέεται η οικονομική ανάπτυξη με το κοινωνικό συμβόλαιο σήμερα, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και μείωσης των δυνατοτήτων του εθνικού κράτους; Να ένα σπουδαίο φόρουμ δια-ευρωπαϊκής συζήτησης των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων. 2) Αλλά ακόμη και αν ένα νέο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης μπει μπροστά για τις χώρες που υποφέρουν πιο βαριά από την κρίση, υπάρχει η ανάγκη να έχει διατυπωθεί ένα σχέδιο και προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Υπάρχει σήμερα κάτι τέτοιο στην Ελλάδα; Γνωρίζουμε τι θέλουμε, πού θέλουμε να πάει αυτή η χώρα και πώς να πορευτεί στο σύγχρονο κόσμο; Για να διεκδικήσεις ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ πρέπει να ξέρεις τι θα το κάνεις.

 

August 11, 2013

Για ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων

Οι πρόσφατες μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών και υγειονομικών, σωρευτικά με τα προηγούμενα μέτρα,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για να   χρησιμοποιείται  η   λέξη  «μεταρρυθμίσεις» για την πολιτική αυτή ερείπωσης της χώρας.  Πρόκειται για πολιτική που δημιουργεί ιστορίες δυστυχίας, καθημερινά, γύρω μας. Έχουμε να κάνουμε με ερασιτέχνες της καταστροφής. Γίνεται σαφές, και στους πιο δύσπιστους, ότι πρέπει να υπάρξει μια πολιτική διεξόδου. Όχι απλώς αλλαγή πολιτικών συσχετισμών, αλλά συγκροτημένη πρόταση που θα επιτρέψει αυτή την αλλαγή.  Αλλά πώς; Ποια είναι  τα προβλήματα στη συγκρότηση  μια εναλλακτικής πρότασης;

Το πρώτο αφορά τον μετασχηματισμό της οργής, της δίκαιης οργής  απέναντι σε μια πολιτική που   εξαθλιώνει τους πολίτες και τις οικογένειές τους οικονομικά,  τους εξοστρακίζει κοινωνικά, τους εξουθενώνει ψυχολογικά. Και η απελπισία σπρώχνει στην απαξίωση όχι μιας πολιτικής έναντι της άλλης, αλλά της πολιτικής συνολικά. Η πολιτική χάνει τα λόγια της, φαίνεται σαν ένα τεράστιο ψέμα, υποκρισία, απάτη.    Όταν ολόκληρες οικογένειες μένουν χωρίς  δουλειά και πόρους, όταν  άνθρωποι συνωστίζονται στις ουρές των νοσοκομείων, όταν αγωνιούν για την κάθε μέρα, για την επιβίωση και την αξιοπρέπειά τους, τότε κινδυνεύεις να χάσεις την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους αν δεν μιλήσεις μια γλώσσα άμεση, μια γλώσσα αποκατάστασης. Δεν πρόκειται για λαϊκισμό. Η αποκατάσταση των αδικιών συνδέεται   με το περί δικαίου αίσθημα    χωρίς το οποίο δεν   υπάρχει   κοινωνική  εμπιστοσύνη, δηλαδή ο  δεσμός μιας συγκροτημένης και νομοκρατούμενης πολιτείας. Απέναντι στην αποκατάσταση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών πρωτεύει η αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Κι αν δεν υιοθετήσει κανείς μια πολιτική αλληλεγγύης σ’ αυτούς που πληρώνουν αμαρτίες άλλων, θα τους   στείλει   στους σκοτεινούς προφήτες του νεοναζισμού.

Το  δεύτερο πρόβλημα είναι η αλληλεξάρτηση με το διεθνές περιβάλλον. Οι πολιτικές των μεταρρυθμίσεων, ακολουθούν λίγο πολύ τη γενική ροπή.  Αφενός οι επεξεργασίες και οι πιέσεις των διεθνών οργανισμών, αφετέρου το παράδειγμα των ισχυρών κρατών δημιουργούν το διεθνές πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων. Σήμερα το πάνω χέρι   έχουν οι μεταρρυθμίσεις  μιας παλινόρθωσης των λίγων και ισχυρών έναντι των πολλών, του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου, του χρηματοπιστωτικού τομέα έναντι του παραγωγικού, των τεχνοκρατικών έναντι των δημοκρατικών λύσεων. Οι κυβερνήσεις δεν λογοδοτούν έναντι του λαού, αλλά έναντι των τραπεζών, των διεθνών οργανισμών, των επιχειρήσεων.  Αυτά συμβαίνουν στο διεθνές περιβάλλον, θεωρούνται ορθοδοξία και επιβάλλονται βαθμιαία ή βίαια, όπως στην Ελλάδα.   Πρόκειται για εξευρωπαϊσμό; Ας σκεφτούμε μόνο  ότι στη δεκαετία του ’30 στην ηπειρωτική Ευρώπη το αντίστοιχο διεθνές περιβάλλον  ωθούσε προς φασισμό και αυταρχισμό, στη δεκαετία του 60 και του 70 προς διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν πρόκειται επομένως για νομοτέλεια.  Από την άλλη μεριά όμως, ένα εναλλακτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην εθνική εμπειρία.

Η κρίση που διέρχεται η σημερινή Ευρώπη, με ασύμμετρες συνέπειες, είναι η πρώτη μεγάλη κρίση της καινούργιας εποχής της παγκοσμιοποίησης. Η νέα εποχή παράγει ταυτόχρονα  επιτάχυνση της παραγωγής  και εξοστρακισμό από την παραγωγή. Εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη, και όχι μόνο η Ανατολική Ευρώπη, ζουν ανάμεσα στην ανεργία, την υποαπασχόληση και τη φτώχεια. Σκουριασμένα εργοστάσια, εγκαταλειμμένοι αγροί, πανεπιστήμια παραγωγής απασχολήσιμων, αλλά εκτός παραγωγής, νέων.  Ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται. Μερικές χώρες  κατορθώνουν να επιβιώσουν χάρη στους φυσικούς ενεργειακούς πόρους που διαθέτουν ακόμη, άλλες δια μέσου του φαύλου κύκλου του δανεισμού, όχι λίγες έχουν τυλιχτεί σε αδιέξοδους εμφυλίους πολέμους υψηλής ή χαμηλής έντασης. Θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε ότι κινδυνεύει και η Ελλάδα να βρεθεί οριστικά σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο,   μεγάλα στρώματα του πληθυσμού ήδη βρίσκονται εκεί. Επομένως χρειάζονται πολιτικές ανάταξης, αλλά πολιτικές μακράς πνοής. Πώς μπορεί μια κοινωνία να ξαναμπεί στην παραγωγική τροχιά; Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα.

Ο εθνικισμός βλάπτει σοβαρά την πολιτική. Πρέπει να σκεπτόμαστε  με όρους αλληλεξάρτησης. Η εθνική κυριαρχία   πάντοτε ήταν πορώδης αλλά σήμερα  δομές οριζόντιες, όπως λ.χ. το τραπεζικό σύστημα και η ροή του χρήματος τέμνουν εγκάρσια τις χώρες. Και όχι μόνο. Τις περισφίγγουν. Οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να έχουν αύρα απομονωτισμού. Η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια να υιοθετήσει ένα αντιδυτικό εκσυγχρονισμό τύπου Πούτιν ή Ιράν. Δεν έχει   τους πόρους,   το μέγεθος,   τη γεωγραφική θέση,   την ιστορία πίσω της για κάτι παρόμοιο.   Με την έννοια αυτή ούτε τα διλλήματα εντός ή εκτός Ευρώπης, ούτε οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην γερμανική και τη Νότια Ευρώπη ανταποκρίνονται σε υπαρκτές πραγματικότητες ή δυνατότητες.  Όπως το κακό βρίσκεται εδώ, μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη, έτσι και τα στηρίγματα μιας παρόμοιας πολιτικής υπάρχουν μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη.

Μια πολιτική ανάταξης, ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων χρειάζεται να αποσαφηνίσει τον συνεκτικό ιστό των μεταρρυθμίσεων,  σε ποιο πρότυπο θα ανταποκρίνονται, πώς θα επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που φαίνεται να εμπνέεται  από τον αντίθετο άνεμο.  Τα σημάδια ότι το μοντέλο που εφαρμόζεται εξαντλείται, γιατί εξαντλούνται οι κοινωνίες, δεν είναι λίγα. Ο Χάμπερμας στην   ομιλία του στην Αθήνα, μίλησε για διάσπαση της δημόσιας σφαίρας, σε μια σφαίρα των κυβερνήσεων, των κοινοτικών οργάνων και των διεθνών οργανισμών και σε μια δημόσια σφαίρα των πολιτών. Σ’ αυτή την ευρωπαϊκή δημόσια  σφαίρα των πολιτών πρέπει να τοποθετηθεί η συγκρότηση ενός μεγάλου εναλλακτικού σχεδίου.   Όπως στον καιρό που μεσουρανούσαν οι φασισμοί στην Ευρώπη, έπεσε πάνω στους ώμους  του αντιφασισμού η διάσωση της ευρωπαϊκής κληρονομιάς, έτσι και τώρα, οι δυνάμεις που θα σηκώσουν το βάρος της ανάταξης της χώρας, θα πρέπει να αισθάνονται και να το εννοούν αυτό, ως οι κληρονόμοι μιας ιστορικής πορείας που βρίσκεται σε μια μεγάλη καμπή σήμερα. Επομένως χρειάζεται ένα ευρύ και περιεκτικό πλαίσιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα αντιπαραθέσει μια ριζικά διαφορετική  κλίμακα αξιών σε αυτήν που διαπερνά τις σύγχρονες πολιτικές.

Το βάρος αυτό δεν μπορεί να το σηκώσει ο κεντροαριστερός χώρος, γιατί απλώς δεν έχει αντικείμενο και δεν διαφοροποιείται από τον κεντροδεξιό. Πρέπει να τον σηκώσει η Αριστερά, αλλά ως Αριστερά του 21ου αιώνα. Δηλαδή ως ο κληρονόμος της διεύρυνσης της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, της  πολιτικής της αλληλεγγύης και, ακόμη, των θετικών διακρίσεων   υπέρ των αδελφών ημών των ελαχίστων. Μια παρόμοια Αριστερά δεν λογοδοτεί μόνο στα μέλη της, αλλά στο σύνολο όσων την εμπιστεύονται, και η ευθύνη της αφορά ακόμη και όσους δεν την εμπιστεύονται. Έτσι κερδίζεται η πολιτική και ηθική υπεροχή.

Το Βήμα 11.8.2013