May 3, 2018

Ιστορία και μυθοπλασία

Κάποτε ο Πικάσο φιλοτεχνούσε το πορτρέτο μιας κυρίας που τον επισκεπτόταν, για τον λόγο αυτό, συχνά. Κάποια μέρα ο σύζυγος της, που ανησυχούσε, επισκέφτηκε το ατελιέ του ζωγράφου και του ζήτησε να   δει το πορτρέτο. Όταν ο ζωγράφος του αποκάλυψε τον κυβιστικό πίνακα, ο σύζυγος ανέκραξε λέγοντας: «Μα Non αυτή δεν είναι η γυναίκα μου!»  Και στην απορία του ζωγράφου «Πώς είναι η κυρία σας;» έβγαλε από το πορτοφόλι του μια μικρή φωτογραφία της. Έσκυψε και την κοίταξε με απορία ο Πικάσο και είπε: «Α, mon chéri, τόσο μικροσκοπική είναι η κυρία σας;»

Ο ζωγράφος αμφισβήτησε μια σύμβαση, τη φωτογραφική αληθοφάνεια. Αυτή    η σύμβαση   δεν είναι διαφορετική από την σχέση ανάμεσα στην ιστορία και στη μυθοπλασία. Και όμως, αν κάποιος τις συσχετίσει, αν πεί δηλαδή ότι πρόκειται για σύμβαση,  ξεσηκώνεται συνήθως μεγάλος κουρνιαχτός. Γιατί;

Διότι όπως έχουμε αποδεχτεί τη σύμβαση ότι μια τοσοδούλικη ασπρόμαυρη φωτογραφία, όπως αυτές στην ταυτότητα, παραπέμπει σε ένα κανονικό πρόσωπο, επομένως δεν θέτουμε ερωτήματα σαν αυτό του ζωγράφου, έτσι υπάρχει μια βαθειά, ριζωμένη και διαδεδομένη πεποίθηση, καρφωμένη στις συνειδήσεις, ότι η ιστορία και το παρελθόν ταυτίζονται, επομένως μιλώντας για το ένα, αναφερόμαστε στο άλλο. Πού χωράει λοιπόν η μυθοπλασία;

Αυτή η σύγχυση επιτείνεται από την αμφισημία της λέξης ιστορία. Ιστορία ως η περιγραφή του παρελθόντος, αλλά και ιστορία ως το ίδιο το παρελθόν. Γιατί πώς να μιλήσεις για το παρελθόν, για το όποιο αντιληπτό παρελθόν, παρά με λόγια, δηλαδή εξιστορώντας το; Ιστορία λοιπόν είναι ο λόγος για το παρελθόν. Το μέρος προς το όλον.  Αυτή η μετωνυμική σχέση της ιστορίας με το παρελθόν, είναι ζήτημα σύμβασης, σύμβασης που λειτουργεί εντός συγκεκριμένων πολιτισμικών ορίων.

Απ’ τη   μια υπάρχει ένα τεράστιο, χαώδες παρελθόν, και από την άλλη οι μικρούτσικες αναπαραστάσεις του, οι μόνες με τις οποίες μπορούμε να αντιληφθούμε κάτι από αυτό. Από τη στιγμή λοιπόν που αποφασίζουμε να δημιουργήσουμε μια σφήνα ανάμεσα στο εξιστορούμενο αντικείμενο και στο ιστορούν υποκείμενο, πρέπει  να απαντήσουμε στο ερώτημα με ποιους τρόπους, με ποια εργαλεία, με ποιες συνήθειες, με ποια τέχνη οι λέξεις αγκαλιάζουν και ενδύουν αυτό το φευγαλέο παρελθόν. Πώς το μετατρέπουν σε φθεγγόμενο παρελθόν; Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως Ιστορία, έχει χαρακτηριστικά συγκεκριμένα: Έχει τη μορφή γραπτού κειμένου και όχι προφορικών ιστοριών˙ γράφεται σε πεζό και όχι σε έμμετρο λόγο˙ ο χρόνος της είναι γραμμικός και όχι κυκλικός˙ ο στόχος της είναι αυτό που μοιάζει πραγματικό και όχι ο μύθος˙ χρησιμοποιεί υποσημειώσεις και παραπέμπει στις πηγές που χρησιμοποιεί˙ ακολουθεί τους κανόνες και τη μεθοδολογία της έρευνας, δηλαδή εμπειρική επαλήθευση, συλλογισμοί, επαγωγή-απαγωγή κ.ο.κ. Αυτό τον τρόπο μαθαίνουν οι επίδοξοι ιστορικοί. Αλλά δεν τελειώσαμε εδώ.

Γιατί η περιγραφή, η γραφή της ιστορίας, ακόμη κι αν γίνεται με όλους τους κανόνες του επαγγέλματος, εξαρτάται από τα καλούπια που υπάρχουν στο μυαλό μας, πριν καν την αρθρώσουμε, μόνο με το να φανταστούμε αυτό που θέλουμε να γράψουμε. Και αυτά τα καλούπια δεν είναι ατομικά, είναι διϋποκειμενικά, είναι πολιτισμικά. Π.χ. η έννοια της προόδου και ο εξελικτισμός. Όταν μια κοινωνία είναι εμποτισμένη με αυτή την έννοια δυο αιώνες, η ιστορία περιγράφει αυτό που είναι καινούργιο και εκείνο που είναι παλιό, εκείνο που πάει μπροστά και εκείνο που αντιστέκεται. Αν επίσης βλέπεις την ιστορία ως ιστορία του έθνους ή του κράτους, αν την βλέπεις ως πορεία εκμοντερνισμού ή εκλογίκευσης, αν την βλέπεις ως πάλη των τάξεων, τότε υιοθετείς μύθους-καλούπια, τα οποία δεν προέρχονται από τα δεδομένα σου, αλλά πάνω στα οποία σμιλεύεται ο λόγος ακόμη και με την πιο ευσυνείδητη έρευνα. Με τους μύθους αυτούς βάζεις τάξη στο χάος των δεδομένων.

Ο Χέυντεν Χουάιτ, που το έργο του Metahistory είχε τεράστια απήχηση, μελετώντας ιστορικά και  φιλοσοφικά κείμενα που διαμόρφωσαν τον 19ο αιώνα μίλησε για τέσσερις τρόπους γραφής της ιστορίας: το έπος (ο θρίαμβος του καλού επί του κακού), την σάτιρα (η παγίδευση στο κακό), την τραγωδία και την κωμωδία, στην οποίες υπάρχει μια δυνατότητα χειραφέτησης από τις δυνάμεις που παγιδεύουν το υποκείμενο, στην μεν τραγωδία μέσω της καταστροφής του ήρωα αλλά της συνειδητοποίησης των δυνάμεων που δρουν, στη δε κωμωδία μέσω της συμφιλίωσης των αντιθέτων. Οι προσπάθειες, οι προσδοκίες, η συνειδητοποίηση των δυνατοτήτων ή των αδιεξόδων, ο ρόλος του υποκειμένου σε σχέση με το περιβάλλον του, συστατικά στοιχεία της ιστορικής αφήγησης,  τίθενται διαφορετικά σε αυτούς τους τρόπους. Το σημαντικό είναι να καταλάβουμε ότι η μυθοπλασία δεν είναι ατομική επιλογή και ότι η ανάλυσή της υπερβαίνει τα όρια της βιογραφίας του συγγραφέα ή του ιστορικού που μελετάμε. Είναι σημαντική γιατί μας εκπαιδεύει στο να μπορούμε να διαβάζουμε μέσα από τις γραμμές και να καταλαβαίνουμε τις πολιτισμικές συναρμογές που διαμορφώνουν τη γραφή. Μερικές φορές αυτές οι συναρμογές είναι σημαντικότερες από το περιεχόμενο στο οποίο εμφανίζονται.

Επομένως, αν μας λέει κάτι ο όρος μεταμυθοπλασία δεν είναι η αναφορά σε κάτι που έπεται της μυθοπλασίας, αλλά η, κατά το δυνατόν, εποπτεία των μυθοπλασιών. Γιατί κάθε τι, ακόμη και η πιο απλή διαπίστωση, εμπεριέχει το μυθοπλαστικό στοιχείο, αθέατες συναρμογές. Ας επιστρέψουμε στην μικρή ιστορία της αρχής, ανάμεσα στην απούσα κυρία, τον ζωγράφο και τον σύζυγο. Αν εκείνη ήταν το αντικείμενο του πόθου, εκείνο που είχαν στα χέρια τους και αντάλλαζαν οι δύο άνδρες ήταν ο μύθος της, με τη μορφή του κυβιστικού πίνακα ή της μικροσκοπικής   φωτογραφίας της. Πώς ήταν όμως η κυρία;

 

 

Αυγή, 22.4.2018

Advertisements
March 19, 2018

Η αθηναϊκή δημοκρατία στο Κυρηνάλιο, ή τα Πέντε Αστέρια στην Ακρόπολη.

Άστραψαν  και βρόντηξαν με τις ιταλικές εκλογές οι κήρυκες  του ορθολογισμού και της αρετολογίας. Ο λαϊκισμός σε όλες τις κλίσεις  και   αριθμούς.   Και η  αριστερή μελαγχολία που έγινε αριστερή   κατάθλιψη. Ο Μαρκο Ρεβέλι θυμάται στην εφημερίδα  Μανιφέστο το …1948 (sic!):  «Και τότε ηττήθηκε η Αριστερά, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, δεν βρίσκουμε κόκκινες κουκίδες πια στον εκλογικό χάρτη!»  Εντούτοις,   το νέο κοινοβούλιο είναι το νεώτερο στην ηλικία που έχει υπάρξει ποτέ  στην Ιταλία ( μέσος όρος 44 χρόνια) και εκείνο όπου οι γυναίκες μετρούν πάνω από   ένα τρίτο. Και τι δεν ακούστηκε  όμως για τη σύνθεση του! Γκαρσόνια και κτηνοτρόφοι, ναυτικοί  και πληροφορικάριοι, άνθρωποι με   δουλειές του ποδαριού, κορίτσια της διπλανής πόρτας, χωρίς εμπειρία και   ανάλογο κύρος και βάρος για το κοινοβούλιο.

Τι συμβαίνει λοιπόν στην Ιταλία; Τι είναι αυτό το πρώτο κόμμα, το κίνημα των Πέντε Αστέρων; Τι λέει το πρόγραμμά του; Το πρόγραμμα είναι αναρτημένο στο διαδίκτυο, άλλωστε όλο αυτό το κόμμα που δεν θέλει να λέγεται κόμμα αλλά κίνημα   πολιτών,  είναι βασισμένο, και ως ιδέα και επιχειρησιακά,  στο διαδίκτυο. Εντούτοις οι σχολιαστές των ελληνικών εφημερίδων δεν θέλουν να ξέρουν.

Ένα από τα πιο διασκεδαστικά (αλλά και κατατοπιστικά) πεντάστερα κείμενα  είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον νομπελίστα  θεατράνθρωπο Ντάριο Φο, τον Μπέπε Γκρίλλο, και τον Τζιανρομπέρτο Καζαλέτζιο,  με τίτλο «Ο Γρύλος τραγουδάει πάντα στο δειλινό» (Il Grillo canta sempre al tramonto). Ο τίτλος παραφράζει χιουμοριστικά, και παίζει ανάμεσα στην κυριολεξία και στις μεταφορές, από το όνομα του Γκρίλλο, έως την κουκουβάγια, που πετάει πάντα στο δειλινό, και που συμβολίζει την Αθήνα. Ο διάλογος αυτός,  όπως διατυπώνεται προγραμματικά, γράφηκε στο πρότυπο του διαλόγου του Λουκιανού (1ος  μ.χ. αιώνας) «Πλοίον ή ευχαί»  που είναι μια κουβέντα που γίνεται από τρεις φίλους (Λυκίνος, Σάμιππος και Τιμόλαος)   ανεβαίνοντας  από τον Πειραιά στην Αθήνα. Σχολιάζουν την αξιοθρήνητη κατάσταση των ελληνικών πόλεων εκείνης της εποχής και προτείνουν τις πιο τολμηρές, ακόμη και σουρεαλιστικές  λύσεις. Ειρωνεία, σαρκασμός, ουτοπία.

Ο περιπατητικός διάλογος ξεκινά με αναφορά στον Ερατοσθένη που με απλούς αλλά τολμηρούς  συλλογισμούς και παρατηρήσεις μέτρησε την περιφέρεια της γης. Το μήνυμα: πώς να σκεφτούμε πέρα από τα κοινώς παραδεδεγμένα.   Τερματισμός του περιπατητικού διαλόγου σ’ ένα μπαρ στους  πρόποδες της Ακρόπολης, όπου οι τρεις φίλοι, πίνοντας την μπύρα τους,  ακούν προσεκτικά τον επιτάφιο του Περικλή, που εξηγεί τη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας, που παρατίθεται στον επίλογο. Η άμεση δημοκρατία είναι εφικτή στην εποχή του διαδικτύου,  η οικολογία είναι  απαραίτητη για την βιωσιμότητα του πλανήτη , η αντίθεση στην επαγγελματική πολιτική προϋπόθεση της δημοκρατίας των πολιτών. Η υποστήριξη των μικρών παραγωγών και η απελευθέρωσή τους από το κράτος, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα,  η επανεγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας, η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού με επιμερισμό του βάρους σε όλη την Ευρώπη,  η ανάδειξη των πρωτοβουλιών των πολιτών στην ψήφιση νόμων, διευκόλυνση των δημοψηφισμάτων για όλα τα κρίσιμα ζητήματα περιλαμβανομένων και των οικονομικών, αλλά και δυσπιστία στα κόμματα και εμπιστοσύνη στην  άμορφη κοινωνία των πολιτών,  αυτές  είναι σε γενικές γραμμές οι ιδέες που περνούν από τον διάλογο. Ένα κίνημα άμεσης δημοκρατίας που θυμίζει έντονα την κάτω   πλατεία Συντάγματος του 2011, αλλά και ολόκληρα κομμάτια του προεκλογικού προγράμματος του Σύριζα. Δεν αυτοπροσδιορίζεται ως  αριστερό, άλλωστε ένα από τα συνθήματα είναι «δεν υπάρχουν ιδέες αριστερές και δεξιές, υπάρχουν ιδέες καλές και κακές».    Θυμίζουν αυτά κινήματα αντιπολιτικής;  Αν καταλαβαίνει κανείς την πολιτική ως την τεχνολογία της μεταδημοκρατίας, σίγουρα ναι. Αλλά αυτό που σ’ ερωτά εμμέσως και αμέσως είναι «τι είναι πολιτική στη δημοκρατία, και τι είναι δημοκρατική πολιτική, τι σημαίνει πολίτης, και πώς ασκούν οι πολίτες πολιτική;»

Το ύφος  του διαλόγου, δηλαδή η μίμηση του σατυρικού αρχαίου διαλόγου   έχει ενδιαφέρον ως προς  το μήνυμα που στέλνει: Σταματήστε να μιλάτε με σοβαροφάνεια, ακούστε πολλές ιδέες, μπορεί να σας φαίνονται μερικές απλοϊκές, άλλες ανεδαφικές. Ίσως και να είναι. Αλλά χρειάζεται ένας άλλος τρόπος να γίνει πολιτική σήμερα, υπάρχουν τα μέσα και οι δυνατότητες. Και η ανάγκη βέβαια. Σε μια Ιταλία που η μια οικογένεια στις τέσσερις βυθίζεται στη φτώχεια, που η ανεργία στον ιταλικό νότο  προσεγγίζει ελληνικά ρεκόρ, που οι εργάτες ψηφίζουν Λέγκα του Βορρά γιατί τους μετανάστες δεν τους στέλνουν εκεί που ζουν οι πλούσιοι αλλά οι φτωχοί, σε μια Ιταλία χωρίς ελπίδα, όπου ξηλώθηκε η μεταπολεμική κομματοκρατία αλλά η επιχείρηση «καθαρά χέρια» κατέληξε στον Μπερλουσκόνι και η μεταδημοκρατία θριάμβευσε με εξωκοινοβουλευτικές λύσεις με τη συναίνεση   Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς, πώς αλλιώς να μιλήσει  κανείς διαφορετικά  από τον  Λουκιανό;

Δεν ξέρω που θα καταλήξει όλο αυτό. Σημασία όμως έχει να ακούμε προσεκτικά,  χωρίς καταδικαστικούς αφορισμούς.

ΕφΣυν 19.3.2018

March 18, 2018

Ιστορικές μεσοτοιχίες

Στη Δημοκρατία της Μακεδονίας   έχει μπει στο στόχαστρο της κριτικής   ο «εξαρχαϊσμός» ή η «αρχαιολογικοποίηση» της χώρας, δηλαδή οι συχνές-πυκνές αναφορές στην  καταγωγή  από τους  αρχαίους Μακεδόνες και τον Αλέξανδρο. Ευθύνες για την καλλιέργεια αυτών των αντιλήψεων αποδίδονται  και στους  Έλληνες πατριαρχικούς, τέλη 19ου –αρχές 20υ αι. Προκειμένου να αποσπάσουν τους Σλαβομακεδόνες από την επιρροή των Βουλγάρων και τη Βουλγαρική σχισματική εκκλησία,  τους βεβαίωναν  πως  ήταν απόγονοι των αρχαίων Μακεδόνων.  Αλλά και οι Βούλγαροι διεκδικούσαν αυτή την   κληρονομιά. Ο  Γκεόργκι Ρακόφσκι, από τους πατέρες του βουλγαρικού έθνους,   όταν σπούδαζε στην Αθήνα εξελλήνισε το όνομά του ως Γεώργιος Μακεδών. Ο βούλγαρος στρατηγός Κύρκοφ εξέδωσε   προκήρυξη στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, καλώντας τους στρατιώτες του να  «ξαναζωντανέψουν τη φήμη του μεγάλου βούλγαρου Αλέξανδρου». Τον Αλέξανδρο τον θεωρούσαν ως πρόγονό τους και οι Αλβανοί. Ο βασιλιάς Ζόγου έκοψε, το 1926, νομίσματα με την εικόνα του (το λέκ, από το Αλέξανδρος). Ωστόσο δεν ήταν ο Αλέξανδρος η μόνη διεκδικούμενη προσωπικότητα στα Βαλκάνια.     Τον Μάρκο Μπότσαρη, τον διεκδικούν και οι Αλβανοί, ως συγγραφέα του ελληνοαλβανικού λεξικού,   οι Βούλγαροι ως Bodjar,  ακόμη και οι Ρουμάνοι ως Marcu Botzari,  που μιλούσε κουτσοβλάχικα. Ωστόσο δεν είναι μόνο στα Βαλκάνια που έναν ήρωα τον διεκδικούν περισσότεροι λαοί. Τον Ανταμ Μικίεβιτς, το    εθνικό  ποιητή των Πολωνών, τον διεκδικούν και οι Λιθουανοί, ως το άνθος του λιθουανικού πνεύματος. Και μια ο λόγος για ποιητές, όταν έγινε η μετακομιδή των λειψάνων του Ούγκο Φώσκολο,  στη Βασιλική  του Σάντα Κρότσε στη Φλωρεντία, το 1871, ο Έλληνας πρεσβευτής δεν παρέστη γιατί η Ελλάδα τον διεκδικούσε ως Έλληνα ποιητή, συμπατριώτη άλλωστε του Κάλβου και του Σολωμού.

Τα παραδείγματα αυτά, που μπορούν να πολλαπλασιαστούν με αναφορές σε διεκδικούμενα σύμβολα, τραγούδια, θρύλους, ονόματα περιοχών, πόλεων, αγίους, γλώσσες, αλφάβητα, καλλιτεχνικά μοτίβα κλπ,  αποτελούν   ιστορικές μεσοτοιχίες.  Μεσοτοιχίες  που ενώνουν   και χωρίζουν.  Ανάμεσα στην Νορβηγία και στη Σουηδία, υπήρχαν εκατό χρόνια συμβίωσης. Μετά τη διάλυσή της,  κάθε χώρα διεκδικεί με διαφορετικό τρόπο την εξιστόρησή της. Με τον ίδιο τρόπο η Αυστροουγγαρία,   έχει γεννήσει διαφορετικές και αντιτιθέμενες ιστορίες όχι μόνο ανάμεσα στις διάδοχες χώρες,     αλλά και στο εσωτερικό τους.     Ιστορικές μεσοτοιχίες ανάμεσα στη Γερμανία και την Αυστρία, ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία (Αλσατία και Λωρραίνη), ανάμεσα στη Γερμανία και τη Δανία (Σλεσβιχ-Χολστάϊν), ανάμεσα στην Γερμανία και την Πολωνία, ανάμεσα στη Φιλανδία και τη Ρωσία (Καρελία), ανάμεσα στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία (Τρανσυλβανία) και βέβαια πολλές στα Βαλκάνια, ανάμεσα σε Ελλάδα,     Τουρκία  και   Βουλγαρία   (λ.χ. ιστορική Θράκη). Κοινές κληρονομιές, αμφισβητήσεις, σφετερισμοί,    επικαλύψεις,  υβριδικές    και μεταβατικές ταυτότητες,   γραμμένες  πότε με μελάνη, πότε με αίμα.

Αλλά και κληρονομιές αδιάθετες. Ποιος διεκδικεί    τους ελληνόφωνους, αλβανόφωνους, βλαχόφωνους και σλαβόφωνους Μπεκτασήδες, τους Ντονμέδες της Θεσσαλονίκης, τους Λινοβάμβακους ή Κλωστούς της Κύπρου, τους Οφλίτες, ή Σταυριώτες ή Κρωμλήδες του Πόντου; Μεταξύ χριστιανισμού και ισλαμισμού, μεταξύ εβραϊσμού και ισλαμισμού, ή   ξεχωριστές θρησκείες;  Με ποια κριτήρια  εθνικά ή θρησκευτικά θα   ταξινομούσε  κανείς τους Γκαγκαούζους των Βαλκανίων, τους Καραμανλήδες της Καππαδοκίας,  τους  Λαζούς και τους Μπαφραλήδες των ορεινών περιοχών του Πόντου, τους  Κονιαραίους ή τους Καρατζοβαλήδες της Μακεδονίας, τους τουρκόφωνους ή αραβόφωνους Αλεβίτες της Ανατολίας, τους Κιζίλμπασηδες,   τους Γιουρούκους, τους Πομάκους, τους Ζεϊμπέκες, τους Κιρκάσιους, τους Βόσνιους,     τους Αθιγγάνους, τους Τουρκοκρητικούς, τους Βαλαάδες, τους Τουρκογιαννιώτες ή τους Τσάμηδες, τους Μαρωνίτες, τους Χαλδαίους και τους Προχαλκηδόνιους, ή τους Μελχιταριστές;  Παράξενα και ξεχασμένα ονόματα, ωστόσο στις αρχές του 20ου αιώνα προσδιόριζαν ταυτότητες.

Και καλά, όλες αυτές οι πληθυσμιακές ομάδες αποτελούνταν από  ανθρώπους που δεν είχαν αποκτήσει   συνείδηση της γλώσσας, του πολιτισμού και της ιστορίας τους. Αλλά οι μορφωμένοι;  Ο Σάμι Φράσερι (Sami  Frashëri ή  Şemseddin Sami) ήταν ένας Αλβανός Οθωμανός αξιωματούχος που υποστήριζε και την μακροημέρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και την ευημερία της Αλβανίας κάτω από τις φτερούγες της. Ο Οττο Μπάουερ ήταν ένας Βιεννέζος σοσιαλιστής, ο οποίος ήθελε τα έθνη ως κοινότητες που θα έχουν την ευθύνη της ηθικής και πολιτισμικής τους ανάπτυξης να συνυπάρξουν στο περίβλημα    των μεγάλων αυτοκρατοριών. Ακόμη και το ίνδαλμα των ελλήνων εθνικιστών,  ο Ίων Δραγούμης ενάλλασσε με το ίδιο πάθος   κοσμοπολιτισμό και εθνική ανωτερότητα. Παρόμοιες τάσεις δεν ήταν καθόλου περιθωριακές. Ο «ελληνοοθωμανισμός»  ήταν μια τάση κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ανάμεσα στα ηγετικά στρώματα των Ρωμιών της Κωνσταντινούπολης,     σύμφωνα με την  οποία  το μέλλον υπαγόρευε τη συνεργασία του ελληνικού και του οθωμανικού στοιχείου μέσα στο πλαίσιο μιας ενιαίας αυτοκρατορίας. Η επανάσταση των Νεοτούρκων, 1908, και η προσδοκία συνταγματικής μεταβολής της Οθωμανική αυτοκρατορίας  θεωρούνταν, από   τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που σε λιγότερο από τρία χρόνια θα ηγείτο του πολέμου εναντίον της, ως «μετριόφρων πραγμάτωσις της ελληνικής Μεγάλης Ιδέας»!

Τι μας λένε όλα αυτά; Να αντιμετωπίζουμε φιλικά και όχι εχθρικά τις μεσοτοιχίες.

ΕφΣυν 5.3.2018

March 18, 2018

Η κλοπή της Ιστορίας

«Οι Σκοπιανοί μας κλέβουν την ιστορία», είναι ένα από τα συνθήματα που ακούγονται αναφορικά με το μακεδονικό ζήτημα. Παραδόξως δεν ακούγεται το σύνθημα «Οι Τούρκοι μας κλέβουν την ιστορία» (προβολή αρχαίων και βυζαντινών μνημείων στις τουριστικές διαφημίσεις τους), ή ότι «οι Γερμανοί μας κλέβουν την ιστορία», γιατί  αν ένα έθνος έκανε υπερδανεισμό ελληνικής ιστορίας, από τον 19ο αιώνα, είναι το γερμανικό. Αλλά τι «κλέβουν»;

 

Ο ίδιος ο όρος «ιστορία» δεν έχει ένα μόνο νόημα. Τι σημαίνει   «έχω ιστορίες» ή  «Ιστορία μου, αμαρτία μου, λάθος μου μεγάλο»; Τι σημαίνει η λέξη ιστορία στις  φράσεις «το ιστορικό κέντρο της Αθήνας», «ο ναός ιστορήθηκε το 1650», «η ιστορική ηγεσία του  κόμματος», το «ιστορικό μυθιστόρημα», «το ιστορικό του ασθενούς»; Τι κοινό και ποιες διαφορές έχουν όλες αυτές οι χρήσεις της λέξης ιστορία;

 

Δύο από τις επικρατέστερες ερμηνείες: Η ιστορία ως όσα συνέβησαν, δηλ το παρελθόν,  και η ιστορία ως η εξιστόρηση των όσων συνέβησαν.   Ποιά είναι η διαφορά;  Η έρευνα, η νοητική αναπαράσταση, η γραφή, η ένταξη στα παροντικά συμφραζόμενα  διαμεσολαβούν, δημιουργούν διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες πολλαπλασιάζονται γιατί οι αναγνώστες ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες και τον τρόπο σκέψης   καταλαβαίνουν διαφορετικά και αποδίδουν διαφορετικές ερμηνείες στα κείμενα που διαβάζουν. Αυτά τα ενδιάμεσα στάδια της γραφής και της ανάγνωσης ονομάζονται «διαμεσολαβήσεις». Η διαμεσολάβηση οδηγεί σε διαφορετικές εκδοχές. Οι εκδοχές δεν περιλαμβάνουν μόνο διαφορετικές ερμηνείες και αξιολογήσεις των όσων συνέβησαν, αλλά και διαφορετικές σειρές γεγονότων. Παρουσίες και απουσίες. Ένα παράδειγμα. Ας σκεφτεί ο καθένας την προσωπική του ιστορία.  Σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του, άλλοτε   δίνει το ένα νόημα, άλλοτε το άλλο. Άλλοτε «θυμάται» ορισμένα γεγονότα και άλλοτε τα «ξεχνά». Ας δοκιμάσει να γράψει για την ιστορία του. Η πράξη της γραφής, αυτή καθ’εαυτή, θα τροποποιήσει την εικόνα που θέλει να περιγράψει. Όπως στα όνειρα. Δοκιμάζοντας να περιγράψει κανείς ένα όνειρο, το τροποποιεί γιατί το βάζει στην πειθαρχία της γλώσσας, στην χρονική διαδοχή, στους περιορισμούς των εκφραστικών δυνατοτήτων. Δηλαδή προσπαθώντας να  περιγράψουμε ένα όνειρο, στην πραγματικότητα το κατασκευάζουμε. Στο τέλος θεωρούμε ότι το όνειρο που είδαμε είναι εκείνο που περιγράψαμε. Κάτι ανάλογο  συμβαίνει και με την εξιστόρηση του παρελθόντος. Περιγράφοντάς το, το  «κατασκευάζουμε».

Πώς «κατασκευάζεται» η ιστορία; Με τις έννοιες και τα  διανοητικά εργαλεία που διαθέτει κάθε εποχή. Με τις δυνατότητες αλλά και τους περιορισμούς της γλώσσας και του πολιτισμού. Καλό  παράδειγμα, είναι ο τρόπος που άλλαξε η ιστορία της ελληνικής αρχαιότητας,  μέσα από τις διόπτρες των βυζαντινών χρονογράφων, των ουμανιστών της Αναγέννησης  και των Ελλήνων του 19ου αιώνα. Κατασκευή όμως δεν σημαίνει επινόηση. Και στις τρεις εποχές διάβαζαν Ηρόδοτο, Θουκυδίδη και Ξενοφώντα. Τους αντιλαμβάνονταν όμως διαφορετικά.   Κατασκευή δεν σημαίνει   αυθαιρεσία ή χάλκευση. Η ίδια μελωδία   ακούγεται διαφορετικά ανάλογα με το όργανο, τον εκτελεστή, την εποχή, το χώρο κλπ.     Γιατί όμως οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την ιστορία; Τι θέλουν να μάθουν; Διαφορετικά πράγματα.

Θέλουν να μάθουν πώς διαμορφώθηκε η εποχή τους,   το τώρα από το πριν. Ή θέλουν να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους, να αυτό-επιβεβαιωθούν. Γιατί η ιστορία λειτουργεί ως καθρέφτης μέσα από την οποία ένα έθνος, όχι μόνο απολαμβάνει τον εαυτό του,   αλλά προωθεί την κοινωνική συνοχή καθρεφτίζοντας τα διάσπαρτα και διαφορετικά μέλη του στον ίδιο καθρέφτη, διαδίδει  βασικές    ιδέες και κανόνες συμβίωσης, δημιουργεί, αλλάζει ή ενισχύει την ταυτότητά του.

Πολλοί πιστεύουν ακόμη ότι η ιστορία παραδειγματίζει  ότι «είναι  φιλοσοφία που  διδάσκει με παραδείγματα» (Διόδωρος Σικελιώτης). Για άλλους η γνώση της ιστορίας έχει το χαρακτήρα πολιτισμικής (και επομένως κοινωνικής) διάκρισης. Οι “μύστες” της γνώσης. Όχι λίγοι, βρίσκουν παρηγοριά στην ιστορία, αν μάλιστα η προσφορά ιστορίας συνοδεύεται και από ηθικές κρίσεις, ακόμη καλύτερα. Η λογοτεχνία διαβάζεται ως ιστορία κα η ιστορία ως λογοτεχνία. Η ιστορία ως απόλαυση, ως αντικείμενο του πόθου, διεκδίκησης, πόνου, ζηλοτυπίας, επιθετικότητας.

Αλλά και η ιστορία ως καταπολέμηση   στερεοτύπων και προκαταλήψεων. Μια κοινωνία συσσωρεύει μύθους και στερεότυπα για το παρελθόν το δικό της και των άλλων, τα οποία τα θεωρεί ως αυτονόητες ιδέες. Η ιστορική γνώση μπορεί να δείξει  αν αυτές οι ιδέες   ανταποκρίνονται στα πράγματα.  Επίσης η ιστορία ως γνώση της «ετερότητας». Αν η γνώση του παρελθόντος είναι μια εκπαίδευση στο να σκεφτόμαστε κοινωνίες και πολιτισμούς διαφορετικούς από τους σημερινούς, μας καθιστά περισσότερο ευαίσθητους και ικανότερους στο να κατανοούμε το διαφορετικό, στη σύγχρονη κοινωνία. Να κατανοούμε δηλαδή λαούς και κοινωνικές ομάδες διαφορετικές από τις δικές μας. Τέλος,   ξεχασμένη πια χρήση, είναι η γνώση της ιστορίας για την αλλαγή της κοινωνίας.

Πολλές απαντήσεις, γιατί ιστορία δεν είναι η γνώση των γεγονότων. Ο στρατηγός Φραγκούλης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Μπουτάρης, μπορεί να γνωρίζουν  το ίδιο καλά τα ιστορικά γεγονότα. Αντιπροσωπεύουν όμως διαφορετικές, και διακριτές, ιστορικές κουλτούρες.

 

 

ΕφΣυν 20.2.2018

 

 

March 18, 2018

Και όμως κινείται!

Όσα ασυμβίβαστα ακούστηκαν στο χτεσινό συλλαλητήριο, για απόρριψη κάθε συμβιβασμού στο Μακεδονικό, το μόνο που καταφέρνουν είναι να συμβάλουν  στη διαιώνιση της σημερινής υποκρισίας, στην οποία όλοι θα αποκαλούν την Δημοκρατία της Μακεδονίας με το όνομα της, ενώ στην Ελλάδα  θα   μεταφράζεται «κρατίδιο των Σκοπίων». Κάνουν ακριβώς το αντίθετο όσων υποστηρίζουν. Γιατί πέραν οποιασδήποτε δεοντολογίας,  μπορεί μια χώρα που κάθε νόμο της  τον ελέγχουν προληπτικά οι θεσμοί, ακόμη και ως προς τις λεπτομέρειες,     να επιβάλει σε μια άλλη πώς θα ονομάζεται, αν  θα έχει την τάδε ή την δείνα εθνική συνείδηση, πώς θα ονομάζει τη γλώσσα της; Αυτά συνέβαιναν, όποτε συνέβαιναν, τον καιρό της πανίσχυρης αποικιοκρατίας, όταν οι συσχετισμοί δύναμης ανάμεσα στου κύριους και τους κυριαρχούμενους ήταν αβυσσαλέες. Και επιβάλλονταν με τα όπλα. Και πάλι εκεί οι αντιστάσεις γέννησαν έθνη.  Στην Ελλάδα ένα εμπάργκο επιχειρήθηκε το 1994,  και αυτό κατέληξε σε φαρσοκομμωδία και λαθρεμπόριο…

Ωστόσο, παρά τις εντυπώσεις των συλλαλητηρίων, συγκρίνοντας τα τωρινά με εκείνα της πρώτης περιόδου του μακεδονικού 1992-1993, διαπιστώνει κανείς, ότι σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερο το ποσοστό των συμπολιτών μας που προκρίνουν διαπραγμάτευση, συμβιβασμό, ξεμπλοκάρισμα.   Τότε ο συσχετισμός δυνάμεων, στην πολιτική σκηνή, στα πανεπιστήμια και στα ΜΜΕ, ήταν συντριπτικά δυσμενέστερος από τον σημερινό. Σήμερα, κάτι κινείται. Η δουλειά που έγινε στο μεταξύ με άξονα την κριτική στην ιδεολογία του εθνικισμού και την κριτική επαναπροσέγγιση της ιστορίας, δεν πήγε χαμένη, παρήγαγε καρπούς. Παρά τις κατηγορίες περί εθνομηδενισμού, παρά τις κρίσεις πρώτα με την υπόθεση των ταυτοτήτων και στην συνέχεια των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας, τα πράγματα σαφώς έχουν αλλάξει στο πεδίο των ιστορικών σπουδών, της εκπαίδευσης, ακόμη και σε ένα μεγάλο μέρος της δημόσιας ιστορίας. Και αν λυθεί το μακεδονικό ζήτημα, μια νέα εθνική ταυτότητα, που δεν θα χρειάζεται να καταφεύγει σε μύθους και ιστορίες, και η οποία θα ταιριάζει και στην εποχή και στον ρόλο της Ελλάδας μετά την κρίση, θα αρχίσει να εδραιώνεται. Γι’ αυτό άλλωστε είναι κρίσιμη αυτή η διαμάχη, γι’ αυτό είναι κακό να επισκιάζει η μικροπολιτική   τα μεγάλα διακυβεύματα.

Η ιστορική κουλτούρα στη σύγχρονη Ελλάδα, αποτελεί έναν ισχυρό υπόβαθρο τόσο για τις παρανοήσεις και  την σύγχυση γύρω από το ζήτημα, όσο επίσης και για την δημιουργία άβατου για όσα κατηγοριοποιούνται ως  εθνικά θέματα.  Και το υπόβαθρο αυτής της σύγχυσης είναι η σύλληψη  της Ιστορίας σαν  κάτι συμπαγές που είναι ταυτόχρονα και ιερό, ταμπού. Μπορεί να μην το γνωρίζουμε, αλλά    το διαφυλάττουμε, κάθε κριτική είναι ιεροσυλία. Αυτή η ιστορική κουλτούρα  περνάει  με το μητρικό γάλα της εκπαίδευσης και των ΜΜΕ στις επόμενες γενιές.   Επομένως εκεί πρέπει να δουλέψουμε εντατικά,  συστηματικά, επίμονα.

Αναδιατάσσει όμως το συλλαλητήριο το πολιτικό πεδίο, το σχήμα με το οποίο αντιλαμβανόμαστε την πολιτική αντιπαράθεση;   Το κυρίαρχο ρητορικό  σχήμα   της ΝΔ και των συστημικών μέσων είναι το εξής: Από τη μια ο εθνολαϊκισμός και από την άλλη οι δυνάμεις του αντιλαϊκισμού, του φιλελευθερισμού, των μεταρρυθμίσεων, της λογικής, του ευρωπαϊκού τόξου. Θα τα λένε και αύριο αυτά;  Θα συνεχίζουν να χρησιμοποιούν αυτή τη διάκριση; Ανεξαρτήτως της κριτικής στο σχήμα αυτό, γιατί κάνει μια κατάχρηση του όρου «λαϊκισμός», η συμμετοχή και η πλειοδοσία συμμετοχής στο σημερινό συλλαλητήριο το κατεδαφίζει. Έχει ενδιαφέρον να δούμε πού θα μετατοπιστεί πια ο πολιτικός λόγος, και πώς θα χρησιμοποιηθούν οι αρλούμπες που ακούστηκαν ως πολιτικό επιχείρημα.   Ευθύνες όμως γιατί συνδαύλισαν  αυτό το αρχαϊκό στυλ    εθνικισμού, έχουν και εκείνοι που δεν θέλουν μεν να συνταυτιστούν με αυτό, αλλά    καταφεύγουν στη μικροπολιτική. Είναι παγίδα της κυβέρνησης, μας εκβιάζουν, όχι, δεν θα τους δώσουμε χείρα βοηθείας, καλύτερα να φύγουν μια ώρα αρχύτερα, …θα δούμε για μετά.  Όσο επιμηκύνεται αυτή η εκκρεμότητα, τόσο θα βγαίνουν όλοι αυτοί που είδαμε να παρελαύνουν από την κεντρική σκηνή τις δυο προηγούμενες Κυριακές.

Εν τούτοις, υπάρχει και ο κόσμος της πλατείας.   Η οικονομική κρίση προκάλεσε μια μείζονα κρίση ταυτοτήτων, η οποία σαφώς εκφράστηκε με κοινωνικό πρόσημο, στο οποίο όμως συμφύρονταν πολιτικές ταυτότητες. Τα ανώτερα στρώματα υιοθέτησαν έναν φιλομνημονιακό  λόγο ενοχοποίησης του λαού και του έθνους, τα κατώτερα έναν αντιμνημονιακό λόγο, ο οποίος στην κρίση έδινε έμφαση στην εθνική ταπείνωση και στις επιβουλές εναντίον του έθνους. Ο διχασμός αυτός εκφράστηκε στην ίδια πλατεία και το 2011 και το 2015. Μήπως τότε το χτεσινό συλλαλητήριο   ήταν η αντιστροφή;

Το συλλαλητήριο αυτό έδειξε ότι η κρίση των ταυτοτήτων   συνεχίζεται, αλλά οι προηγούμενες γραμμές   μπερδεύτηκαν γιατί μπήκαμε σε καινούργια φάση.  Η σημασία επομένως της διευθέτησης του μακεδονικού, ως ενός  εθνικού ζητήματος που προκαλεί ταυτοτικές αναταράξεις, έγκειται, εκτός των άλλων, και στη δυναμική     αναπροσδιορισμού της αντίληψης που έχουν οι Έλληνες για τον εαυτό τους και την ιστορία τους. Δεν είναι οι γραφικότητες που είδαμε.  Γι αυτό η διευθέτηση του Μακεδονικού είναι μονόδρομος.

EφΣυν 5.2.2018

March 18, 2018

Το Μακεδονικό ζήτημα πέραν της ονοματολογίας

Αν η αντιπολίτευση έπαιζε σκάκι και όχι τάβλι, θα έσπευδε να συνδράμει στη λύση του νέου μακεδονικού. Πρώτο γιατί δεν θα το είχε μπροστά της όταν θα ερχόταν η σειρά της να κυβερνήσει, και επίσης,  τις όποιες αντιδράσεις θα τις χρεωνόταν κυρίως η κυβέρνηση και δευτερευόντως η ίδια. Αλλά  ένα πράγμα η στρατηγική, άλλο τα ζάρια.

Ως προς τη στρατηγική. Το αφετηριακό ερώτημα είναι, ποιοι είναι οι στόχοι της Ελλάδας στα Βαλκάνια; Η αυτονόητη απάντηση είναι: πρώτο η πολιτική σταθεροποίηση της περιοχής και δεύτερο, η είσοδος της σε ένα δρόμο ανάπτυξης που θα ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο ώστε να μην λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τα κάτω, ως προς την Ελλάδα. Τι συμβαίνει στα κεντρικά Βαλκάνια; Μια ρευστοποίηση των συνόρων και δημιουργία λιλιπούτειων κρατών με προβληματική βιωσιμότητα και κυρίως προβληματική συμβίωση των πληθυσμιακών ομάδων που τα συναποτελούν. Τι θέλει η Ελλάδα; Να επωφεληθεί από τις διαφορές τους, να βάλει σφήνες και να δημιουργήσει ρήγματα; ‘Η να συμβάλει στη δημιουργία ενός διακρατικού πλαισίου συμβίωσης  και σταθερότητας αφενός, και αφετέρου ενός εσωτερικού κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στους πολίτες διαφορετικής εθνοτικής και θρησκευτικής προέλευσης;  Καθώς στην περιοχή αυτή το ένα δεν γίνεται χωρίς το άλλο, γιατί μικρά κράτη και μεγάλες μειονότητες, αποτελούν δυνητικά αιτίες αποσταθεροποίησης,  η απάντηση είναι αυτονόητη. Επομένως, η Ελλάδα δεν είναι παράγοντας σταθερότητας μόνο ως προς την Μέση Ανατολή και την Τουρκία, πρέπει να παίξει αυτό το ρόλο και ως προς τα Βαλκάνια.  Αυτή είναι μια ιστορική συγκυρία που πρέπει να αδράξουμε τη σημασία της, και μάλιστα τώρα που βρισκόμαστε στην έξοδο αυτού του κύκλου της κρίσης. Επομένως σκοπός μας πρέπει να είναι να συμβάλουμε στην κοινωνική ειρήνη και την πολιτική σταθερότητα των γειτονικών χωρών.

Τώρα ως προς το διαφιλονικούμενο.  Θα πρέπει οι Έλληνες να εγκαταλείψουν τον υπερφίαλο τρόπο συμπεριφοράς, που εκφράζεται συχνά με κωμικό τρόπο.  Δεν είναι σοβαρό να νομίζεις ότι μπορείς εσύ να βαφτίσεις μια χώρα που ήδη αυτοαποκαλείται με  ένα ορισμένο όνομα, και όταν επίσης όλοι οι άλλοι, παντού στον κόσμο, την αποκαλούν με αυτό το ίδιο το όνομα. Η Ελλάδα δεν έχει καμιά διεθνή κατανόηση σ’ αυτό, κι ούτε θα μπορούσε να έχει. Επομένως στη συζήτηση πρέπει να πάει με ενσυναίσθηση αυτού του προβλήματος. Και εδώ βρίσκεται το δίλημμα. Θα περιχαρακωθεί στο «η μη λύση είναι η καλύτερη λύση» αναβάλλοντας επ’ αόριστον το ζήτημα, ή θα ακολουθήσει τους στρατηγικούς της στόχους;

Θα πρέπει να αντιληφθούμε  τι σημαίνει το όνομα Μακεδόνες για τους ίδιους. Το αφήγημα που προκύπτει από   την Disneyland των Σκοπίων, με τα εκατοντάδες αγάλματα στο κέντρο της πόλης, καθώς και από το μεγάλο μουσείο της, είναι ότι θέλουν να θεωρούν τον εαυτό τους κληρονόμο όλων των πολιτισμών που άνθισαν ή πέρασαν από την περιοχή. Γι αυτό κι ο Αλέξανδρος δίπλα στον Ιουστινιανό, τον Κύριλλο και Μεθόδιο, τον Άγιο Κωνσταντίνο,   την Μητέρα Τερέζα, τους βούλγαρους μεσαιωνικούς τσάρους,   τους χαϊντούκους, τους  αμέτρητους «δασκάλους του γένους», τους  ακτιβιστές του μακεδονικού αγώνα, και τους παρτιζάνους. Επομένως το όνομα δείχνει προς την Μακεδονία όχι ως εθνολογικό, αλλά ως γεωγραφικό  προσδιορισμό.   Τι αποκλείει όμως; Τις οθωμανικές και μουσουλμανικές κληρονομιές των Βαλκανίων. Δηλαδή την μουσουλμανική αλβανική μειονότητα.   Αυτή δεν αντιπροσωπεύεται καθόλου σ’ αυτό το συμβολικό πάνθεον. Και εκεί είναι το λεπτό πρόβλημα  ισορροπίας ανάμεσα στην πλειονότητα και στη μειονότητα. Πρέπει να βοηθηθούν ώστε να συνυπάρξουν.   Αυτό είναι το πρωτεύον.  Μα ρωτούν ορισμένοι: Η χρήση του όρου Μακεδονία δεν σημαίνει αλυτρωτισμό;    Το πρώτο μάθημα της γλωσσολογίας είναι ότι οι  λέξεις αποκτούν νόημα από τις φράσεις, από  τη θέση τους σ’ αυτές, και η λέξη Μακεδονία δεν εξαιρείται. Επομένως, όχι, δεν σημαίνει. Έχουν κουράσει και είναι παντελώς εκτός εποχής οι βαρύγδουπες εθνικές ρητορείες.

Είναι επίσης εντελώς υποκριτική η θέση ότι    αν η κυβέρνηση δεν προτείνει μια λύση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν πρόκειται να συναινέσουν.    Όλοι το γνωρίζουν ότι ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις δεν υπάρχει ομοφωνία, όλες τις τέμνει μια διαχωριστική γραμμή που αφορά τα εθνικά θέματα. Επομένως, εδώ είναι εμφανής η μικροπολιτική στόχευση. Η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να κυβερνηθεί από μονοκομματικές, ή μονοπαραταξιακές κυβερνήσεις, και θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εφόσον οι ιδεολογικές γραμμές γύρω από κρίσιμα ζητήματα, δεν μπορούν πλέον να είναι συμπαγείς  αλλά αλληλοτέμνονται , η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει παρά με μικρούς και επί μέρους ιστορικούς συμβιβασμούς. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό. Αρκεί την τακτική να την καθορίζει η  στρατηγική. Και βέβαια άλλη τακτική υιοθετείς αν θεωρείς ότι η κυβέρνηση είναι το μεγαλύτερο κακό, και οποιαδήποτε ευκαιρία πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ανατροπή της, και άλλη αν ξεκινήσεις από το ερώτημα ποιος είναι ο ρόλος της Ελλάδας στην παγκόσμια σκακιέρα μετά την κρίση.

ΕφΣυν  8.1.2018

Άρθρο στο Περιοδικό Χρόνος https://chronos.fairead.net/liakos-makedoniko

Συνέντευξη στον Π. Κλαυδιανό, εφ. Εποχή: http://epohi.gr/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B7-%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BA%CE%BF-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9/

 

March 18, 2018

Εμφύλιος, Ψυχανάλυση, Ιστορία

Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα διχαστικά διλήμματα όπως στις αρχές   της κρίσης; Δύσκολα θα το υποστήριζε κανείς. Παρ΄ όλα αυτά, η πολιτική πόλωση κρατιέται στα ύψη. Γιατί;  Στο διάστημα των χρόνων της κρίσης, παρέες, κοινότητες σκέψης,  συλλογικότητες διαλύθηκαν και ανασυντέθηκαν σε διαφορετικούς σχηματισμούς.  Και δεν ήταν τόσο οι προγραμματικές διαφορές, όσο η  σταδιακή, αντιφωνική διεύρυνση των αντιπαλοτήτων. Ο διχαστικός λόγος αποδίδεται σχεδόν πάντα στον άλλο, ακόμη και με  διχαστικό τρόπο. Αυτόν τον καινούργιο διχασμό δεν τον μαρτυρούν μόνο τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και ο ακραίος λόγος της εσωτερικής τους αρθρογραφίας, ούτε η ανθρωποφαγία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένδειξη  είναι επίσης το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τα βιβλία που αφορούν τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο πόλεμο.

Είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε χώρες λίγο-πολύ ειρηνικές να εξελίσσονται σε πεδία εσωτερικών αναμετρήσεων. Μήπως θα μπορούσε ενδεχομένως να σκεφθεί κάποιος παρόμοια ενδεχόμενα και για την Ελλάδα; Μεγάλες καμπές στην ιστορία της, όπως ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, κατέληξαν σε εμφύλιο και διχασμό. Ακόμη και  η επανάσταση του 1821 κατέληξε σε εμφύλιο. Μήπως υπάρχει κάποιο είδος «ελληνικού πολιτισμικού προτύπου», το οποίο είναι διχαστικό, και  αναβιώνει κάθε φορά που υπάρχουν κρίσεις, στροφές στην ιστορία της χώρας; Οι σκέψεις αυτές παρακίνησαν μια ομάδα ψυχαναλυτών, ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων να θέσει το πρόβλημα της παρουσίας του εμφύλιου στην ενδοψυχική πραγματικότητα και της επίδρασής του στην διαμόρφωση της αντίληψης του περιβάλλοντος με συγκρουσιακούς όρους. Με λίγα λόγια να απαντήσουν στο ερώτημα αν και πώς ο εμφύλιος έχει σφραγίσει τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές μας.

Οι εμφύλιοι είναι από τις πολύ ισχυρές εμπειρίες. Δεν είναι  το μίσος προς τον άγνωστο άλλο, αλλά η διαδικασία διάσπασης της  κοινότητας. Δεν είναι μόνο ο θάνατος, ο εγκλεισμός και ο ξεριζωμός, αλλά και το τραύμα της ταπείνωσης, και η βασανιστική αλλά ατελέσφορη αναδρομική αναζήτηση  νοήματος. Στον εμφύλιο βιάζονταν γυναίκες μπροστά στις οικογένειες τους, κομμένα κεφάλια περιφέρονταν με νταούλια στα χωριά, άνδρες αναγκάστηκαν να αποκηρύξουν τον εαυτό τους ενώπιον των συντοπιτών τους, οικογένειες έζησαν για χρόνια στη ντροπή και τη σιωπή. Όλα αυτά πέρασαν προφανώς από τη μια γενιά στην άλλη, και οι ψυχαναλυτές μπορούν να συναντήσουν τα ίχνη τους αναλύοντας τις περιγραφές  ονείρων  των σύγχρονων μας. Και βέβαια παλιές ισχυρές εμπειρίες, ακόμη κι αν δεν είναι βιωμένες αλλά μαθημένες, ανακαλούνται όταν καινούργιες εμφανίζονται ως απειλές. Η χρήση ιστορικών αναλογιών ήταν καταφανής στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Οι Γερμανοί του σήμερα και του πολέμου, όροι όπως «γερμανοτσολιάδες», η ανάκληση του εθνικοαπελευθερωτικού πνεύματος, η επανεμφάνιση εμφυλιοπολεμικού αντικομμουνισμού. Όλα αυτά λειτουργούν συνειρμικά. Λειτουργούν όμως και επιλεκτικά  ως μεταφορές που δανείζουν το νόημα και το συγκινησιακό τους φορτίο.

Ωστόσο, παράλληλη με την διαγενεακή μεταφορά των τραυμάτων, υπήρξε και η επεξεργασία στο μεταξύ διάστημα.  Η συμβολική  χειραψία του  Βαφειάδη με τον  Τσακαλώτο, ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων από το ΠΑΣΟΚ,    κοινή κυβέρνηση ΝΔ-ΚΚΕ το 1989 δεν λειτουργούσαν  προς   την υπέρβαση του εμφυλίου; Θα μπορούσε να υποστηρίξει  κανείς πως   το δραματικό καλοκαίρι του 2015 πήρε υπόψη του τα μαθήματα από την εκλογική αποχή    του 1946, ακόμη και χωρίς ρητές αναφορές στο γεγονός. Πράγμα που σημαίνει ότι η  επεξεργασία της εμπειρίας του εμφυλίου έχει μπει στο habitus των αριστερών αλλά και των άλλων κομμάτων, τουλάχιστον του συνταγματικού τόξου. Αν συνυπολογισθούν η πλούσια αναστοχαστική ποίηση και λογοτεχνία, από τον Αναγνωστάκη και τον Πατρίκιο  ως τον Άρη Αλεξάνδρου κ.α.,  καθώς και  οι πρόσφατες ιστορικές μελέτες που δεν αναπαράγουν ούτε την κουλτούρα των ηττημένων, ούτε  των νικητών,   μήπως ο υπερτονισμός της επιβίωσης του εμφυλίου στον σύγχρονο νεοελληνικό ψυχισμό, είναι ένας φόβος που προκύπτει από την συγκρουσιακή διάθεση της εποχής μας, περισσότερο από το παρόν και λιγότερο από το παρελθόν;

Υπάρχουν υποτροπές;  Η Ισπανία  υπήρξε παράδειγμα βελούδινης μετάβασης από την δικτατορία στη δημοκρατία, 1975-1982. Κι όμως, στις αντίστοιχες με τις δικές μας διαδηλώσεις των πλατειών το 2011, επανήλθε έντονα η μνήμη και οι αναφορές στον εμφύλιο του 1936. Ακόμη περισσότερο, η ανασκαφή ομαδικών τάφων εκτελεσμένων δημοκρατικών επανέφερε όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης. Ουδείς λοιπόν είναι ασφαλής από το παρελθόν. Ποιος λ.χ. θα φανταζόταν ότι το πνεύμα του αμερικάνικου εμφυλίου θα ξυπνούσε φέτος το καλοκαίρι στις πολιτείες του Νότου;

Συμπερασματικά, οι σύγχρονες αναφορές  στον εμφύλιο μπορεί να προέρχονται από μακρινά βιώματα, μπορεί όμως να πρόκειται για δάνεια  σχήματα λόγου    που εκφράζουν σύγχρονες εμπειρίες.  Το πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε την πολλαπλότητα και το πολύτροπο των σχέσεων μας με το παρελθόν. Γιατί  το παρελθόν δεν είναι κάτι συμπαγές, εδραιωμένο μέσα μας. Είναι θρυμματισμένο, και τα θραύσματα του είναι που μας κυνηγούν. Και τα θραύσματα-φαντάσματα του παρελθόντος περιίπτανται αναλόγως των ανέμων  του παρόντος.

ΕφΣυν 22.1.2018

 

March 18, 2018

Μνημόσυνο στον Σπύρο Ασδραχά

Ο Σπύρος Ασδραχάς άσκησε αναμφίβολα πολύ μεγάλη επιρροή στην μεταπολιτευτική εποχή. Ένδειξη, η υιοθέτηση νεολογισμών που ο ίδιος δημιούργησε. Αλλά νομίζω ότι φορέας της  επιρροής,  που εκτεινόταν πέραν των ιστορικών, ήταν βέβαια η πολύ ισχυρή  πρωτοτυπία της σκέψης του,- δεν άκουγες   συμβατικά πράγματα,   τα «μυριόλεκτα», δηλ. τα χιλιοειπωμένα. Επιρροή   και    γοητεία. Εντός και εκτός του κύκλου των ιστορικών. Είτε τον καταλάβαιναν, είτε όχι. Δεν έγραφε όμως για το πλατύ κοινό. Που βρισκόταν επομένως η γοητεία που ασκούσε;

Τα κείμενα του Ασδραχά ξεχώριζαν από την πρώτη φράση.    Η χρήση αυτής της  γλώσσας,  η οποία ανακυκλώνει λέξεις παλιές αλλά και ταυτόχρονα εισάγει νεολογισμούς, με ένα συντακτικό που δημιουργεί περισσότερο συνθετικές παρά αναλυτικές φράσεις,  ήταν εμπρόθετη.  Ένα λεξιλόγιο πλούσιο, προϊόν μιας απέραντης  ενδοχώρας πολυμάθειας, που δεν χρησιμοποιείται σήμερα,  πολύ κοντά στις πηγές, αντιστοιχεί σε μορφές ζωής που έχουν εξαφανιστεί σήμερα και συνδυάζεται   με τολμηρούς   νεολογισμούς  οι οποίοι   διαδόθηκαν όχι μόνο ως όροι αλλά και ως σημαίνοντα  μιας ιστοριογραφικής ταυτότητας.

Ο Ασδραχάς τόνιζε ότι θα έπρεπε  κανείς να δει την ιστορία ως τρόπο ανάγνωσης των πραγμάτων, μέσα από εμβρίθεια, μέσα από εκείνη τη  γεφύρωση ανάμεσα στο eruditio  και στη σημειολογία,  ως τρόπο σκέψης. Αλλά   το ενδιαφέρον του τι συνέβη στο παρελθόν, έχει σημασία όχι μόνο ως προς τη βιωματική του διάσταση, αλλά είναι οργανικά συνυφασμένο με το πώς προσεγγίζουμε εκείνο το διαφορετικό παρελθόν.

Η  εμμονή με τη γλώσσα άγγιζε   τον πυρήνα της ιστοριογραφικής θεωρίας του. Αν και δεν την κωδικοποίησε, η θεωρία αυτή συναρτά το παρελθόν με την εξιστόρησή του. Αυτή η συνάφεια εκφράζεται πρωτίστως στη γλώσσα. Ανιχνεύει την πληροφορία όπως «αποδεσμεύεται» από τις πηγές με γλωσσική διατύπωση και την παρακολουθεί πώς εντάσσεται  σε διαδοχικά εννοιολογικά πλαίσια, σε ένα σημειολογικό παιχνίδι το οποίο ενίοτε   αποχωρίζει το σημαίνον από το  σημαινόμενο. Και τα δυο φτάνουν ως εμάς. Η πληροφορία επομένως δεν «κείται», άρα εμείς τη βρίσκουμε με κατάλληλες ερωτήσεις στις πηγές, η πληροφορία «αποδεσμεύεται» από την κοινωνική πράξη. Υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στο γεγονός που παράγει την πληροφορία και στην ίδια την πληροφορία. Και η συνάφεια αυτή αφορά το σημασιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται.   Επομένως η μέθοδός του είναι να αρχίσει μιαν  αντίστροφη πορεία η οποία ανιχνεύει την πληροφορία σε γλωσσικές μορφές,  από εκφράσεις των αρχείων έως τοπωνύμια και ονόματα, και βέβαια τη δημοτική ρίμα.    Στην ιστοριογραφία του Ασδραχά δεν υπάρχει μια ιστορία των «όντως όντων», διαχωρισμένη από τη σημασιολογία και τη σημαντική των λέξεων, από την εννοιολογική ιστορία των υλικών με τα οποία κατασκευάζεται και ταξιδεύει η πληροφορία. Και αυτό ίσως είναι που ξεχωρίζει το έργο του, από το έργο της γενιάς του.

Αν και δυσκολοπροσέγγιστος από ένα μαζικό και λαϊκό κοινό, συμμετείχε σε κρίσιμες δημόσιες διαμάχες (Φάκελοι, Μακεδονικό, Ταυτότητες, και σε άλλες κρίσιμες στιγμές). Εκείνο όμως που μετρούσε περισσότερο είναι το συμβολικό του κύρος. Συμμετείχε  σε μια διανόηση που στη Μεταπολίτευση επενδύεται με κύρος, και αυτό το κύρος το επενδύει στην Αριστερά.   Για την επικαιρότητα, ο ίδιος δεν μιλάει άμεσα παρά έμμεσα, παραβολικά και υπαινικτικά για τα κοινά και τη σημερινή τους τροπή. Π.χ. «Μήπως τούτο μας θυμίζει τίποτε;»  Πιο άμεσος με ευθείες αναφορές γίνεται κατά τη διάρκεια της τελευταίας κρίσης,     το δύσκολο φθινόπωρο του 2011, με τρία κείμενα που αναφέρονται στην καθολική ενοχοποίηση και στο χρέος.  Βέβαια ο ίδιος  σπεύδει να διευκρινίσει   πώς «η υπεραναπληρωματική στάση της ιστορίας, εκμηδενίζει την πολιτισμική της δυναμική». Υπεραναπλήρωση, δηλαδή η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών,  ψυχολογικής και συναισθηματικής στήριξης που προσφέρει η καταφυγή σε παρηγορητικές στιγμές του παρελθόντος   εκμηδενίζει  τον τρόπο να σκεφτόμαστε ιστορικά και να ιστορικοποιούμε το παρελθόν και το παρόν. Η ιστορική στιγμή φρενάρει την πολιτική στιγμή. Ο Ασδραχάς δεν είναι ιστορικός και πολίτης. Είναι ιστορικός ως πολίτης, ιστορικά προσδιοριζόμενος πολίτης.

«Αυτά που προσπαθώ να εκφέρω είναι επίκαιρα γιατί αφορούν την φενακισμένη συνείδηση που έχουμε για τα τρέχοντα, οδυνηρά και αποδομητικά. Αποδομητικά ως προς την ιστορική κατασκευή της μνήμης, αλλιώς της αυτογνωσίας. …»

Η σχέση του Ασδραχά με την ιστορία ήταν βιωματική: «Η Ιστορία με τραβούσε από το μανίκι, με παραμόνευε, ήταν γύρω μου».  «Γεννήθηκα σε μια περιοχή που το παρελθόν ήταν έκδηλο γύρω και πίεζε για  κατανόηση» εξηγούσε ο ίδιος     (Αυγή   23.11.2014). Δηλαδή: βρισκόμαστε  μέσα στο ρεύμα ιστορίας, επομένως δεν ερχόμαστε ως επισκέπτες να την κατανοήσουμε αλλά μας επιβάλλεται πιεστικά. Με αυτή την έννοια η ιστορία δεν αφορά μια συνάντηση κατ’ επιλογή των ιστορικών, αλλά μια ιστορικότροπη σκέψη.    Αν προεκτείνουμε τη σκέψη αυτή,   αφορά την ανάγκη των ανθρώπων να δώσουν νόημα στο παρελθόν τους. Η ανάγκη   της νοηματοδότησης του παρελθόντος, δηλαδή της πορείας από το παρελθόν στο παρόν, η νοηματοδότηση του κόσμου που ζούν. Δεν το κάνουν κατ’ επιλογή, τους επιβάλλεται.

ΕφΣυν 13.12.2017

March 18, 2018

Ιστορία των φορολογικών παραδείσων

Οι φορολογικοί παράδεισοι δεν είναι κάτι σκανδαλώδες και έκτακτο, σαν φευγαλέα λάμψη που δύσκολα ελέγχεται. Αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής τάξης που διαμορφώθηκε ιστορικά.

 

Κατ’ αρχήν, το μέγεθος: Διαθέσιμα στοιχεία από το 1994 δείχνουν ότι το 8% του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού πλούτου, που ανέρχεται σε 7.6 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή όσο κατέχει το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι κατατεθειμένο σε φορολογικούς παραδείσους. Και αυτός ο πλούτος ανήκει στο πλουσιότερο 10% και κυρίως στο βαθύπλουτο 1% του πληθυσμού. Περίπου το 50% των δανείων που διασχίζουν σύνορα υπάγονται σε εξωχώρια νομοθεσία, το 30% των άμεσων επενδύσεων περνά επίσης από φορολογικούς παραδείσους, και το 60% της ολικής χωρητικότητας του παγκόσμιου εμπορικού στόλου είναι σε σημαίες ευκαιρίας. Οι νήσοι Κέιμαν αποτελούν την έδρα του 45%  των hedge funds που κινούνται παγκοσμίως. Το συνολικό ποσό της φοροδιαφυγής ποσοτικοποιείται δυσκολότερα. Υπολογίζεται ότι οι ΗΠΑ χάνουν 130 δισεκατομμύρια δολ. το χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι αντισταθμίζονται με υψηλότερους φόρους στο εσωτερικό, μικρότερες δημόσιες δαπάνες, και μεγαλύτερο ομοσπονδιακό χρέος.

 

Οι φορολογικοί παράδεισοι (δηλαδή ένα πλέγμα μεθόδων και πρακτικών φοροδιαφυγής) δεν είναι σύμπτωμα της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Επίσης, το μέγεθος και η διασπορά τους δεν μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι δημιουργήθηκαν ερήμην των μεγάλων οικονομικοκοινωνικών ρυθμίσεων του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με την Βανέσα Ογκλ, στο τωρινό τεύχος της Αμερικανικής Ιστορικής Επιθεώρησης, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το φαινόμενο ήταν μέτριο λόγω των αποικιακών αυτοκρατοριών, οι κανονισμοί στις αποικίες των οποίων ήταν πολύ χαλαρότεροι και η φορολογία πολύ χαμηλότερη από τις μητροπολιτικές χώρες. Το φαινόμενο άρχισε να παίρνει τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του και να γιγαντώνεται μετά τον  πόλεμο, από το 1945 έως το 1975 περίπου. Στην αφετηρία του βρίσκεται πρώτο, η νέα τάξη πραγμάτων που θεμελιώνει η σύνοδος του Μπρέτον Γουντς (1944), ένα σύστημα κρατών που ρεγουλάρουν τις οικονομίες τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη ροή των κεφαλαίων. Αν προσθέσει κανείς τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας, περιγράφει την  νέα μεταπολεμική κοινωνική τάξη του δυτικού κόσμου, της οποίας η φορολογία αποτελεί ουσιαστικό μέρος της, ανέρχεται στο 40-50%, συμβάλλοντας στην χρηματοδότηση των κοινωνικών αναγκών αλλά και της ανανέωσης της παραγωγικής ικανότητας των κοινωνιών. Το δεύτερο φαινόμενο είναι η αποαποικιοποίηση και η φυγή των κεφαλαίων από τις πρώην αποικίες και τώρα ανεξάρτητες χώρες. Θα πήγαιναν στις μητροπολιτικές χώρες με πολύ βαρύτερη φορολογία; Και τα δυο φαινόμενα συνέτειναν στη δημιουργία των φορολογικών παραδείσων, όπου η φορολογία ήταν πολύ μικρότερη, οι κανονισμοί τροποποιούνταν κατά τη θέληση των επενδυτών και τα ίχνη της διαδρομής του χρήματος χάνονταν. Πρώτη διδάξασα βέβαια ήταν η Ελβετία, που συνδύαζε χαμηλή φορολογία, ασφάλεια και εχεμύθεια. Αλλά στην ίδια εποχή, εκτός από τα ευρωπαϊκά πριγκιπάτα (Μονακό, Λιχνεστάιν), αναπτύσσονται ως κέντρα εξωχώριων επιχειρήσεων τα νησιά της Καραϊβικής, και σημεία ανά τον κόσμο όπως η Μάλτα, ο Λίβανος, οι χώρες του Περσικού κόλπου, το Χονγκ Κογκ, η Σιγκαπούρη, η Λιβερία κλπ.

Η Τρίτη φάση μιας εκρηκτικής επέκτασης αρχίζει το 1975 με την αποδιάρθρωση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, την διακύμανση του δολαρίου και την πετρελαϊκή κρίση. Επέκτασης από την άποψη του μεγέθους των κεφαλαίων, αλλά και των μορφών που πήραν: αφορολόγητοι παράδεισοι, σημαίες ευκαιρίας, εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές (όπου δικινούνταν τα ευρωδολάρια, τα πετροδολάρια, τα ασιανοδολάρια κ.α.) και ειδικές οικονομικές ζώνες οι οποίες επί πλέον όλων των άλλων πρόσφεραν φτηνή εργασία χωρίς νομική προστασία. Στην ίδια φάση παρατηρούμε δυο αλληλένδετα φαινόμενα. Πρώτο, κράτη, δήμοι, τράπεζες να προσφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε αυτές τις εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές για την αναζήτηση δανείων, και δεύτερο, την επέκταση πρακτικών των φορολογικών παραδείσων στο εσωτερικό χωρών, όπως οι ειδικές οικονομικές ζώνες  (Ιρλανδία, Κίνα, Μεξικό, κ.α.  ).

 

Η αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος μετά το 1982 έφερε πολλές από τις πρακτικές αυτές εντός του συστήματος. Η απορρύθμιση και περικοπή της φορολογίας έγιναν ο κανόνας, συνοδευόμενες πλέον από απορρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, περικοπές των κοινωνικών δαπανών και διόγκωση του δανεισμού των κρατών, πράγμα που άνοιγε τον επόμενο κύκλο της κρίσης.

Όλες αυτές οι δραστηριότητες βοηθούν τους πολύ πλούσιους να προστατέψουν τα χρήματά τους από τη φορολογία. Δεν είναι παράνομες, με το γράμμα των νόμων, αλλά με το πνεύμα των νόμων. Διαθέτουν λογιστικές υπηρεσίες, μεγάλα γραφεία νομικών συμβουλών, δικτύωση στα υψηλά κλιμάκια των κρατικών και διακρατικών θεσμών, μελετητικά γραφεία. Συμμετέχουν προσωπικότητες υπεράνω υποψίας που βρίσκονται καθημερινά στο προσκήνιο της πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά προκαλούν ή οφείλουν να προκαλούν ανησυχία στις κυβερνήσεις. Όπως έγραψαν οι Times του Λονδίνου (6.11.2017), οι φορολογικοί παράδεισοι και οι αντίστοιχες κριτικές προκαλούν δυσπιστία απέναντι «στο σύστημα που προκάλεσε τη μεγαλύτερη ευημερία στον κόσμο», ενώ γερμανικές εφημερίδες την ίδια περίοδο ζητούσαν να ασκηθούν έντονες πιέσεις σε κυβερνήσεις παγκοσμίως ώστε να αρθεί το καθεστώς φοροαποφυγής.

 

ΕφΣυν 27.12. 18

February 1, 2018

Η Αθήνα του μέλλοντος

Οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για να περιφρουρήσουν την υγεία του πληθυσμού ήταν ανταποκρίσεις σε άμεσους κινδύνους που προήλθαν από  τους πολέμους και τα προσφυγικά κύματα, αλλά ενσάρκωναν επίσης οράματα και ουτοπίες για μια καλύτερη κοινωνία. To 1876, o Άγγλος γιατρός Benjamin Ward Richardson, δημοσίευσε στο Λονδίνο το βιβλίο Υγεία, μια υγιεινή πόλη (Ygeia, A city of Health),  όπου περιέγραφε πώς θα έπρεπε να είναι οι πόλεις,  προκειμένου να είναι υγιείς οι κάτοικοι τους. Ηταν ένα συνολικό σχέδιο πολεοδομικής αναμόρφωσης και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Το 1905, ο Ολλανδός γιατρός Pieter Eijkman δημοσίευσε μια πρόταση για την Αθήνα του μέλλοντος. Θα ήταν μια παγκόσμια πρωτεύουσα των επιστημών και της κοινωνικής προόδου. Κέντρο της θα ήταν  η παγκόσμια  ακαδημία, ένα από τα τέσσερα ινστιτούτα της οποίας θα ήταν αφιερωμένο στην Υγιεινή.  Τι θα περιλάμβανε; Ο  εμπνευστής της ιδέας εξέφραζε γενικότερες τάσεις που είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα. Υποστήριζε  ότι η δημόσια υγιεινή δεν ήταν κλάδος της Ιατρικής, αλλά το αντίθετο. Η ιατρική όφειλε να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επιστήμης που είχε ως αντικείμενο την υγιεινή διαβίωση του πληθυσμού.

Τα καθήκοντα της υγιεινής επιστήμης περιλάμβαναν μια ευρεία κλίμακα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων για την επιστημονική οργάνωση της διαβίωσης.  Περιλάμβανε την καταπολέμηση του αλκοολισμού (μάστιγα τότε, αντίστοιχη με το πρόβλημα των ναρκωτικών σήμερα),   των ενδημικών και επιδημικών ασθενειών, της ελονοσίας και της φυματίωσης πρωτίστως, καθώς και των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων. Πρόβλεψη για υγιεινές πόλεις, επομένως ενασχόληση με τα σχέδια υδροδότησης, αποχέτευσης, κοινωνικής κατοικίας, δημόσιων χώρων, μεταφορών και συγκοινωνιών.   Περιλάμβανε επίσης τον έλεγχο της υγιεινής στο σπίτι,   δυνατότητες υγιεινών θερινών διακοπών,   διευκόλυνση των παιδιών να πηγαίνουν σε κατασκηνώσεις. Επίβλεψη της υγιεινής παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων αλλά και συμβουλές για τις διαιτητικές συνήθειες. Περιλάμβανε ζητήματα όπως η οργάνωση της δουλειάς μέσα στο εργοστάσιο και η εργατική νομοθεσία,   η σχολική υγιεινή αλλά και ευρύτερα ζητήματα που αφορούσαν την προσχολική  εκπαίδευση. Περιλάμβανε δηλαδή όλα όσα αφορούσαν την πορεία των ανθρώπων από το λίκνο έως τον τάφο,  όλων εκείνων που αργότερα θα   ολοκληρώνονταν   στο κράτος πρόνοιας. H υγιεινή συνεπαγόταν    την ηθική διαβίωση, την αρμονική συνύπαρξη σώματος και ψυχής, ακόμη και την ευγονική, δηλαδή τον σχεδιασμό της αναπαραγωγής του ανθρώπινου γένους. Τα σχέδια αυτά πρότειναν ένα μοντέλο μεταρρυθμίσεων, που μετέφερε την ευθύνη από τους πολιτικούς στους ειδικούς:    Σύγκλιση ειδικών, ορισμός του προβλήματος, έρευνα, προτάσεις, εφαρμογή. Δημιουργήθηκαν σιγά-σιγά δίκτυα ειδικών σε άξονα    διεθνείς οργανισμούς, τα οποία δημιούργησαν τη δική τους δυναμική έκτοτε.

Αυτός είναι ο κύκλος των ιδεών, και τέτοιες   ιδέες είχαν οι άνθρωποι    που συγκρότησαν την Οργάνωση Υγείας της Κοινωνίας των Εθνών, αυτούς κάλεσε ο Βενιζέλος στα 1928-1931 να συγκροτήσουν ένα σύστημα υγείας στην Ελλάδα που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις κρίσιμες συνθήκες που περνούσε η χώρα, αλλά και στις ανάγκες μιας μαζικής κοινωνίας του 20ου αιώνα. Την εφαρμογή αυτών των ιδεών πρότειναν, και το ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρυθμίσεων (το οποίο αναπτύσσεται σε διπλανά κείμενα στον τόμο αυτό) αυτές τις ιδέες φιλοδοξούσε να υλοποιήσει. Μικρές και μεγάλες ουτοπίες έφτιαχναν τα πρότυπα της πολιτικής, και το παγκόσμιο συναντούσε το τοπικό. Η δημόσια υγιεινή υπήρξε ο κατ’εξοχήν τόπος αυτών των συναντήσεων. Γιατί η υγεία του πληθυσμού μοιάζει με έναν χάρτη, πάνω στον οποίο αποτυπώνεται το σύνολο των ανθρωπίνων σχέσεων. Δεν πρέπει να τα ξεχνούμε αυτά, όταν τιμούμε ένα θεσμό όπως το Υπουργείο Υγείας. Χρειάζεται συχνά να ανατρέχουμε στις ρίζες των πραγμάτων για να βρούμε το νόημά τους.

(Κείμενο στην επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια του Υπουργείου Υγείας (1917-2017)