March 18, 2018

Εμφύλιος, Ψυχανάλυση, Ιστορία

Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα διχαστικά διλήμματα όπως στις αρχές   της κρίσης; Δύσκολα θα το υποστήριζε κανείς. Παρ΄ όλα αυτά, η πολιτική πόλωση κρατιέται στα ύψη. Γιατί;  Στο διάστημα των χρόνων της κρίσης, παρέες, κοινότητες σκέψης,  συλλογικότητες διαλύθηκαν και ανασυντέθηκαν σε διαφορετικούς σχηματισμούς.  Και δεν ήταν τόσο οι προγραμματικές διαφορές, όσο η  σταδιακή, αντιφωνική διεύρυνση των αντιπαλοτήτων. Ο διχαστικός λόγος αποδίδεται σχεδόν πάντα στον άλλο, ακόμη και με  διχαστικό τρόπο. Αυτόν τον καινούργιο διχασμό δεν τον μαρτυρούν μόνο τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και ο ακραίος λόγος της εσωτερικής τους αρθρογραφίας, ούτε η ανθρωποφαγία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένδειξη  είναι επίσης το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για τα βιβλία που αφορούν τον εθνικό διχασμό και τον εμφύλιο πόλεμο.

Είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε χώρες λίγο-πολύ ειρηνικές να εξελίσσονται σε πεδία εσωτερικών αναμετρήσεων. Μήπως θα μπορούσε ενδεχομένως να σκεφθεί κάποιος παρόμοια ενδεχόμενα και για την Ελλάδα; Μεγάλες καμπές στην ιστορία της, όπως ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, κατέληξαν σε εμφύλιο και διχασμό. Ακόμη και  η επανάσταση του 1821 κατέληξε σε εμφύλιο. Μήπως υπάρχει κάποιο είδος «ελληνικού πολιτισμικού προτύπου», το οποίο είναι διχαστικό, και  αναβιώνει κάθε φορά που υπάρχουν κρίσεις, στροφές στην ιστορία της χώρας; Οι σκέψεις αυτές παρακίνησαν μια ομάδα ψυχαναλυτών, ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων να θέσει το πρόβλημα της παρουσίας του εμφύλιου στην ενδοψυχική πραγματικότητα και της επίδρασής του στην διαμόρφωση της αντίληψης του περιβάλλοντος με συγκρουσιακούς όρους. Με λίγα λόγια να απαντήσουν στο ερώτημα αν και πώς ο εμφύλιος έχει σφραγίσει τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές μας.

Οι εμφύλιοι είναι από τις πολύ ισχυρές εμπειρίες. Δεν είναι  το μίσος προς τον άγνωστο άλλο, αλλά η διαδικασία διάσπασης της  κοινότητας. Δεν είναι μόνο ο θάνατος, ο εγκλεισμός και ο ξεριζωμός, αλλά και το τραύμα της ταπείνωσης, και η βασανιστική αλλά ατελέσφορη αναδρομική αναζήτηση  νοήματος. Στον εμφύλιο βιάζονταν γυναίκες μπροστά στις οικογένειες τους, κομμένα κεφάλια περιφέρονταν με νταούλια στα χωριά, άνδρες αναγκάστηκαν να αποκηρύξουν τον εαυτό τους ενώπιον των συντοπιτών τους, οικογένειες έζησαν για χρόνια στη ντροπή και τη σιωπή. Όλα αυτά πέρασαν προφανώς από τη μια γενιά στην άλλη, και οι ψυχαναλυτές μπορούν να συναντήσουν τα ίχνη τους αναλύοντας τις περιγραφές  ονείρων  των σύγχρονων μας. Και βέβαια παλιές ισχυρές εμπειρίες, ακόμη κι αν δεν είναι βιωμένες αλλά μαθημένες, ανακαλούνται όταν καινούργιες εμφανίζονται ως απειλές. Η χρήση ιστορικών αναλογιών ήταν καταφανής στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Οι Γερμανοί του σήμερα και του πολέμου, όροι όπως «γερμανοτσολιάδες», η ανάκληση του εθνικοαπελευθερωτικού πνεύματος, η επανεμφάνιση εμφυλιοπολεμικού αντικομμουνισμού. Όλα αυτά λειτουργούν συνειρμικά. Λειτουργούν όμως και επιλεκτικά  ως μεταφορές που δανείζουν το νόημα και το συγκινησιακό τους φορτίο.

Ωστόσο, παράλληλη με την διαγενεακή μεταφορά των τραυμάτων, υπήρξε και η επεξεργασία στο μεταξύ διάστημα.  Η συμβολική  χειραψία του  Βαφειάδη με τον  Τσακαλώτο, ο επαναπατρισμός των πολιτικών προσφύγων από το ΠΑΣΟΚ,    κοινή κυβέρνηση ΝΔ-ΚΚΕ το 1989 δεν λειτουργούσαν  προς   την υπέρβαση του εμφυλίου; Θα μπορούσε να υποστηρίξει  κανείς πως   το δραματικό καλοκαίρι του 2015 πήρε υπόψη του τα μαθήματα από την εκλογική αποχή    του 1946, ακόμη και χωρίς ρητές αναφορές στο γεγονός. Πράγμα που σημαίνει ότι η  επεξεργασία της εμπειρίας του εμφυλίου έχει μπει στο habitus των αριστερών αλλά και των άλλων κομμάτων, τουλάχιστον του συνταγματικού τόξου. Αν συνυπολογισθούν η πλούσια αναστοχαστική ποίηση και λογοτεχνία, από τον Αναγνωστάκη και τον Πατρίκιο  ως τον Άρη Αλεξάνδρου κ.α.,  καθώς και  οι πρόσφατες ιστορικές μελέτες που δεν αναπαράγουν ούτε την κουλτούρα των ηττημένων, ούτε  των νικητών,   μήπως ο υπερτονισμός της επιβίωσης του εμφυλίου στον σύγχρονο νεοελληνικό ψυχισμό, είναι ένας φόβος που προκύπτει από την συγκρουσιακή διάθεση της εποχής μας, περισσότερο από το παρόν και λιγότερο από το παρελθόν;

Υπάρχουν υποτροπές;  Η Ισπανία  υπήρξε παράδειγμα βελούδινης μετάβασης από την δικτατορία στη δημοκρατία, 1975-1982. Κι όμως, στις αντίστοιχες με τις δικές μας διαδηλώσεις των πλατειών το 2011, επανήλθε έντονα η μνήμη και οι αναφορές στον εμφύλιο του 1936. Ακόμη περισσότερο, η ανασκαφή ομαδικών τάφων εκτελεσμένων δημοκρατικών επανέφερε όχι μόνο τη μνήμη, αλλά και την ανάγκη απόδοσης δικαιοσύνης. Ουδείς λοιπόν είναι ασφαλής από το παρελθόν. Ποιος λ.χ. θα φανταζόταν ότι το πνεύμα του αμερικάνικου εμφυλίου θα ξυπνούσε φέτος το καλοκαίρι στις πολιτείες του Νότου;

Συμπερασματικά, οι σύγχρονες αναφορές  στον εμφύλιο μπορεί να προέρχονται από μακρινά βιώματα, μπορεί όμως να πρόκειται για δάνεια  σχήματα λόγου    που εκφράζουν σύγχρονες εμπειρίες.  Το πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε την πολλαπλότητα και το πολύτροπο των σχέσεων μας με το παρελθόν. Γιατί  το παρελθόν δεν είναι κάτι συμπαγές, εδραιωμένο μέσα μας. Είναι θρυμματισμένο, και τα θραύσματα του είναι που μας κυνηγούν. Και τα θραύσματα-φαντάσματα του παρελθόντος περιίπτανται αναλόγως των ανέμων  του παρόντος.

ΕφΣυν 22.1.2018

 

March 18, 2018

Μνημόσυνο στον Σπύρο Ασδραχά

Ο Σπύρος Ασδραχάς άσκησε αναμφίβολα πολύ μεγάλη επιρροή στην μεταπολιτευτική εποχή. Ένδειξη, η υιοθέτηση νεολογισμών που ο ίδιος δημιούργησε. Αλλά νομίζω ότι φορέας της  επιρροής,  που εκτεινόταν πέραν των ιστορικών, ήταν βέβαια η πολύ ισχυρή  πρωτοτυπία της σκέψης του,- δεν άκουγες   συμβατικά πράγματα,   τα «μυριόλεκτα», δηλ. τα χιλιοειπωμένα. Επιρροή   και    γοητεία. Εντός και εκτός του κύκλου των ιστορικών. Είτε τον καταλάβαιναν, είτε όχι. Δεν έγραφε όμως για το πλατύ κοινό. Που βρισκόταν επομένως η γοητεία που ασκούσε;

Τα κείμενα του Ασδραχά ξεχώριζαν από την πρώτη φράση.    Η χρήση αυτής της  γλώσσας,  η οποία ανακυκλώνει λέξεις παλιές αλλά και ταυτόχρονα εισάγει νεολογισμούς, με ένα συντακτικό που δημιουργεί περισσότερο συνθετικές παρά αναλυτικές φράσεις,  ήταν εμπρόθετη.  Ένα λεξιλόγιο πλούσιο, προϊόν μιας απέραντης  ενδοχώρας πολυμάθειας, που δεν χρησιμοποιείται σήμερα,  πολύ κοντά στις πηγές, αντιστοιχεί σε μορφές ζωής που έχουν εξαφανιστεί σήμερα και συνδυάζεται   με τολμηρούς   νεολογισμούς  οι οποίοι   διαδόθηκαν όχι μόνο ως όροι αλλά και ως σημαίνοντα  μιας ιστοριογραφικής ταυτότητας.

Ο Ασδραχάς τόνιζε ότι θα έπρεπε  κανείς να δει την ιστορία ως τρόπο ανάγνωσης των πραγμάτων, μέσα από εμβρίθεια, μέσα από εκείνη τη  γεφύρωση ανάμεσα στο eruditio  και στη σημειολογία,  ως τρόπο σκέψης. Αλλά   το ενδιαφέρον του τι συνέβη στο παρελθόν, έχει σημασία όχι μόνο ως προς τη βιωματική του διάσταση, αλλά είναι οργανικά συνυφασμένο με το πώς προσεγγίζουμε εκείνο το διαφορετικό παρελθόν.

Η  εμμονή με τη γλώσσα άγγιζε   τον πυρήνα της ιστοριογραφικής θεωρίας του. Αν και δεν την κωδικοποίησε, η θεωρία αυτή συναρτά το παρελθόν με την εξιστόρησή του. Αυτή η συνάφεια εκφράζεται πρωτίστως στη γλώσσα. Ανιχνεύει την πληροφορία όπως «αποδεσμεύεται» από τις πηγές με γλωσσική διατύπωση και την παρακολουθεί πώς εντάσσεται  σε διαδοχικά εννοιολογικά πλαίσια, σε ένα σημειολογικό παιχνίδι το οποίο ενίοτε   αποχωρίζει το σημαίνον από το  σημαινόμενο. Και τα δυο φτάνουν ως εμάς. Η πληροφορία επομένως δεν «κείται», άρα εμείς τη βρίσκουμε με κατάλληλες ερωτήσεις στις πηγές, η πληροφορία «αποδεσμεύεται» από την κοινωνική πράξη. Υπάρχει συνάφεια ανάμεσα στο γεγονός που παράγει την πληροφορία και στην ίδια την πληροφορία. Και η συνάφεια αυτή αφορά το σημασιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται.   Επομένως η μέθοδός του είναι να αρχίσει μιαν  αντίστροφη πορεία η οποία ανιχνεύει την πληροφορία σε γλωσσικές μορφές,  από εκφράσεις των αρχείων έως τοπωνύμια και ονόματα, και βέβαια τη δημοτική ρίμα.    Στην ιστοριογραφία του Ασδραχά δεν υπάρχει μια ιστορία των «όντως όντων», διαχωρισμένη από τη σημασιολογία και τη σημαντική των λέξεων, από την εννοιολογική ιστορία των υλικών με τα οποία κατασκευάζεται και ταξιδεύει η πληροφορία. Και αυτό ίσως είναι που ξεχωρίζει το έργο του, από το έργο της γενιάς του.

Αν και δυσκολοπροσέγγιστος από ένα μαζικό και λαϊκό κοινό, συμμετείχε σε κρίσιμες δημόσιες διαμάχες (Φάκελοι, Μακεδονικό, Ταυτότητες, και σε άλλες κρίσιμες στιγμές). Εκείνο όμως που μετρούσε περισσότερο είναι το συμβολικό του κύρος. Συμμετείχε  σε μια διανόηση που στη Μεταπολίτευση επενδύεται με κύρος, και αυτό το κύρος το επενδύει στην Αριστερά.   Για την επικαιρότητα, ο ίδιος δεν μιλάει άμεσα παρά έμμεσα, παραβολικά και υπαινικτικά για τα κοινά και τη σημερινή τους τροπή. Π.χ. «Μήπως τούτο μας θυμίζει τίποτε;»  Πιο άμεσος με ευθείες αναφορές γίνεται κατά τη διάρκεια της τελευταίας κρίσης,     το δύσκολο φθινόπωρο του 2011, με τρία κείμενα που αναφέρονται στην καθολική ενοχοποίηση και στο χρέος.  Βέβαια ο ίδιος  σπεύδει να διευκρινίσει   πώς «η υπεραναπληρωματική στάση της ιστορίας, εκμηδενίζει την πολιτισμική της δυναμική». Υπεραναπλήρωση, δηλαδή η αναζήτηση αναλογιών, συνεχειών,  ψυχολογικής και συναισθηματικής στήριξης που προσφέρει η καταφυγή σε παρηγορητικές στιγμές του παρελθόντος   εκμηδενίζει  τον τρόπο να σκεφτόμαστε ιστορικά και να ιστορικοποιούμε το παρελθόν και το παρόν. Η ιστορική στιγμή φρενάρει την πολιτική στιγμή. Ο Ασδραχάς δεν είναι ιστορικός και πολίτης. Είναι ιστορικός ως πολίτης, ιστορικά προσδιοριζόμενος πολίτης.

«Αυτά που προσπαθώ να εκφέρω είναι επίκαιρα γιατί αφορούν την φενακισμένη συνείδηση που έχουμε για τα τρέχοντα, οδυνηρά και αποδομητικά. Αποδομητικά ως προς την ιστορική κατασκευή της μνήμης, αλλιώς της αυτογνωσίας. …»

Η σχέση του Ασδραχά με την ιστορία ήταν βιωματική: «Η Ιστορία με τραβούσε από το μανίκι, με παραμόνευε, ήταν γύρω μου».  «Γεννήθηκα σε μια περιοχή που το παρελθόν ήταν έκδηλο γύρω και πίεζε για  κατανόηση» εξηγούσε ο ίδιος     (Αυγή   23.11.2014). Δηλαδή: βρισκόμαστε  μέσα στο ρεύμα ιστορίας, επομένως δεν ερχόμαστε ως επισκέπτες να την κατανοήσουμε αλλά μας επιβάλλεται πιεστικά. Με αυτή την έννοια η ιστορία δεν αφορά μια συνάντηση κατ’ επιλογή των ιστορικών, αλλά μια ιστορικότροπη σκέψη.    Αν προεκτείνουμε τη σκέψη αυτή,   αφορά την ανάγκη των ανθρώπων να δώσουν νόημα στο παρελθόν τους. Η ανάγκη   της νοηματοδότησης του παρελθόντος, δηλαδή της πορείας από το παρελθόν στο παρόν, η νοηματοδότηση του κόσμου που ζούν. Δεν το κάνουν κατ’ επιλογή, τους επιβάλλεται.

ΕφΣυν 13.12.2017

March 18, 2018

Ιστορία των φορολογικών παραδείσων

Οι φορολογικοί παράδεισοι δεν είναι κάτι σκανδαλώδες και έκτακτο, σαν φευγαλέα λάμψη που δύσκολα ελέγχεται. Αποτελεί δομικό στοιχείο της οικονομικής τάξης που διαμορφώθηκε ιστορικά.

 

Κατ’ αρχήν, το μέγεθος: Διαθέσιμα στοιχεία από το 1994 δείχνουν ότι το 8% του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού πλούτου, που ανέρχεται σε 7.6 τρισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή όσο κατέχει το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού, είναι κατατεθειμένο σε φορολογικούς παραδείσους. Και αυτός ο πλούτος ανήκει στο πλουσιότερο 10% και κυρίως στο βαθύπλουτο 1% του πληθυσμού. Περίπου το 50% των δανείων που διασχίζουν σύνορα υπάγονται σε εξωχώρια νομοθεσία, το 30% των άμεσων επενδύσεων περνά επίσης από φορολογικούς παραδείσους, και το 60% της ολικής χωρητικότητας του παγκόσμιου εμπορικού στόλου είναι σε σημαίες ευκαιρίας. Οι νήσοι Κέιμαν αποτελούν την έδρα του 45%  των hedge funds που κινούνται παγκοσμίως. Το συνολικό ποσό της φοροδιαφυγής ποσοτικοποιείται δυσκολότερα. Υπολογίζεται ότι οι ΗΠΑ χάνουν 130 δισεκατομμύρια δολ. το χρόνο, πράγμα που σημαίνει ότι αντισταθμίζονται με υψηλότερους φόρους στο εσωτερικό, μικρότερες δημόσιες δαπάνες, και μεγαλύτερο ομοσπονδιακό χρέος.

 

Οι φορολογικοί παράδεισοι (δηλαδή ένα πλέγμα μεθόδων και πρακτικών φοροδιαφυγής) δεν είναι σύμπτωμα της εποχής της παγκοσμιοποίησης. Επίσης, το μέγεθος και η διασπορά τους δεν μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι δημιουργήθηκαν ερήμην των μεγάλων οικονομικοκοινωνικών ρυθμίσεων του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με την Βανέσα Ογκλ, στο τωρινό τεύχος της Αμερικανικής Ιστορικής Επιθεώρησης, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το φαινόμενο ήταν μέτριο λόγω των αποικιακών αυτοκρατοριών, οι κανονισμοί στις αποικίες των οποίων ήταν πολύ χαλαρότεροι και η φορολογία πολύ χαμηλότερη από τις μητροπολιτικές χώρες. Το φαινόμενο άρχισε να παίρνει τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του και να γιγαντώνεται μετά τον  πόλεμο, από το 1945 έως το 1975 περίπου. Στην αφετηρία του βρίσκεται πρώτο, η νέα τάξη πραγμάτων που θεμελιώνει η σύνοδος του Μπρέτον Γουντς (1944), ένα σύστημα κρατών που ρεγουλάρουν τις οικονομίες τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και τη ροή των κεφαλαίων. Αν προσθέσει κανείς τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας, περιγράφει την  νέα μεταπολεμική κοινωνική τάξη του δυτικού κόσμου, της οποίας η φορολογία αποτελεί ουσιαστικό μέρος της, ανέρχεται στο 40-50%, συμβάλλοντας στην χρηματοδότηση των κοινωνικών αναγκών αλλά και της ανανέωσης της παραγωγικής ικανότητας των κοινωνιών. Το δεύτερο φαινόμενο είναι η αποαποικιοποίηση και η φυγή των κεφαλαίων από τις πρώην αποικίες και τώρα ανεξάρτητες χώρες. Θα πήγαιναν στις μητροπολιτικές χώρες με πολύ βαρύτερη φορολογία; Και τα δυο φαινόμενα συνέτειναν στη δημιουργία των φορολογικών παραδείσων, όπου η φορολογία ήταν πολύ μικρότερη, οι κανονισμοί τροποποιούνταν κατά τη θέληση των επενδυτών και τα ίχνη της διαδρομής του χρήματος χάνονταν. Πρώτη διδάξασα βέβαια ήταν η Ελβετία, που συνδύαζε χαμηλή φορολογία, ασφάλεια και εχεμύθεια. Αλλά στην ίδια εποχή, εκτός από τα ευρωπαϊκά πριγκιπάτα (Μονακό, Λιχνεστάιν), αναπτύσσονται ως κέντρα εξωχώριων επιχειρήσεων τα νησιά της Καραϊβικής, και σημεία ανά τον κόσμο όπως η Μάλτα, ο Λίβανος, οι χώρες του Περσικού κόλπου, το Χονγκ Κογκ, η Σιγκαπούρη, η Λιβερία κλπ.

Η Τρίτη φάση μιας εκρηκτικής επέκτασης αρχίζει το 1975 με την αποδιάρθρωση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς, την διακύμανση του δολαρίου και την πετρελαϊκή κρίση. Επέκτασης από την άποψη του μεγέθους των κεφαλαίων, αλλά και των μορφών που πήραν: αφορολόγητοι παράδεισοι, σημαίες ευκαιρίας, εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές (όπου δικινούνταν τα ευρωδολάρια, τα πετροδολάρια, τα ασιανοδολάρια κ.α.) και ειδικές οικονομικές ζώνες οι οποίες επί πλέον όλων των άλλων πρόσφεραν φτηνή εργασία χωρίς νομική προστασία. Στην ίδια φάση παρατηρούμε δυο αλληλένδετα φαινόμενα. Πρώτο, κράτη, δήμοι, τράπεζες να προσφεύγουν ολοένα και περισσότερο σε αυτές τις εξωχώριες χρηματοπιστωτικές αγορές για την αναζήτηση δανείων, και δεύτερο, την επέκταση πρακτικών των φορολογικών παραδείσων στο εσωτερικό χωρών, όπως οι ειδικές οικονομικές ζώνες  (Ιρλανδία, Κίνα, Μεξικό, κ.α.  ).

 

Η αλλαγή του οικονομικού παραδείγματος μετά το 1982 έφερε πολλές από τις πρακτικές αυτές εντός του συστήματος. Η απορρύθμιση και περικοπή της φορολογίας έγιναν ο κανόνας, συνοδευόμενες πλέον από απορρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, περικοπές των κοινωνικών δαπανών και διόγκωση του δανεισμού των κρατών, πράγμα που άνοιγε τον επόμενο κύκλο της κρίσης.

Όλες αυτές οι δραστηριότητες βοηθούν τους πολύ πλούσιους να προστατέψουν τα χρήματά τους από τη φορολογία. Δεν είναι παράνομες, με το γράμμα των νόμων, αλλά με το πνεύμα των νόμων. Διαθέτουν λογιστικές υπηρεσίες, μεγάλα γραφεία νομικών συμβουλών, δικτύωση στα υψηλά κλιμάκια των κρατικών και διακρατικών θεσμών, μελετητικά γραφεία. Συμμετέχουν προσωπικότητες υπεράνω υποψίας που βρίσκονται καθημερινά στο προσκήνιο της πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά προκαλούν ή οφείλουν να προκαλούν ανησυχία στις κυβερνήσεις. Όπως έγραψαν οι Times του Λονδίνου (6.11.2017), οι φορολογικοί παράδεισοι και οι αντίστοιχες κριτικές προκαλούν δυσπιστία απέναντι «στο σύστημα που προκάλεσε τη μεγαλύτερη ευημερία στον κόσμο», ενώ γερμανικές εφημερίδες την ίδια περίοδο ζητούσαν να ασκηθούν έντονες πιέσεις σε κυβερνήσεις παγκοσμίως ώστε να αρθεί το καθεστώς φοροαποφυγής.

 

ΕφΣυν 27.12. 18

February 1, 2018

Η Αθήνα του μέλλοντος

Οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα για να περιφρουρήσουν την υγεία του πληθυσμού ήταν ανταποκρίσεις σε άμεσους κινδύνους που προήλθαν από  τους πολέμους και τα προσφυγικά κύματα, αλλά ενσάρκωναν επίσης οράματα και ουτοπίες για μια καλύτερη κοινωνία. To 1876, o Άγγλος γιατρός Benjamin Ward Richardson, δημοσίευσε στο Λονδίνο το βιβλίο Υγεία, μια υγιεινή πόλη (Ygeia, A city of Health),  όπου περιέγραφε πώς θα έπρεπε να είναι οι πόλεις,  προκειμένου να είναι υγιείς οι κάτοικοι τους. Ηταν ένα συνολικό σχέδιο πολεοδομικής αναμόρφωσης και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Το 1905, ο Ολλανδός γιατρός Pieter Eijkman δημοσίευσε μια πρόταση για την Αθήνα του μέλλοντος. Θα ήταν μια παγκόσμια πρωτεύουσα των επιστημών και της κοινωνικής προόδου. Κέντρο της θα ήταν  η παγκόσμια  ακαδημία, ένα από τα τέσσερα ινστιτούτα της οποίας θα ήταν αφιερωμένο στην Υγιεινή.  Τι θα περιλάμβανε; Ο  εμπνευστής της ιδέας εξέφραζε γενικότερες τάσεις που είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα. Υποστήριζε  ότι η δημόσια υγιεινή δεν ήταν κλάδος της Ιατρικής, αλλά το αντίθετο. Η ιατρική όφειλε να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επιστήμης που είχε ως αντικείμενο την υγιεινή διαβίωση του πληθυσμού.

Τα καθήκοντα της υγιεινής επιστήμης περιλάμβαναν μια ευρεία κλίμακα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων για την επιστημονική οργάνωση της διαβίωσης.  Περιλάμβανε την καταπολέμηση του αλκοολισμού (μάστιγα τότε, αντίστοιχη με το πρόβλημα των ναρκωτικών σήμερα),   των ενδημικών και επιδημικών ασθενειών, της ελονοσίας και της φυματίωσης πρωτίστως, καθώς και των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων. Πρόβλεψη για υγιεινές πόλεις, επομένως ενασχόληση με τα σχέδια υδροδότησης, αποχέτευσης, κοινωνικής κατοικίας, δημόσιων χώρων, μεταφορών και συγκοινωνιών.   Περιλάμβανε επίσης τον έλεγχο της υγιεινής στο σπίτι,   δυνατότητες υγιεινών θερινών διακοπών,   διευκόλυνση των παιδιών να πηγαίνουν σε κατασκηνώσεις. Επίβλεψη της υγιεινής παραγωγής και διάθεσης των τροφίμων αλλά και συμβουλές για τις διαιτητικές συνήθειες. Περιλάμβανε ζητήματα όπως η οργάνωση της δουλειάς μέσα στο εργοστάσιο και η εργατική νομοθεσία,   η σχολική υγιεινή αλλά και ευρύτερα ζητήματα που αφορούσαν την προσχολική  εκπαίδευση. Περιλάμβανε δηλαδή όλα όσα αφορούσαν την πορεία των ανθρώπων από το λίκνο έως τον τάφο,  όλων εκείνων που αργότερα θα   ολοκληρώνονταν   στο κράτος πρόνοιας. H υγιεινή συνεπαγόταν    την ηθική διαβίωση, την αρμονική συνύπαρξη σώματος και ψυχής, ακόμη και την ευγονική, δηλαδή τον σχεδιασμό της αναπαραγωγής του ανθρώπινου γένους. Τα σχέδια αυτά πρότειναν ένα μοντέλο μεταρρυθμίσεων, που μετέφερε την ευθύνη από τους πολιτικούς στους ειδικούς:    Σύγκλιση ειδικών, ορισμός του προβλήματος, έρευνα, προτάσεις, εφαρμογή. Δημιουργήθηκαν σιγά-σιγά δίκτυα ειδικών σε άξονα    διεθνείς οργανισμούς, τα οποία δημιούργησαν τη δική τους δυναμική έκτοτε.

Αυτός είναι ο κύκλος των ιδεών, και τέτοιες   ιδέες είχαν οι άνθρωποι    που συγκρότησαν την Οργάνωση Υγείας της Κοινωνίας των Εθνών, αυτούς κάλεσε ο Βενιζέλος στα 1928-1931 να συγκροτήσουν ένα σύστημα υγείας στην Ελλάδα που θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις κρίσιμες συνθήκες που περνούσε η χώρα, αλλά και στις ανάγκες μιας μαζικής κοινωνίας του 20ου αιώνα. Την εφαρμογή αυτών των ιδεών πρότειναν, και το ολοκληρωμένο σχέδιο μεταρρυθμίσεων (το οποίο αναπτύσσεται σε διπλανά κείμενα στον τόμο αυτό) αυτές τις ιδέες φιλοδοξούσε να υλοποιήσει. Μικρές και μεγάλες ουτοπίες έφτιαχναν τα πρότυπα της πολιτικής, και το παγκόσμιο συναντούσε το τοπικό. Η δημόσια υγιεινή υπήρξε ο κατ’εξοχήν τόπος αυτών των συναντήσεων. Γιατί η υγεία του πληθυσμού μοιάζει με έναν χάρτη, πάνω στον οποίο αποτυπώνεται το σύνολο των ανθρωπίνων σχέσεων. Δεν πρέπει να τα ξεχνούμε αυτά, όταν τιμούμε ένα θεσμό όπως το Υπουργείο Υγείας. Χρειάζεται συχνά να ανατρέχουμε στις ρίζες των πραγμάτων για να βρούμε το νόημά τους.

(Κείμενο στην επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια του Υπουργείου Υγείας (1917-2017)

December 6, 2017

Προληπτικός Εκφοβισμός;

Δημόσια απάντηση στην Αννα Διαμαντοπούλου

http://www.efsyn.gr/arthro/proliptikos-ekfovismos

November 27, 2017

Η εθνική μελαγχολία

Για να αναταχθεί η χώρα από την κρίση, κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά, χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το σύνδρομο της αποτυχίας. Αυτό το σύνδρομο είναι τόσο βαθειά χαραγμένο στην συλλογική συνείδηση, ώστε εκδηλώνεται με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, από τα καθημερινά αυθόρμητα ξεσπάσματα σε κάθε ενόχληση, έως τις βαθιές αντιλήψεις που έχουμε για το παρόν και το μέλλον μας. Τείνει να γίνει, αν δεν έχει κιόλας γίνει, δομικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας.

Έχω καταπιαστεί αυτή την εποχή με τη σύνθεση μιας ιστορίας του ελληνικού εικοστού αιώνα, προσπαθώντας να καταλάβω αφενός έναν αιώνα στον οποίο πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, αφετέρου τις δικές μου εμπειρίες, τις συλλογικές εμπειρίες μιας γενιάς που έζησε το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Βρίσκομαι όμως πάντα σε αμηχανία, όταν με ρωτούν πολλοί φίλοι, καλοπροαίρετοι και καλλιεργημένοι, αν εξηγώ το πώς και το γιατί καταλήξαμε ένα «αποτυχημένο κράτος», γιατί αποκλίνουμε συνεχώς από την Ευρώπη, γιατί το μέλλον μας προοιωνίζεται σκοτεινό και αβέβαιο, γιατί είμαστε η χώρα του λειψού και αδύναμου διαφωτισμού, υποδεικνύοντας εμμέσως, πλην σαφώς, ότι αυτά είναι τα ζητήματα ενδιαφέροντος σε ένα βιβλίο που αφορά την Ελλάδα.

Πράγματι αυτή η απαισιοδοξία βαραίνει στο γενικότερο ψυχολογικό κλίμα, καλλιεργείται από βαρύγδουπα επιστημονικά κείμενα, αλλά και πρόσφατες ιστορίες της Ελλάδας, φτάνει ακόμη στα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Σε μια καθημερινή εφημερίδα, που πρωτοκυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα, η εμφατική φράση στην πρώτη σελίδα ήταν «το μέλλον θα έρθει σαν γάγγραινα στη φτέρνα». Φράση από συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου, αλλάζει νόημα και σημασία όταν, αποκομμένη, προβάλλεται εμφατικά. Αλλά αυτή η σωματοποιημένη αίσθηση της απειλής είναι κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή ευρύτερα. Στη σύγχρονη ποιητική λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων, δεν γράφονται ευχάριστες ιστορίες για το μέλλον. Το μέλλον δεν περιγράφεται ως ο τόπος της ελπίδας, αλλά της απειλής. Οι ευχάριστες ιστορίες δεν θα συναντούσαν το κοινό τους, οι δυσάρεστες γίνονται δημοφιλείς. Η συνταγή συγγραφικής επιτυχίας θέλει απαισιοδοξία, ενοχή, απειλή.

Είναι αδικαιολόγητη αυτή η αίσθηση του κοινού; Νομίζω πως όχι, γιατί είναι γεγονός ότι αν στον εικοστό αιώνα εκφράστηκαν με την μεγαλύτερη δυνατή ορμή οι προσδοκίες για το μέλλον, η βιωμένη εμπειρία τις μετέτρεψε στο αντίθετό τους, σε απογοητεύσεις ή και σε εφιάλτες. Αυτή η αντιστροφή δημιούργησε ένα μοντέλο σκέψης, μέσα από το οποίο διαβάζεται αναδρομικά το παρελθόν. Οι ευγενείς προθέσεις διαβάζονται ως αυταπάτες (επιεικώς), ή ως κακόβουλες επιδιώξεις. Η ιστορία, ως λόγος χειραφέτησης και αυτογνωσίας, αντικαταστάθηκε από την συμπτωματολογία, την απώλεια, την αυτομαστίγωση που αξίζουν τα «κακά παιδιά της ιστορίας». Μια περιήγηση στις πιο δημοφιλείς εκδόσεις των τελευταίων χρόνων, στη λογοτεχνία και την ιστορία (γιατί και η ιστορία από το ευρύ κοινό διαβάζεται ως αληθοφανής λογοτεχνία) δείχνει αυτό το διάχυτο πνεύμα. Αυτό το πνεύμα είναι ισχυρότερο από τις ιδεολογικές επιλογές, ή μάλλον παράγει και παγιώνει ιδεολογικές επιλογές, κατεξοχήν συντηρητικές, γιατί δημιουργεί ιστορική συνείδηση. Αυτή η απαισιοδοξία γίνεται εργαλείο ερμηνείας και η ερμηνεία δεν αντικαθιστά την εξήγηση, αλλά την περιλαμβάνει.

Αυτό το πνεύμα γενικευμένης απαισιοδοξίας, ήρθε και έδεσε με το πνεύμα εθνικής μειονεξίας. «Η εθνική μας μοναξιά» του Μητροπάνου, «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη, φράσεις εμβληματικές, τραγουδήθηκαν ή γράφτηκαν προ κρίσης. Το πνεύμα τους όμως γιγαντώθηκε στη διάρκεια της κρίσης, έγιναν κοινοί τόποι, δημιούργησαν πολιτισμικά μιμίδια (memes) που κατακλύζουν εφημερίδες και περιοδικά. Το διαδίκτυο τα αναπαράγει με   ταχύτητα και  ρυθμό βακτηριδίων. Η «δυστυχία» κλιμακώθηκε σε  «βδέλυγμα». H επανάληψη δεν δημιουργεί κόρο. Μετατρέπεται σε εμμονή να συζητάς αυτή τη διαφορά, να  βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτήν, να την ψηλαφείς, θα τολμούσα να πω να την απολαμβάνεις. Όπως οι ασθενείς απολαμβάνουν να συζητούν για την αρρώστια τους, να λένε λεπτομέρειες για τα συμπτώματά της και για τις θεραπείες που δοκιμάζουν.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η ηδονή της απαισιοδοξίας; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το πνεύμα που δημιουργεί αναδίπλωση και έναν βαθύ και μύχιο συντηρητισμό; Μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογικά επιχειρήματα; Είναι λ.χ. πειστικό να πεις ότι ξέρετε, η δυστυχία του να είσαι Ιταλός ή Πολωνός, Λατινοαμερικάνος, Άραβας, ή Ρώσος είναι τόσο διαδεδομένη στον κόσμο που, αν την συνειδητοποιήσεις, την ξεπερνάς; Φοβάμαι πώς όχι, γιατί αυτός ο τρόπος σκέψης είναι εμφωλευμένος στις λέξεις: «Μόνο εδώ συμβαίνουν αυτά!». Από τη φράση αυτή στην παλιότερη «Οι Έλληνες θέλουν βούρδουλα» ή στη σύγχρονη «Μνημόνιο μέχρι να σβήσει ο ήλιος», είναι μικρή απόσταση. Είναι πάνω σ’ αυτό το υπόστρωμα που καλλιεργείται η εθνική μειονεξία, η αναζήτηση του σωτήρα, συνήθως του αναδρομικού, λ.χ. του Ελευθερίου Βενιζέλου ή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ή του (της) ιστορικού-γκουρού στον εθνικό φρονηματισμό.

Την εθνική μελαγχολία, το σύνδρομο της αποτυχίας, δεν μπορούμε να τα παραμερίσουμε. Πρόκειται για βαθειά πολιτικά ζητήματα επειδή αφορούν νοοτροπίες και υπαγορεύουν συμπεριφορές.

EφΣυν 27.11.2017

November 27, 2017

Η μνήμη: ταυτότητα ή ιδεολογία;

«Η μνήμη ως ταυτότητα. Φόρος τιμής σε όλες τις γενιές της “αρχαίας σκουριάς”  (ανάρτηση του ΣΥΡΙΖΑ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχετικά με την επίσκεψη στη Μακρόνησο).

Η μνήμη ως ταυτότητα,  είναι εμβληματική φράση, ωστόσο γίνεται προβληματική  όταν γίνεται επίκληση της μνήμης για να καλύψει την κρίση    ταυτότητας, όταν η μνήμη λειτουργεί ως ιδεολογία. Υπάρχει σήμερα στην πλειοψηφική Αριστερά, κρίση ταυτότητας;  Δύσκολα κρύβεται, δεν θα   μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Οι εμπειρίες της διακυβέρνησης,  έχουν μεγάλη απόκλιση από τις προσδοκίες πριν το 2015. Δεν ανταποκρίνονται σε κείνη την ταυτότητα, δεν έχει δημιουργηθεί νέα ταυτότητα.

Η διακυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα έχει ένα πολύ ευρύτερο, πειραματικό και παραδειγματικό  ενδιαφέρον. Μπορεί να επιβιώσει η Αριστερά στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης, των μεγάλων διεθνών μεταδημοκρατικών θεσμών; Και αν υποθέσουμε ότι μπορεί, τι μπορεί να κάνει; Ποια μπορεί να είναι η ταυτότητά της; Και σ’ αυτή την νέα ταυτότητα, πώς μπορεί να συνδυαστεί αυτό που υπήρξε,   δηλαδή η ιστορία της, με αυτό που είναι σήμερα;

Μπορούν να πιστωθεί στην κυβέρνηση η έντιμη προσπάθεια     να βγάλει  τη χώρα από τον πυρήνα της κρίσης, αποφεύγοντας μια επικείμενη ανθρωπιστική  κρίση που ήδη έπληττε   τους φτωχότερους.   Παρά τα προβλήματα και τις αστοχίες του μεταναστευτικού, η χώρα δεν κατολίσθησε σε ακροδεξιό καθεστώς τύπου  Ουγγαρίας ή Πολωνίας, όπως επί Σαμαρά.   Ωστόσο, αυτό που ήταν εξαρχής στόχος της μνημονιακής πολιτικής, δηλαδή η προσαρμογή της κοινωνίας  στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο  και η εσωτερική υποτίμηση,  στον μεγαλύτερο βαθμό επετεύχθη.

Η Αριστερά θα έχανε την αξιοπιστία της αν δεν αναλάμβανε ευθύνες διακυβέρνησης. Μπορεί όμως να διατηρήσει την αξιοπιστία της ως κυβερνητική αριστερά; Νέες καταστάσεις, νέα προβλήματα. Πώς θα αντιμετωπίσει  λ.χ. το συνταξιοδοτικό ζήτημα σε ένα γηράσκοντα πληθυσμό; Πώς θα εξασφαλίσει  ανάπτυξη μόνο με αναμενόμενες ξένες επενδύσεις, χωρίς την εσωτερική συσσώρευση, όταν αυτή διοχετεύεται,  μέσω φορολογίας,  στην αποπληρωμή των δανείων; Με ποιά   εργαλεία μπορεί  να ασκήσει  αναπτυξιακή ή κοινωνική πολιτική; Πώς θα υπερβεί τον ασφυκτικό έλεγχο των δανειστών,  έως ότου λήξει το τρέχον μνημόνιο, αλλά και μετέπειτα όσο βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αποπληρωμή του δανείου;  Οι έλεγχοι στους προϋπολογισμούς και την οικονομική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών έχουν αποκτήσει πλέον δομικό χαρακτήρα.   Μπορεί να συνταιριάσει η Αριστερά, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, το πρόγραμμά της με τα ζητήματα αυτά; Μήπως πρέπει να τροποποιήσει τους στόχους της; Προς το παρόν δικαιώνεται στην αναγνώριση των δικαιωμάτων, κάτι   σημαντικό, γιατί τα κινήματα για τα δικαιώματα ανήκουν στην ιστορία της. Ωστόσο   η διαμόρφωση της κοινής γνώμης  ελέγχεται  από 5-6 ολιγάρχες, οι εξοπλισμοί στα ύψη, η πολιτισμική πολιτική   πορεύεται χωρίς πυξίδα, ή ασκείται εξολοκλήρου πλέον από τα ιδιωτικά ιδρύματα τα οποία συγκεντρώνουν την καλλιτεχνική πρωτοπορία και διαμορφώνουν ταυτότητες. Το παράδειγμα, όπου αντί να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις, γίνεται κλήρωση σημαιοφόρων,  δείχνει   μετέωρο βήμα σε διαρκή αναποφασιστικότητα.

Το ερώτημα είναι: Όλα όσα έγιναν, αλλά και όσα δεν έγιναν, συγκροτούν μια ταυτότητα της Αριστεράς; Και αυτή η ταυτότητα πώς σχετίζεται  με τη μνήμη της; Αν η ουσία της Αριστεράς είναι η κριτική στάση, η κριτική στο υπαρκτό,  από ποια αφετηρία μπορεί να γίνει πλέον;   Το ερώτημα  δεν σηκώνει  υπεκφυγές,  ούτε   φιλοσοφικές   νεφελοκοκκυγίες. Δεν μπορεί να απαντηθεί  με  ακροβατισμούς ανάμεσα στις επικλήσεις του μαρτυρικού   παρελθόντος και  στην ικανοποίηση από την ολοκλήρωση της δεύτερης ή τρίτης αξιολόγησης. Υπάρχει   μεγάλη σύγχυση στους πολίτες, η οποία,   συγκρατείται μόνο  εξαιτίας  της απέχθειας στον  κοινωνικό δαρβινισμό των   αντιπάλων. Δεν αντισταθμίζεται   όμως  από μια νέα θετική ταυτότητα.   Οι πολίτες που συμπαθούν την Αριστερά είναι ιδεολογικά αφοπλισμένοι.  Μπορούν να είναι βέβαιοι για το παρελθόν, παραμένοντας αβέβαιοι για το μέλλον;

Ο μετεωρισμός προκαλεί αμφίδρομη βλάβη: Πρώτο, η καθήλωση σε ένα ανεπεξέργαστο παρελθόν, εμποδίζει τη σύγχρονη ωρίμανση του Σύριζα, και την συγκρότηση   ενός τολμηρού   μεταρρυθμιστικού προγράμματος προς όφελος των πολλών. Δεν προχωράς αν κοιτάζεις συνεχώς πίσω με ενοχές, αν νοσταλγείς   χαμένες   αθωότητες.         Δεύτερο, κινδυνεύει το ίδιο το παρελθόν να γίνει αδιάφορο και πληκτικό.  Όπως το  αντιφασιστικό αφήγημα  που χρησιμοποιούνταν στην   ΕΣΣΔ και στις  Λαϊκές Δημοκρατίες ως επίσημη ιδεολογία έως το 1989. Οι ιστορικοί μας έχουν κάνει το μέρος της δουλειάς που τους αναλογεί, δηλαδή την κριτική επεξεργασία του παρελθόντος,  και έχουν πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από αυτό.  Η   σύνθεση όμως ανάμεσα στο κριτικό παρελθόν και στο κριτικό παρόν, είναι κάτι που πρέπει να γίνει σε πολιτικό επίπεδο.    Το ζητούμενο επομένως είναι αν ιστορικά βιώματα, παρελθούσες προσδοκίες και παρούσες εμπειρίες μπορούν να μπουν σε ένα πλαίσιο συνεξέτασης,   ώστε να συγκροτηθεί μια καινούργια ταυτότητα.

Παράλληλα, η συγκρότηση, στην περίοδο της κρίσης, ενός  νεοσυντηρητικού  μετώπου αναζητά επίσης   ξεκαθάρισμα   λογαριασμών   με την ιστορία για να συγκροτήσει ταυτότητα. Η αναθεώρηση του παρελθόντος γίνεται κρίσιμο εργαλείο για πολιτικές αλλαγές. Επομένως, οι διαμάχες για το παρελθόν δεν τέλειωσαν, και σε τελευταία ανάλυση είναι πολιτικές.  Πολιτικές ως διαμόρφωση ενός βλέμματος με προοπτική, πέραν του παροντισμού, με ικανότητα να δει το περίγραμμα των τάσεων και των εξελίξεων.  Γιατί αν η ιστορία   χρησιμοποιείται ως εφεδρικά πυρομαχικά, αν γίνεται επίσημη ιδεολογία, τότε η ιστορική σκέψη χάνει το πιο δυναμικό της στοιχείο: τη δυνατότητά της να θέτει ερωτήματα που αναπλαισιώνουν το παρόν.

H συνειδητοποίηση ότι είμαστε αυτό που δεν μπορούμε πλέον να είμαστε,   είναι αυτή που οριοθετεί και δημιουργεί το παρελθόν μέσα στη ροή του χρόνου, που τοποθετεί το παρελθόν στην ιστορία, που το βγάζει από τη διαρκή εκκρεμότητα  ανάμεσα σε «αυτό που πέρασε» και σε «αυτό που διαρκεί ακόμη». Γιατί η ταύτιση είναι καθήλωση.  Η συνείδηση της διαφοράς είναι συνείδηση της μετάβασης.  Συχνά η συνείδηση αυτή συνοδεύεται από την αίσθηση της απώλειας (η χαμένη αθωότητα, η χαμένη άνοιξη κλπ) και είναι τραυματική. Είναι αναγκαίο όμως να περάσει κανείς από το τραύμα της μετάβασης χωρίς να επιτρέψει την καθήλωση στην ταύτιση. Η εκκρεμότητα και ο μετεωρισμός δεν συνιστούν λύση. Επομένως (για να επιστρέψουμε στην φράση «η μνήμη ως ταυτότητα»),  το περιεχόμενο της ταυτότητας δεν μπορεί να είναι η μνήμη,  αλλά η συνείδηση της μετάβασης από το παρελθόν προς εκείνο που υπολογίζουμε ως μέλλον.  Από τη μνήμη στον συνολικό αναστοχασμό της ιστορικής πορείας.

ΕφΣυν, Σεπτ 2017

November 13, 2017

Παράδεισος ή Δημοκρατία;

Μπορεί ο Χριστός να είπε ότι «δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τον παράδεισον», αλλά αποδεικνύεται πως οι παράδεισοι, εκεί όπου μπορούν κάποιοι να διαφυλάττουν τα πλούτη τους, χωρίς να αμαρτήσουν ή να παρανομήσουν, είναι φτιαγμένοι για τους πλούσιους. Καθ’όλα νόμιμα, αλλά και διακριτικά, ανώνυμα. Χωρίς να γιγνώσκει η Αριστερά τι ποιεί η Δεξιά. Και όπως λέει ένα γνωμικό που κάθε προνοητικός πλούσιος πατέρας επαναλαμβάνει στον εαυτό του και στους βλαστούς του, δυσκολότερα διαφυλάττεις τον πλούτο σου, από ό,τι τον κερδίζεις. Πράγματι, αυτή είναι μια βαθειά, όχι πανανθρώπινη, αλλά πανζωική αλήθεια.   Το αρπακτικό συλλαμβάνει και σκοτώνει τη λεία του, συχνά όμως την χάνει από το ισχυρότερο που θα εμφανιστεί με αξιώσεις ότι του ανήκει. Πώς θα αντιδράσει; Δια της αποκρύψεως. Απόκρυψη, μια τεχνική παμπάλαια, εμφωλευμένη στους αυτοματισμούς των συμπεριφορών και στο ζωϊκό βασίλειο και στις κοινωνίες.

Ωραία έως εδώ, αλλά υποτίθεται ότι ζούμε σε οργανωμένες πολιτείες και όχι στη ζούγκλα. Και ότι οι πολιτείες έχουν ορισμένους κανόνες, διαφορετικούς από εκείνους των άλλων ζώων. Γι’  αυτό και ο Αριστοτέλης θεωρούσε τους ανθρώπους ιδιαίτερο είδος, «ζώον πολιτικόν», που σημαίνει συλλογική ζωή με βάση κανόνες και νόμους. Ένας από τους κανόνες είναι η φορολογία. Και η φορολογία είναι ο κεντρικότερος άξονας, που είναι σταθερός σε όλη την ιστορία του πολιτισμού. Ποιος ή ποιοι επιβάλλουν φόρους, ποιος αποφασίζει, ποιο είναι το ύψος τους, ποιοι πληρώνουν και ποιοι τους ιδιοποιούνται, για ποιους σκοπούς και με ποια κριτήρια; Η ιστορία τόσο των αρχαίων δημοκρατιών, όσο και του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού συνδέονται απόλυτα με το ποιος αποφασίζει για τη διάθεση και την κατανομή του πλεονάσματος, αν είναι λίγοι ή πολλοί, πώς συνδέονται φορολογία και πολιτικά δικαιώματα. Από την απόλυτη μοναρχία έως την δημοκρατία, φορολογία και πολιτικό σύστημα αποτελούν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ακόμη και η περίφημη φράση   «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ», σημαίνει ότι προϋπόθεση της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, και επομένως της ανεξιθρησκίας, είναι η συμμόρφωσή σου με τους φορολογικούς κανόνες.

Όλα αυτά βέβαια είναι πασιφανή, αυτά συγκροτούν και τον πυρήνα και τον ορίζοντα της νομιμότητας. Αλλά όπως λέει και ο  Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει την εξαίρεση από τον κανόνα, όποιος δηλαδή επιβάλει καθεστώς εξαίρεσης, δηλαδή κατάσταση πολιορκίας, στην οποία είναι δυνατή η εξαίρεση από το νόμο, δηλαδή η παραβίαση του νόμου με νόμιμο τρόπο. Ακριβώς αυτό συμβαίνει με όσα αποκαλύπτουν τα paradise papers. Δεν πρόκειται για παράνομη φοροδιαφυγή. Πρόκειται για μια νομική τεχνολογία παραβίασης του νόμου και απόκρυψης της πορείας του χρήματος, της ίδιας της νομικής μεθόδευσης. Πρόκειται για οικονομικές και νομικές εργαλειοθήκες, ακόμη και προσαρμοσμένες φιλοσοφικές έννοιες, για στρατιές νομικών γραφείων, για δύσκολα ανιχνεύσιμα δίκτυα ανάμεσα σε τράπεζες, hedge funds, εξωχώρια εταιρικά σχήματα και κυβερνήσεις. Πρόκειται για την τεχνολογία της εξαίρεσης στην οποία οι πλούσιοι αποφασίζουν να αυτοεξαιρεθούν από την πολιτεία. Αν αναλογιστούμε το βάρος των πράξεων με το νόημα των λέξεων, τότε κατάσταση αυτοεξαίρεσης σημαίνει ότι η πολιτεία έχει το δικαίωμα και πρέπει, ως ανταπόδοση και προς παραδειγματισμόν, να στερήσει τα πολιτικά δικαιώματα σε όποιον αυτοεξαιρείται και να του δημεύσει την περιουσία και να δημοσιεύσει το όνομα του. Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες, αλλά για το ισόποσον του οικονομικού προϊόντος (economic output) Ιαπωνίας, Βρετανίας και Γαλλίας (10 τρισεκατομμύρια δολάρια). Η φορολόγηση των αντίστοιχων  γερμανικών κεφαλαίων κοστίζει το 30% των φορολογικών εσόδων της Γερμανίας, και  των ελληνικών κεφαλαίων, το 8% των αντίστοιχων εσόδων της Ελλάδας. Αλλά δεν ζούμε στον καιρό του Δράκοντα, του Ροβεσπιέρου και του Λένιν για να γίνουν αυτά.

Τι πρέπει να γίνει όμως; Το ζήτημα δεν είναι να συζητάμε αν είναι νόμιμη ή όχι η εξαίρεση από τη φορολογία, το ζήτημα είναι να πάψει να είναι νόμιμη. Το ζήτημα είναι η απονομιμοποίηση αυτής της διαδικασίας, και νομικά και πολιτικά και ηθικά. Πρέπει να πάψουν να ισχύουν δυο φορολογικά καθεστώτα, ένα για τους πλούσιους και άλλο για τους φτωχούς. Και επειδή μια μικρή χώρα είναι σχετικά αδύναμη να αντισταθεί σ’ αυτά τα αρπακτικά, στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού φορολογικού συστήματος με ειδικές και αυστηρές προβλέψεις για την «νόμιμη» φοροδιαφυγή. Το ενιαίο νόμισμα χωρίς ενιαία φορολογία στην Ευρώπη, επιτρέπει το κοινωνικό dumping και τις εκπτώσεις στην υγεία, στην παιδεία και στα κοινωνικά δικαιώματα. Μια χώρα αντί να υποτιμήσει το νόμισμα, κόβει τη φορολογία και αντίστοιχα τις κοινωνικές δαπάνες. Η ενιαία φορολογία είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία ενιαίων ευρωπαϊκών standards σ’ αυτούς τους κοινωνικούς τομείς, όπως αντίστοιχα ισχύουν στα χρηματοπιστωτικά. Μα δεν είναι συντηρητικό το σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο; Ναι είναι, αλλά είναι προτιμότερο ένα έστω και συντηρητικό ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα φορολογίας, παρά κανένα.

 

 

October 1, 2017

Η Γερμανία, η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή κανονικότητα

Οι πρόσφατες εκλογές στη Γερμανία επανέφεραν στο προσκήνιο μια παλιά συζήτηση για το πρόβλημα Γερμανία. Στον εικοστό αιώνα η χώρα αυτή αναδείχτηκε, δυο φορές, ως η κατεξοχήν καταστρεπτική δύναμη της Ευρώπης. Στην μεταπολεμική εποχή μπήκε σε μια διαδικασία δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης, και η διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή  Κοινότητα ήταν μέρος αυτού του προγράμματος. Αποτέλεσμα η πολιτική σταθερότητα δεκαετιών,   πριν και μετά το 1989, με   σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων σε ώριμες και γενικότερα αποδεκτές θέσεις. Οι πρόσφατες εκλογές, χωρίς να αποσταθεροποιούν αυτή την πορεία, δείχνουν τα όριά της. Δεν πρόκειται μόνο για την άνοδο  της Αλτερνατίβας, που  δημιουργήθηκε πάνω στη βάση της δίδυμης αντίθεσης στα bail out  της Ελλάδας και του Νότου και στην είσοδο των μεταναστών, και η οποία στεγάζει νοσταλγούς του ναζισμού. Και το κόμμα των φιλελευθέρων ανέβηκε με ένα πρόγραμμα οικονομικού εθνικισμού και  ευρωσκεπτικισμού. Η άνοδος αυτών των δυνάμεων δεν αντανακλά μόνο το 23,2%,   του   εκλογικού σώματος. Έχει   δυναμική  αλληλοτροφοδότησης με το υπερσυντηρητικό χριστιανοσοσιαλιστικό κόμμα  της Βαυαρίας, κριτικό στην ευρωπαϊκή πολιτική της καγκελαρίου. Η νέα κυβέρνηση επομένως θα έχει μεγαλύτερους περιορισμούς και  λιγότερες ευχέρειες  για την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.  Το βάρος των προβλημάτων αυτών πολλαπλασιάζεται από το οικονομικό βάρος της χώρας. Σήμερα η Γερμανία   είναι, σε απόσταση από τις άλλες μεγάλες χώρες, η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ευρώπης, αλλά   και η μόνη μεγάλη δύναμη στον δυτικό κόσμο με θετικό ισοζύγιο πληρωμών (των ΗΠΑ είναι αρνητικό). Το οικονομικό μέγεθος αλλά και η δυναμική της Γερμανικής βιομηχανίας, αλλάζει το μαγνητικό πεδίο της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.   Ενώ δηλαδή οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν μετά το Μάστριχτ , το 1992, δεν άλλαξαν, εν τούτοις άλλαξε σιωπηρά ο συσχετισμός δυνάμεων. Η ΕΕ δεν αποτελείται πλέον από  4-5 μεγάλες χώρες, διπλάσιο αριθμό μεσαίων και άλλες τόσες μικρές χώρες, πράγμα που επιτρέπει να μιλάει κανείς για έναν αστερισμό χωρών σε αναζήτηση ενοποίησης.  Μετά την αποχώρηση και της Βρετανίας, η ΕΕ αποτελείται από μια μεγάλη χώρα, τη Γερμανία, η οποία έχει γύρω της δυνάμεις ποικίλου μεγέθους με τις οποίες έχει αναπτύξει διαφορετικού βαθμού συνέργειες.  Αυτή η αλλαγή του μαγνητικού πεδίου δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί με αλλαγές της θεσμικής γεωμετρίας της Ευρώπης, (εκδηλώνεται προς το παρόν με ad hoc  κέντρα αποφάσεων  όπως λ.χ.   το Euro group).

H Ελλάδα και η Γερμανία, παρά το γεγονός ότι   θεωρούνται ως οι   αντίποδες της Ευρώπης, από την αρχή της κρίσης, βρίσκονται σε μια στενή σχέση, εδώ και δυο αιώνες. Αυτή η σχέση   βασίζεται  σε   τέσσερις διαμορφωτικές στιγμές: Πρώτο, μέσω της Βαυαροκρατίας και του πρώτου βασιλιά, η ιδέα της Ελλάδας ως πρότυπου βασιλείου είχε πλαστεί στο Μόναχο, πριν τεθεί σε εφαρμογή στην Αθήνα.  Δεύτερο, το ελληνικό εθνικό φαντασιακό και  η σχέση με την Αρχαιότητα διαμορφώθηκε από τον γερμανικό κλασικισμό, κυρίαρχη ιδεολογία στη Γερμανία τον 19ο αιώνα. Τρίτο,  η γερμανική κατοχή- και όσα αλυσιδωτά πυροδότησε,  υπήρξε η   κατεξοχήν τραυματική εμπειρία  που σφράγισε τις πολιτικές διαμάχες στον εικοστό αιώνα, με απηχήσεις ως σήμερα. Τέλος, ο ρόλος της Γερμανίας στο bail out της Ελλάδας, στην παρούσα κρίση, εξακολουθεί να είναι αποφασιστικός για τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας (από το «πρότυπο βασίλειο» του 19ου  αι. στον «πρότυπο καπιταλισμό» του 21ου).

Αυτές όμως οι τέσσερις διαμορφωτικές στιγμές έχουν   δυο παραμέτρους, κοινές στις δυο χώρες. Η πρώτη παράμετρος είναι το ζήτημα της νεωτερικότητας, η δεύτερη της ευρωπαϊκής κανονικότητας.   Και η μια και η άλλη συζήτηση ήταν συνεχώς παρούσες στην διανοητική πορεία και των δυο χωρών. Το ζήτημα της Ελλάδας, ανάμεσα στο Ανατολίτικο και το Δυτικό στοιχείο, ή και ως ζήτημα εκσυγχρονισμού, το ζήτημα της Γερμανίας με το ερώτημα αν η Γερμανία ακολούθησε μια ιδιαίτερη πορεία (Sonderweg),  η οποία συχνά την οδήγησε έξω από την ευρωπαϊκή κανονικότητα.  Και οι δυο αυτές έννοιες αναμετρήθηκαν με την έννοια της «κρίσης». Η μεσοπολεμική κρίση και ο φασισμός, ήταν μια γερμανική ιδιαιτερότητα, ή αποτελούσαν την κρίση της κλασικής νεωτερικότητας, δηλαδή των κανόνων και των αντιλήψεων που είχαν δημιουργηθεί έως την εποχή της μεσοπολεμικής κρίσης στη Γερμανία, κρίσης-μήτρας όλων των μετέπειτα καταστροφών; Αντίστοιχα στην Ελλάδα, η κρίση οφείλεται στην ελλιπή ή αδύναμη νεωτερικότητα, στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι μια «κανονική» χώρα,  ή η χώρα συντρίφτηκε ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς τύπους νεωτερικότητας, εκείνον που διαμορφώθηκε, έστω πάνω σε διαφορετικές τροχιές,  στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, και εκείνον που άρχισε να διαμορφώνεται από το τέλος του 20ου αιώνα, χωρίς ακόμη να έχει αποκρυσταλλωθεί ως σήμερα;

Πιστεύω ότι και τις γερμανικές εκλογές, και το μέλλον των σχέσεων Ελλάδας –Γερμανίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και το ελληνικό πρόβλημα, θα πρέπει να τα δούμε σε αυτή την προοπτική.

 

 

 

March 26, 2017

Η Ευρώπη και εμείς

Στην κρίση του Μεσοπολέμου, η ελληνική διανόηση της εποχής, πρόσφερε αντίδοτο   τις αιώνιες ελληνικές αξίες. Η κρίση θεωρήθηκε απότοκος του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των υλιστικών αξιών του, και σωτηρία η επιστροφή στη διαχρονική ουσία της Ελλάδας. Το αντίστροφο συμβαίνει στην τωρινή κρίση: οι σύγχρονοι συνεχιστές τους   θεωρούν την Ελλάδα από ιστορικό ατύχημα έως «βδέλυγμα» (Δημήτρης Δημητριάδης), προβάλλοντας ως αντίδοτο την «Ευρώπη». Αν εκείνοι οι διανοούμενοι (K. Τσάτσος, Π. Κανελλόπουλος), πρόσφεραν τα υλικά για την κατασκευή της εθνικοφροσύνης, ετούτοι  κατασκεύασαν την κατηγορία του αντι-ευρωπαίου, για όποιους έστω κατ’ ελάχιστον αμφισβητούν την πολιτική ορθοδοξία μετά το 2010. Κατ’ αυτούς, Ευρώπη σημαίνει  Διαφωτισμός και  νεωτερικότητα· Ελλάδα υστέρηση απέναντι στην Ευρώπη. Όπως συχνά γίνεται από τους απέξω, κανονικοποιείται και  εξιδανικεύεται το αντικείμενο της επιθυμίας, παραβλέπεται η κατασκευαστική του, οι ρωγμές και οι αντιφάσεις του.  Εμείς λοιπόν ως «μια μη κανονική  χώρα», αντιμέτωποι με τον ευρωπαϊκό κανόνα.

Πότε φτιάχτηκε αυτός ο κανόνας; Όταν  οι ευρωπαϊκές χώρες είχαν εξαντληθεί καταστρέφοντας με μανία η μια την άλλη, με αμερικάνικη παρακίνηση    μπροστά στο αντίπαλο σοβιετικό   δέος. Όχι ως κάτι περισσότερο από οικονομικός χώρος.  Ποιες αντιλήψεις  τότε περί Ευρώπης; Ο Αντενάουερ  μιλούσε για την Ατλαντική Ευρώπη (περιλαμβάνοντας και τις ΗΠΑ),   ο Ντε Γκώλ για την Ευρώπη ανάμεσα στον Ατλαντικό και τα Ουράλια (αποκλείοντας ΗΠΑ και Βρετανία, αλλά περιλαμβάνοντας μέρος της τότε ΕΣΣΔ), ενώ  το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» του Τσώρτσιλ χώριζε τη  Δύση (ΗΠΑ και Δ. Ευρώπη), από την  Ανατολή (Κεντροανατολική και Ανατολική Ευρώπη). Το περιεχόμενο και τα όρια της ευρωπαϊκότητας ήταν πρωτευόντως ζήτημα πολιτικής, δευτερευόντως  πολιτισμού.

Η πρώτη θεσμική συζήτηση για την ευρωπαϊκή ταυτότητα  έγινε στη σύνοδο κορυφής των εννέα της ΕΟΚ στην Κοπεγχάγη το 1973, στη σκιά της τότε οικονομικής κρίσης που ανέτρεψε τη μεταπολεμική οικονομική τάξη. Απότοκος των αναζητήσεων ήταν η Ευρώπη των περιφερειών (regions)  και οι πολιτικές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (European integration: ξεχασμένος όρος σήμερα). Ωστόσο ήταν μετά την πτώση του τείχους και την επανενοποίηση της Δυτικής με την Κεντροανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη το 1989 που ο όρος, τα σύμβολα και οι πολιτικές δημιουργίας ευρωπαϊκής ταυτότητας και κοινής ευρωπαϊκής  μνήμης και ιστορίας άρχισαν να χρηματοδοτούνται και να προβάλλονται. Πώς όμως να δημιουργηθεί  ευρωπαϊκή ταυτότητα  χωρίς να δημιουργηθεί ευρωπαϊκός δήμος;

Το «1989» λειτούργησε αντιφατικά. Ενώ ενίσχυσε την ευρωπαϊκή ταυτότητα αναθεωρώντας την ατλαντική Ευρώπη του ψυχροπολέμου, στη συνέχεια αποξένωσε ολόκληρες περιοχές, και κυρίως την βαλκανική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια των γιουγκοσλαβικών πολέμων (στους όποιους παρά τους τοπικούς εθνικισμούς και τις ευθυνες των Σέρβων, η Γερμανία, ακολουθούμενη από  τους υπόλοιπους ευρωπαίους έπαιξε μοιραίο ρόλο) ακόμη και σοβαροί ιστορικοί υποστήριζαν   ότι τα όρια της Ευρώπης φτάνουν ως εκεί που φτάνουν οι μεσαιωνικές καθεδράλες. Αναδύθηκε και μια σκοτεινή διάσταση, η έννοια της Μεσευρώπης (Mitteleuropa) που είχε διατυπώσει ο  Friedrich Naumann στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (και αναδιατυπώθηκε ως Lebensraum, δηλ. ζωτικός χώρος  από τους Ναζί). Ο τρόπος που έγινε η ενοποίηση της Γερμανίας και η συνακόλουθη πελατειακή συγκρότηση της Μεσευρώπης  υπο γερμανική πατρωνεία, δεν θα αναδείκνυαν μόνο την προσωπικότητα και το ρόλο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στη νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης, αλλά και τις οιονεί αποικιακές πολιτικές στο εσωτερικό  της Ευρώπης.

Η κρίση του 2008 επέτεινε τα ρήγματα στην Ευρώπη και, συνακόλουθα, στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.  Κατ’ αρχάς το ρήγμα ανάμεσα στον ευρωπαϊκό νότο και τον ευρωπαϊκό Βορρά. Τα PIGS (Portugal, Italy, Greece, Spain), δηλαδή τα «ευρωπαϊκά γουρούνια», σημάδεψαν βαθειά όχι μόνο την δυσπιστία των νοτιοευρωπαίων, αλλά και των βορειοευρωπαίων, απέναντι στην Ευρώπη- ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Μπορεί η Ευρώπη να συμπεριλαμβάνει τους τεμπέληδες του Νότου, αυτούς που κατά τον Γερούν Ντάισελμπλουμ «τρώνε τα λεφτά» των Βορείων «σε ποτά και γυναίκες»;  Ο εσωτερικός οριενταλισμός έχει εγκατασταθεί για τα καλά στην καρδιά της ευρωπαϊκής ταυτότητας.  Από την άλλη, η καταφυγή σε ιστορικές αναλογίες   με την κατοχική περίοδο δεν χαρακτηρίζει μόνο την  Ελλάδα, αλλά και χώρες όπως οι ιβηρικές, που δεν τις πάτησε γερμανική μπότα.

Ο ευρωπαϊκός  οριενταλισμός  είναι η άλλη όψη της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Να μην ξεχνάμε το αποικιακό  παρελθόν των ευρωπαϊκών χωρών. Οριενταλισμός σημαίνει την κατασκευή του υποκείμενου άλλου, αλλά ταυτόχρονα και του υπερκείμενου εαυτού. Αλλά ο οριενταλισμός ως ματιά και τρόπος σκέψης  δεν αφορούσε μόνο τους Αραβες, τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες. Αφορούσε και το εσωτερικό της Ευρώπης και αντικείμενό του ήταν και η Ανατολική και η Νότια Ευρώπη. Χωρίς την απολογία απέναντι στο οριενταλιστικό βλέμμα ή τον εξοστρακισμό του, δεν μπορεί να γραφεί διανοητική ιστορία της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης, ούτε της Ελλάδας. «Είμεθα έθνος αναπολόγητον» έγραφε παλαιότερα  ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.  Και αυτός ο εσωτερικός ευρωπαϊκός οριενταλισμός συνοδεύεται σε κάθε χώρα από έναν εσωτερικευμένο οριενταλισμό του τύπου «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» (Νίκος Δήμου) ή  «Κράτα Γερούν Γερά – Διαφωτισμός εναντίον Φουστανέλλας» (Λ. Λιαρόπουλος). Ένα ουράνιο τόξο διανοουμένων διαφορετικών αποχρώσεων και σημασίας, από τον   Παναγιώτη Κονδύλη έως τον Στέλιο Ράμφο  προσδιορίζει τη σχέση μας με την Ευρώπη ως σχέση έλλειψης και απουσίας. Η Ελλάδα είναι αυτό που δεν είναι, η ελλιπής νεωτερικότητα, μια μη ευρωπαϊκή χώρα της Ευρώπης..

Δεν υπάρχει μία Ευρώπη, καμιά χώρα δεν είναι κανονική, και η Ευρώπη διέρχεται σήμερα μια μεγάλη κρίση, όχι μόνο εξαιτίας της αμφισβήτησης της  αλλά και εξαιτίας του τρόπου που διαχειρίζεται το παρόν της. Είναι αλήθεια ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε μια εποχή που αλλάζει ο κόσμος. Είναι  εκτεθειμένη σε ένα διεθνή ανταγωνισμό, που κατεδαφίζει τα οικονομικά αλλά και πολιτικά  κεκτημένα της,  βιώνει  την απειλή μιας μαζικής (και εν τέλει αναπότρεπτης) μετανάστευσης από τον Νότο στο Βορρά, έχει γερασμένο πληθυσμό, αφυδατωμένους δημοκρατικούς θεσμούς, βρίσκεται υπό την απειλή της ακροδεξιάς που ματαίως προσπαθεί να την  ανασχέσει με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά. Η συζήτηση για την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων με τον τρόπο που τίθεται, επικυρώνει τους διαχωρισμούς και τις εξαρτήσεις στο εσωτερικό της Ευρώπης.

 

 

Το Βήμα, 26.3.2017 (Επετειακό αφιέρωμα από τη συνθήκη της Ρώμης 1957)