January 26, 2014

Το ευρωπαϊκό πρόβλημα της αριστεράς

Βήμα 26.1.2014

Ο ευρωπαϊσμός χρησιμοποιείται όπως η εθνικοφροσύνη στη δεκαετία του ’50. Τότε   οι   αντεθνικώς σκεπτόμενοι, τώρα οι αντι-ευρωπαϊστές. Συνάδει όμως με ευρωπαϊκά ήθη ο έλεγχος των θρησκευτικών πεποιθήσεων του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Κι αν ήταν Εβραίος;   Το καπέλο του ευρωπαϊσμού κρύβει περίεργα μυτερά αυτάκια…

Το πρόβλημα με την αριστερά δεν είναι η ευρωπαϊκότητά της, αλλά ότι περιορίζεται σχεδόν μόνο στην Ευρώπη. Ένας κινέζος ιστορικός μου έλεγε ότι η δημοκρατία είναι μια εκκεντρικότητα των μικρών εθνών της Ευρώπης. Αυτής της εκκεντρικότητας είναι γόνος η αριστερά. Των μικρών πολιτειών που οι κακομαθημένοι και ξεροκέφαλοι πολίτες τους εννοούν να έχουν λόγο στα όσα συμβαίνουν και τους αφορούν. Αυτή  δηλαδή η ιστορική  διαμόρφωση  που γέννησε την ευρωπαϊκή πολιτειότητα, γέννησε και την αριστερά. Με λίγες εξαιρέσεις χωρών με ισχυρή ευρωπαϊκή επιρροή, τούτη η συνείδηση πολίτη δεν αφορά, δεν ισχύει στον ευρύ κόσμο που περιβάλλει την Ευρώπη. Όσο η Ευρώπη διατηρούσε την παγκόσμια ισχύ της, αυτή η ξεροκεφαλιά δεν απειλούνταν, ή απειλούνταν από μέσα,   από την ισχύ της ισχύος της. Αλλά η Ευρώπη τώρα μοιάζει με ένα ακριβό αυτοκίνητο παλαιάς τεχνολογίας. Ξοδεύει πολύ ενέργεια και τρέχει αργά. Επομένως η πολιτειότητά της δεν απειλείται μόνο από τα φτηνότερα αυτοκίνητα που την ξεπερνούν, αλλά και από μια νέα οικονομική κατανομή στην οποία δεν θυσιάζει μόνο την ευημερία των πολιτών της, αλλά και τη δυνατότητα να έχουν λόγο στην πορεία της. Δεν είναι υπερβολή.

To ζήτημα είναι η κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια κρίση ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της και γήρανσης των πληθυσμών της. Η κρίση είναι ταυτόχρονα ένα πεδίο διαμάχης για την ανακατανομή  της οικονομικής και πολιτικής δύναμης, για τη δημιουργία νέων συσχετισμών δύναμης. Οι δυνάμεις που κυριάρχησαν  επιδιώκουν μια ανακατανομή από τους πολλούς στους λίγους, εν ονόματι της ανταγωνιστικότητας, και   μια αναδιάταξη  πολιτικής ισχύος, όπου  οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από ένα άτυπο πλέγμα κέντρων οικονομικής δύναμης και κυβερνήσεων ισχυρών κρατών. Ευρωεκλογές θα γίνουν, αλλά ποια ισχύ έχει το ευρωκοινοβούλιο στις αποφάσεις που καθορίζουν την ευρωπαϊκή πορεία; Μικρότερη κι από τον επικεφαλής της Bundesbank! Το σύστημα πραγματικής διακυβέρνησης της Ευρώπης κανένα σύνταγμα δεν το προβλέπει, ούτε διαθέτει  λαϊκή νομιμοποίηση. Στην Ευρώπη χτίζεται ένα πυκνό δίχτυ κανονισμών και ρυθμίσεων που εξυπηρετεί αυτή την κατεύθυνση.  Αλλάζει ριζικά το πλαίσιο των σχέσεων κράτους-κοινωνίας-οικονομίας και δημιουργείται μια νέα σύμβαση. Σ’ αυτή τη σύμβαση, που έχει μια συμπαγή και συνεκτική φιλοσοφία στο υπόβαθρό της, ωθούνται  να αλλάξουν  και οι πολίτες, ώστε να γίνουν κυβερνήσιμοι: να αλλάξουν τις προσδοκίες τους να αποκτήσουν την νοοτροπία, και τις ικανότητες να συναρθρωθούν με το νέο πλαίσιο.  Αν το ιστορικό κατόρθωμα της Ευρώπης, στο οποίο κυρίως η αριστερά είχε συμβάλει, ήταν ότι απέσπασε τα κατώτερα στρώματα από τη φτώχεια και τη φιλανθρωπία,  τους απέδωσε αξιοπρέπεια και τους έκανε πολίτες, στη νέα σύμβαση η πορεία είναι αντίστροφη.  Ο καθένας γίνεται πλέον ατομικά άξιος της μοίρας του, και ένας εξατομικευμένος και νεοφιλελεύθερος κοινωνικός δαρβινισμός δημιουργεί μια άλλη ήπειρο, διαφορετική εκείνης που επεδίωξαν οι Ευρωπαίοι μετά το τέλος του Δεύτερου παγκόσμιου Πόλεμου.

Σ’ αυτή την ευρωπαϊκή πορεία πρέπει να δούμε τη θέση της Ελλάδας και το ρόλο της ελληνικής αριστεράς. Και εδώ γίνονται δυο βασικά λάθη. Το πρώτο αφορά την υπόθεση της Ευρώπης του Νότου έναντι της Ευρώπης του Βορρά. Η νέα κοινωνική σύμβαση στην οποία μεταβαίνει η Ευρώπη δεν αφορά τη μια χώρα έναντι της άλλης, αλλά συνολικά την Ευρώπη και χωρίζει εγκάρσια τις κοινωνίες στο εσωτερικό τους.   Δεν έχουν κανένα λόγο οι ελληνικές, οι ιταλικές και οι ισπανικές ελίτ να συμμετάσχουν σε κάποια φαντασιακή συμμαχία νοτίων. Το δεύτερο βασικό λάθος είναι η αντιμετώπιση του μνημονίου. Σαφώς η δανειακή σύμβαση επέβαλε στην Ελλάδα μια συνθήκη που τη γονάτισε. Για την ασφάλεια των τραπεζών θυσιάστηκαν οι πολίτες της. Αλλά ήταν κι ένα εργαλείο εκβιαστικής  προσαρμογής της στη νέα κοινωνικο-οικονομική συνθήκη.  Τα μέτρα της τρόικας δεν είναι απλώς εισπρακτικά. Αλλάζουν την υφή του τρόπου που λειτουργεί η κοινωνία. Γι αυτό και βρίσκουν   ανταπόκριση από όσους επωφελούνται ή προσδοκούν να επωφεληθούν. Αλλά προσοχή! Σε μνημόνιο βρίσκεται ολόκληρη η Ευρώπη. Ο έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών πριν φτάσουν στα εθνικά κοινοβούλια, καθώς και ένα πλέγμα μέτρων που πέρασαν στις τελευταίες συνόδους κορυφής, έχουν αυτό το χαρακτήρα.   Δημιουργούν ένα  βρόγχο ελέγχων  και καταναγκασμών για τη συμμόρφωση στους νέους κανόνες, στη νέα κοινωνική φιλοσοφία.  

Κακά τα ψέμματα. Δεν υπάρχει έξοδος από την κρίση. Η κρίση κρίθηκε και  παγιώθηκε ως κατάσταση. Επενδύσεις μπορεί να γίνουν και να δανειστούμε στις διεθνείς αγορές. Ανεργία και λιτότητα δεν θα αλλάξουν στο παραμικρό.  Η πολιτική της αριστεράς απέναντι στα μνημόνια θα πρέπει να είναι μέρος μιας συνολικής στρατηγικής. Το ελληνικό μνημόνιο είναι  αιχμή ενός δόρατος που διαπερνά το σώμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Έξοδος από την κρίση σημαίνει απαλλαγή από τη νέα κατάσταση που επέβαλε η κρίση. Αλλαγή των κανόνων, της νέας συνθήκης. Κι εδώ, είναι μονομερές να  αντιμετωπίσουμε  τη νέα συνθήκη μόνο ως συνωμοσία πλουσίων. Είναι μια μάχη ισχύος, ένα bras de fair  πάνω στις τύχες της Ευρώπης που βρίσκεται σε μια τροχιά κρίσης. Για να χαράξει στρατηγική η αριστερά σ’ αυτή τη μάχη πρέπει να μην χάνει από τον ορίζοντά της  το ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Τώρα έχουν το πάνω χέρι «αυτοί». Η αριστερά πρέπει να δημιουργήσει το ευρωπαϊκό «εμείς», να συναρθρώσει τα πολλά και πολλαπλά   εθνικά και δια-εθνικά εμείς σε μια προοπτική.  Οι ευρωγραφειοκράτες δεν μπορούν να υπερασπιστούν τη συνοχή της Ευρώπης. Οι ακροδεξιοί δεν τη θέλουν. Αν δεν το κάνει η αριστερά, τότε ποιος;

November 18, 2013

Πολυτεχνείο: γιατί επιμένει 40 χρόνια;

Όταν στην Ελλάδα τα συνθήματα του Πολυτεχνείου παραλλάσσονται με τα συνθήματα εναντίον του μνημονίου, στην Πορτογαλία, οι διαδηλώσεις εναντίον του δικού τους μνημονίου γίνονται με τα τραγούδια της επανάστασης των γαρυφάλλων το 1974. Δεν είναι να απορεί κανείς που και στις δυο χώρες καταφεύγουν στους ιδρυτικούς μύθους της μετάβασης στη δημοκρατία, όταν τα θεμέλια της   απειλούνται από την οικονομική κρίση, την εκτεταμένη ανεργία και τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις των κυβερνήσεών τους. Δεν χρειάζεται να μπούμε σε μια βαρετή συζήτηση αν οι τωρινοί, ή οι  συνακόλουθοι του αρχικού γεγονότος εορτασμοί, ταιριάζουν με το αυθεντικό του πνεύμα ή όχι. Ακόμη και ο πιο πιστός εορτασμός διαφέρει, «προδίδει» το γεγονός. Πρέπει να βλέπουμε τους εορτασμούς όχι ως αυτό που θα έπρεπε να είναι, αλλά ως αυτό που είναι. Ως καινούργιες επιτελέσεις του γεγονότος.  Να τους καταλαβαίνουμε δηλαδή ως στοιχεία, ως εκφράσεις της συγχρονικής ιστορικής κουλτούρας. Η επικαιροποίηση ξεχωριστών στιγμών του παρελθόντος   διαφέρει από την ιστορικοποίησή τους.   Όσο αναγκαία κι αν είναι η ιστορικοποίηση, «παγώνει» το γεγονός και επιβάλει αυστηρό πρωτόκολλο προσέγγισής του. Κι αν η επέτειος του «Πολυτεχνείου» δεν έσβησε αλλά συνεχίζει να γιορτάζεται επί 40 χρόνια είναι γιατί κάθε φορά επικαιροποιείται, γιατί συνιστά πλέον στοιχείο   της σαραντάχρονης διαδρομής της χώρας.  Κι ακόμη επειδή υπάρχει   ένας ζωντανός συνειδησιακός δεσμός ανάμεσα στην επαγγελία της δημοκρατίας και στην απουσία της (συνεχούς) εκπλήρωσης. Το «Πολυτεχνείο» επομένως επικαιροποιείται διαρκώς από μια διαμάχη για το αν είναι «ανεκπλήρωτο» ή «εκπληρωμένο».  Κάθε φορά που οι από πάνω  θεωρούσαν   ότι έχουν εκπληρώσει τους σκοπούς του, οι από κάτω τους αντέτασσαν το «ανεκπλήρωτο». Χωρίς αυτό το στοιχείο του «ανεκπλήρωτου», του ανολοκλήρωτου, του ημιτελούς, κανένα γεγονός δεν θα μπορούσε  να αναδειχθεί ως  μεγάλο ή κομβικό γεγονός, να αποκτήσει το στάτους συμβόλου  στην ιστορική κουλτούρα μιας κοινωνίας ή μιας εποχής. Ακόμη και οι εθνικές εορτές της 25ης Μαρτίου και της 28ης Οκτωβρίου, παρά την βαριά κρατική σκιά που πέφτει πάνω τους,  αν συγκινούν ακόμη, είναι εξαιτίας της αμφισημίας τους ανάμεσα στο εκπληρωμένο και στο ανεκπλήρωτο. Και το Πολυτεχνείο αναδείχτηκε τα τελευταία σαράντα χρόνια ως τρίτη εθνική γιορτή, και μάλιστα γιορτή με καθημερινά ρούχα, γιορτή προσδοκιών και αντιστάσεων.  Οι γιορτές και   το συγκινησιακό τους υπόβαθρο αποτελούν τον ψυχικό πλούτο μιας κοινωνίας. Γι αυτό και η γκρίνια να καταργηθούν, η λύσσα εναντίον της κουλτούρας της μεταπολίτευσης. Κάθε φορά που βλέπω την πορεία της επετείου του Πολυτεχνείου θυμάμαι μια ρίμα, γραμμένη στον τοίχο ενός νεκροταφείου: «Δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη». Όλοι θα διαβούμε κάποτε τις πύλες της λήθης, αλλά το να βγάζεις τη γλώσσα  στο νεκροθάφτη είναι απόδειξη ζωντάνιας.

 

October 4, 2013

Σχέδιο Μάρσαλ και αυταπάτες

 

  
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, προβάλλεται η ιδέα ενός νέου σχεδίου Μάρσαλ για να βγει η Νότια Ευρώπη από την ύφεση, για να καταπολεμηθεί η ανεργία και για να δρομολογηθεί ανάπτυξη. Ανταποκρίνονται όμως οι προσδοκίες αυτές στις ιστορικές πραγματικότητες ή μιλάμε στον αέρα;
Του Αντώνη Λιάκου

Το σχέδιο Μάρσαλ (που πήρε το όνομα του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ ο οποίος το εξήγγειλε το 1947) είχε την εξής λογική: Η αμερικάνικη οικονομία βγήκε από τη μεγάλη κρίση του 1929 με τον πόλεμο, όταν οι μηχανές της δούλευαν στο φουλ, η απασχόληση ήταν πλήρης και συνεχώς νέες βιομηχανίες δημιουργούνταν για να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες. Μετά τη λήξη του πολέμου υπήρχε ο κίνδυνος της οικονομικής συρρίκνωσης, αν η Αμερική δεν έβρισκε μια μεγάλη και αξιόπιστη αγορά για να εμπορεύεται. Πού όμως; Επομένως αν δεν την έβρισκε έπρεπε να τη δημιουργήσει. Και εκείνη η ήπειρος που είχε δυνατότητα να ανταποκριθεί τότε ήταν η Ευρώπη. Επομένως μαζική βοήθεια στην Ευρώπη για να ανορθωθεί.

Υπήρχε όμως και άλλος ένας, ή μάλλον δύο λόγοι, για την επιλογή της Ευρώπης. Ο πρώτος ήταν πως έπρεπε να μην επαναληφθούν τα λάθη μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τη Γερμανία την απομύζησαν οι νικητές της για πολεμικές αποζημιώσεις, κι αυτούς η Αμερική για τα δανεικά που τους είχε δώσει. Η πολιτική αυτή θεωρούνταν δικαιολογημένα αιτία της μεσοπολεμικής κρίσης, του φασισμού και του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Επομένως το σχέδιο Μάρσαλ αποσκοπούσε όχι μόνο στο να δημιουργήσει στην Ευρώπη βιώσιμες οικονομίες, αλλά να μάθει τους Ευρωπαίους να συνεργάζονται, να καταργήσουν τον προστατευτισμό των οικονομιών τους, να προσχωρήσουν στις αρχές του ελεύθερου εμπορίου, και κυρίως να αναπτύξουν τις οικονομίες τους έτσι ώστε να είναι αλληλοσυμπληρωματικές. Η κάθε χώρα να ειδικεύεται εκεί που τα καταφέρνει καλύτερα, και η μια χώρα να παράγει προϊόντα που έχει ανάγκη η άλλη. Αυτός ήταν ο ένας λόγος που ανάγκασε πρώην εχθρούς να συνεργάζονται και άνοιξε μονοπάτι για τη μελλοντική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το σχέδιο εντάχθηκε στην ανάσχεση του κομμουνισμού στην Ευρώπη. Αρχικά είχαν προσκληθεί και οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ο Στάλιν καταλάβαινε ότι έτσι θα χάνονταν από τη σοβιετική επιρροή και τις απέσυρε.

Το σχέδιο Μάρσαλ εξέφραζε και μια φιλοσοφία. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε κεϋνσιανισμός ήταν η μία πλευρά. Ενισχύοντας τη ζήτηση, το σχέδιο επεδίωκε να αποριζοσπαστικοποιήσει την εργατική τάξη. Οι εργάτες να αποκτήσουν το αυτοκινητάκι τους, να φύγουν από τις πνιγηρές εργατικές γειτονιές όπου ενδημούσαν ανατρεπτικές ιδέες και να βγουν στον καθαρό αέρα των προαστίων, όπου ο μπαμπάς αντί να τρέχει στις πολιτικές συγκεντρώσεις κάνει μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή. Το σχέδιο ήταν υπέρ ενός ήπιου κορπορατισμού, που θα λειτουργούσε στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και θα εξασφάλιζε τη συνεργασία εργατικών συνδικάτων – εργοδοτικών οργανώσεων και κυβέρνησης. Χαρακτηριστική είναι η συμφωνία με την AFL-CIO, ώστε η μεταφορά της αμερικάνικης βοήθειας στην Ευρώπη να γίνεται με καράβια που το πλήρωμά τους ήταν οργανωμένο σ’ αυτά τα συνδικάτα. Αυτό τον τύπο κοινωνίας, στην οποία η εργατική τάξη θα έχανε τη ριζοσπαστικότητά της απολαμβάνοντας καταναλωτικά προϊόντα που έως τότε ήταν προσβάσιμα μόνο στα μεσαία στρώματα, οι Αμερικανοί ήθελαν να εξαγάγουν και στην Ευρώπη.

Πόσοι και ποιοι από τους παραπάνω λόγους ισχύουν σήμερα; Ούτε η Αμερική ούτε η Γερμανία είναι σε αναζήτηση αγορών. Η Kίνα, η Ινδία, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής αποτελούν πολύ μεγάλες και υπό συγκρότηση μοντέρνες αγορές, όπου το πρόβλημα δεν είναι η απορρόφηση αλλά ο ανταγωνισμός κόστους, διαφοροποίησης και ποιότητας. Άρα, γιατί η Γερμανία να προχωρήσει σε ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ αν μπορεί να διοχετεύει τα προϊόντα της με χαμηλό συγκριτικό κόστος; Άλλωστε, η εκλογική επιβεβαίωση της Μέρκελ για τρίτη θητεία κάτι δείχνει. Ούτε η κοινωνική φιλοσοφία της αμέσου μεταπολεμικής περιόδου ισχύει σήμερα. Η νέα οικονομική και πολιτική φιλοσοφία αναπτύχθηκε σε αντίθεση με τη λογική της ενίσχυσης της ενεργού ζήτησης, της πλήρους απασχόλησης και του κορπορατισμού. Η ουσία του νεοφιλελευθερισμού είναι η κατάργηση όλων αυτών των κοινωνικών συμβολαίων και η μετατροπή της εργασίας σε απλό εμπόρευμα που ακολουθεί τους κανόνες μιας απόλυτα ελαστικής αγοράς. Η σημερινή πολιτική βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα της μεταπολεμικής. Άλλωστε οι μεταρρυθμίσεις που όλο μας λένε να κάνουμε και που όλο κάνουμε και τελειωμό δεν έχουν αποσκοπούν στο να αλλάξουν τις συμβάσεις εκείνης της μεταπολεμικής διευθέτησης. Πρόκειται για ένα τεράστιο σχέδιο κοινωνικής, νοοτροπιακής και πολιτικής αναδόμησης. Το πνεύμα τούτου του σχεδίου βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του πνεύματος του σχεδίου Μάρσαλ.

Μια άλλη παράμετρος του σχεδίου Μάρσαλ είναι ότι τη βοήθεια καλούνταν να την διαχειριστούν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες με βάση τα προγράμματα οικονομικής ανάπτυξης που θα εκπονούσαν, υπό την αίρεση α) ότι οι στόχοι θα ήταν συμβατοί με τους στόχους ευρωπαϊκής συνεργασίας και συμπληρωματικότητας, β) ότι θα ήταν συμβατοί με τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και γ) ότι θα υπήρχε αξιόπιστος φορέας και μηχανισμός που θα αναλάμβανε την υλοποίησή τους. Λ.χ. στη Γαλλία υπήρχε ήδη πρόγραμμα και το σχέδιο Μάρσαλ αρκέστηκε στο να το χρηματοδοτήσει. Στην Ιταλία το πολιτικό κατεστημένο ήταν πιο συντηρητικό από τους κοινωνικούς στόχους του προγράμματος και έγινε διαπραγμάτευση και συμβιβασμός. Σε κάθε χώρα έγινε κάτι ανάμεσα στην αποδοχή και στη διαπραγμάτευση. Αλλά στην Ελλάδα δεν υπήρχε ούτε αξιόπιστο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης για να χρηματοδοτηθεί, ούτε αξιόπιστος μηχανισμός για να αναλάβει την υλοποίησή του. Την ανέλαβαν εξολοκλήρου οι Αμερικανοί δημιουργώντας μια υπηρεσία, την AMAG, η οποία ήταν μια παράλληλη κυβέρνηση που έπαιρνε τις βασικές αποφάσεις. Και λόγω του εμφυλίου πολέμου, κάτι που δεν είναι δευτερεύον, το σχέδιο Μάρσαλ στην Ελλάδα δεν πέτυχε, ή πέτυχε ένα πολύ μικρό μέρος των όσων θα μπορούσε συγκριτικά να έχει πετύχει.

Ερωτήματα αντί συμπεράσματος: 1) Δεδομένων των διαφορών ανάμεσα στο σήμερα και στον πριν 65 χρόνια κόσμο, που δεν είναι μια ευκαταφρόνητη περίοδος χρόνου, ποια μορφή θα μπορούσε να έχει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα ανάταξης των κοινωνιών σε κρίση; Σε ποιες σύγχρονες ιστορικές τάσεις, αλλά και σε ποια φιλοσοφία θα πρέπει να ανταποκρίνεται; Πώς συνδέεται η οικονομική ανάπτυξη με το κοινωνικό συμβόλαιο σήμερα, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και μείωσης των δυνατοτήτων του εθνικού κράτους; Να ένα σπουδαίο φόρουμ δια-ευρωπαϊκής συζήτησης των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων. 2) Αλλά ακόμη και αν ένα νέο σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης μπει μπροστά για τις χώρες που υποφέρουν πιο βαριά από την κρίση, υπάρχει η ανάγκη να έχει διατυπωθεί ένα σχέδιο και προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτε. Υπάρχει σήμερα κάτι τέτοιο στην Ελλάδα; Γνωρίζουμε τι θέλουμε, πού θέλουμε να πάει αυτή η χώρα και πώς να πορευτεί στο σύγχρονο κόσμο; Για να διεκδικήσεις ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ πρέπει να ξέρεις τι θα το κάνεις.

 

August 11, 2013

Για ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων

Οι πρόσφατες μαζικές απολύσεις εκπαιδευτικών και υγειονομικών, σωρευτικά με τα προηγούμενα μέτρα,  δεν αφήνουν πλέον περιθώρια για να   χρησιμοποιείται  η   λέξη  «μεταρρυθμίσεις» για την πολιτική αυτή ερείπωσης της χώρας.  Πρόκειται για πολιτική που δημιουργεί ιστορίες δυστυχίας, καθημερινά, γύρω μας. Έχουμε να κάνουμε με ερασιτέχνες της καταστροφής. Γίνεται σαφές, και στους πιο δύσπιστους, ότι πρέπει να υπάρξει μια πολιτική διεξόδου. Όχι απλώς αλλαγή πολιτικών συσχετισμών, αλλά συγκροτημένη πρόταση που θα επιτρέψει αυτή την αλλαγή.  Αλλά πώς; Ποια είναι  τα προβλήματα στη συγκρότηση  μια εναλλακτικής πρότασης;

Το πρώτο αφορά τον μετασχηματισμό της οργής, της δίκαιης οργής  απέναντι σε μια πολιτική που   εξαθλιώνει τους πολίτες και τις οικογένειές τους οικονομικά,  τους εξοστρακίζει κοινωνικά, τους εξουθενώνει ψυχολογικά. Και η απελπισία σπρώχνει στην απαξίωση όχι μιας πολιτικής έναντι της άλλης, αλλά της πολιτικής συνολικά. Η πολιτική χάνει τα λόγια της, φαίνεται σαν ένα τεράστιο ψέμα, υποκρισία, απάτη.    Όταν ολόκληρες οικογένειες μένουν χωρίς  δουλειά και πόρους, όταν  άνθρωποι συνωστίζονται στις ουρές των νοσοκομείων, όταν αγωνιούν για την κάθε μέρα, για την επιβίωση και την αξιοπρέπειά τους, τότε κινδυνεύεις να χάσεις την οποιαδήποτε επαφή μαζί τους αν δεν μιλήσεις μια γλώσσα άμεση, μια γλώσσα αποκατάστασης. Δεν πρόκειται για λαϊκισμό. Η αποκατάσταση των αδικιών συνδέεται   με το περί δικαίου αίσθημα    χωρίς το οποίο δεν   υπάρχει   κοινωνική  εμπιστοσύνη, δηλαδή ο  δεσμός μιας συγκροτημένης και νομοκρατούμενης πολιτείας. Απέναντι στην αποκατάσταση των χρηματοπιστωτικών οργανισμών πρωτεύει η αποκατάσταση της κοινωνικής αδικίας. Κι αν δεν υιοθετήσει κανείς μια πολιτική αλληλεγγύης σ’ αυτούς που πληρώνουν αμαρτίες άλλων, θα τους   στείλει   στους σκοτεινούς προφήτες του νεοναζισμού.

Το  δεύτερο πρόβλημα είναι η αλληλεξάρτηση με το διεθνές περιβάλλον. Οι πολιτικές των μεταρρυθμίσεων, ακολουθούν λίγο πολύ τη γενική ροπή.  Αφενός οι επεξεργασίες και οι πιέσεις των διεθνών οργανισμών, αφετέρου το παράδειγμα των ισχυρών κρατών δημιουργούν το διεθνές πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων. Σήμερα το πάνω χέρι   έχουν οι μεταρρυθμίσεις  μιας παλινόρθωσης των λίγων και ισχυρών έναντι των πολλών, του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου, του χρηματοπιστωτικού τομέα έναντι του παραγωγικού, των τεχνοκρατικών έναντι των δημοκρατικών λύσεων. Οι κυβερνήσεις δεν λογοδοτούν έναντι του λαού, αλλά έναντι των τραπεζών, των διεθνών οργανισμών, των επιχειρήσεων.  Αυτά συμβαίνουν στο διεθνές περιβάλλον, θεωρούνται ορθοδοξία και επιβάλλονται βαθμιαία ή βίαια, όπως στην Ελλάδα.   Πρόκειται για εξευρωπαϊσμό; Ας σκεφτούμε μόνο  ότι στη δεκαετία του ’30 στην ηπειρωτική Ευρώπη το αντίστοιχο διεθνές περιβάλλον  ωθούσε προς φασισμό και αυταρχισμό, στη δεκαετία του 60 και του 70 προς διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, σήμερα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν πρόκειται επομένως για νομοτέλεια.  Από την άλλη μεριά όμως, ένα εναλλακτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην εθνική εμπειρία.

Η κρίση που διέρχεται η σημερινή Ευρώπη, με ασύμμετρες συνέπειες, είναι η πρώτη μεγάλη κρίση της καινούργιας εποχής της παγκοσμιοποίησης. Η νέα εποχή παράγει ταυτόχρονα  επιτάχυνση της παραγωγής  και εξοστρακισμό από την παραγωγή. Εκτεταμένες περιοχές του πλανήτη, και όχι μόνο η Ανατολική Ευρώπη, ζουν ανάμεσα στην ανεργία, την υποαπασχόληση και τη φτώχεια. Σκουριασμένα εργοστάσια, εγκαταλειμμένοι αγροί, πανεπιστήμια παραγωγής απασχολήσιμων, αλλά εκτός παραγωγής, νέων.  Ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται. Μερικές χώρες  κατορθώνουν να επιβιώσουν χάρη στους φυσικούς ενεργειακούς πόρους που διαθέτουν ακόμη, άλλες δια μέσου του φαύλου κύκλου του δανεισμού, όχι λίγες έχουν τυλιχτεί σε αδιέξοδους εμφυλίους πολέμους υψηλής ή χαμηλής έντασης. Θα πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε ότι κινδυνεύει και η Ελλάδα να βρεθεί οριστικά σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο,   μεγάλα στρώματα του πληθυσμού ήδη βρίσκονται εκεί. Επομένως χρειάζονται πολιτικές ανάταξης, αλλά πολιτικές μακράς πνοής. Πώς μπορεί μια κοινωνία να ξαναμπεί στην παραγωγική τροχιά; Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα.

Ο εθνικισμός βλάπτει σοβαρά την πολιτική. Πρέπει να σκεπτόμαστε  με όρους αλληλεξάρτησης. Η εθνική κυριαρχία   πάντοτε ήταν πορώδης αλλά σήμερα  δομές οριζόντιες, όπως λ.χ. το τραπεζικό σύστημα και η ροή του χρήματος τέμνουν εγκάρσια τις χώρες. Και όχι μόνο. Τις περισφίγγουν. Οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να έχουν αύρα απομονωτισμού. Η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια να υιοθετήσει ένα αντιδυτικό εκσυγχρονισμό τύπου Πούτιν ή Ιράν. Δεν έχει   τους πόρους,   το μέγεθος,   τη γεωγραφική θέση,   την ιστορία πίσω της για κάτι παρόμοιο.   Με την έννοια αυτή ούτε τα διλλήματα εντός ή εκτός Ευρώπης, ούτε οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην γερμανική και τη Νότια Ευρώπη ανταποκρίνονται σε υπαρκτές πραγματικότητες ή δυνατότητες.  Όπως το κακό βρίσκεται εδώ, μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη, έτσι και τα στηρίγματα μιας παρόμοιας πολιτικής υπάρχουν μέσα στην Ελλάδα και μέσα στην Ευρώπη.

Μια πολιτική ανάταξης, ένα προοδευτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων χρειάζεται να αποσαφηνίσει τον συνεκτικό ιστό των μεταρρυθμίσεων,  σε ποιο πρότυπο θα ανταποκρίνονται, πώς θα επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που φαίνεται να εμπνέεται  από τον αντίθετο άνεμο.  Τα σημάδια ότι το μοντέλο που εφαρμόζεται εξαντλείται, γιατί εξαντλούνται οι κοινωνίες, δεν είναι λίγα. Ο Χάμπερμας στην   ομιλία του στην Αθήνα, μίλησε για διάσπαση της δημόσιας σφαίρας, σε μια σφαίρα των κυβερνήσεων, των κοινοτικών οργάνων και των διεθνών οργανισμών και σε μια δημόσια σφαίρα των πολιτών. Σ’ αυτή την ευρωπαϊκή δημόσια  σφαίρα των πολιτών πρέπει να τοποθετηθεί η συγκρότηση ενός μεγάλου εναλλακτικού σχεδίου.   Όπως στον καιρό που μεσουρανούσαν οι φασισμοί στην Ευρώπη, έπεσε πάνω στους ώμους  του αντιφασισμού η διάσωση της ευρωπαϊκής κληρονομιάς, έτσι και τώρα, οι δυνάμεις που θα σηκώσουν το βάρος της ανάταξης της χώρας, θα πρέπει να αισθάνονται και να το εννοούν αυτό, ως οι κληρονόμοι μιας ιστορικής πορείας που βρίσκεται σε μια μεγάλη καμπή σήμερα. Επομένως χρειάζεται ένα ευρύ και περιεκτικό πλαίσιο ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που θα αντιπαραθέσει μια ριζικά διαφορετική  κλίμακα αξιών σε αυτήν που διαπερνά τις σύγχρονες πολιτικές.

Το βάρος αυτό δεν μπορεί να το σηκώσει ο κεντροαριστερός χώρος, γιατί απλώς δεν έχει αντικείμενο και δεν διαφοροποιείται από τον κεντροδεξιό. Πρέπει να τον σηκώσει η Αριστερά, αλλά ως Αριστερά του 21ου αιώνα. Δηλαδή ως ο κληρονόμος της διεύρυνσης της δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων και της διαφορετικότητας, της  πολιτικής της αλληλεγγύης και, ακόμη, των θετικών διακρίσεων   υπέρ των αδελφών ημών των ελαχίστων. Μια παρόμοια Αριστερά δεν λογοδοτεί μόνο στα μέλη της, αλλά στο σύνολο όσων την εμπιστεύονται, και η ευθύνη της αφορά ακόμη και όσους δεν την εμπιστεύονται. Έτσι κερδίζεται η πολιτική και ηθική υπεροχή.

Το Βήμα 11.8.2013

June 29, 2013

Η επιτυχημένη αποτυχία

 

Aρθρο στο Κυριακάτικο Βήμα

Όταν οι κοινωνίες υφίστανται ισχυρές, βίαιες μεταβολές που δεν τις ελέγχουν οι ίδιες,   η πολιτική τάξη συνήθως καταρρέει. Προϊόν κατάρρευσης είναι ο συνασπισμός  μέρους της τριχοτομημένης Δεξιάς με όμηρο  τα υπολείμματα του Πασόκ. Άσχετοι υπουργοί σε άσχετα υπουργεία που ενοποιούνται  και διαχωρίζονται χωρίς σχέδιο, λόγω   ενδοκομματικών ισορροπιών. Φληναφήματα τα περί αναδιοργάνωσης και εξορθολογισμού της κυβέρνησης. Ωστόσο οι πολιτικές οικογένειες στην Ελλάδα έχουν ισχυρό ένστικτο επιβίωσης σε διαφορετικούς καιρούς και περιβάλλοντα. Προσλήψεις τον καιρό των προσλήψεων, απολύσεις τον καιρό των απολύσεων, ξέρουν   πού φυσάει ο άνεμος,  ποιανού το θέλημα υπερισχύει. Πραγματικός πυρήνας της κυβέρνησης είναι το υπουργείο   Οικονομικών, μια μηχανή που λογοδοτεί στην τρόϊκα, στο Eurogroup,  στις συναντήσεις κορυφής.

 

Είναι παραπλανητικό να σκεφτόμαστε το ελληνικό πρόβλημα με όρους   success  story ή αποτυχίας.  Η αναμόρφωση της χώρας έχει συντελεστεί σε μεγάλο βαθμό.  Άλλαξε δραματικά η σχέση πολίτη-κράτους-κοινωνίας-οικονομίας. Διαλύθηκε  η  δημόσια υγεία,  η εργασία και οι εργασιακές συνθήκες  κονιορτοποιήθηκαν, ανάμνηση οι κοινωνικές ασφαλίσεις,  τα   υπολείμματα κοινωνικής πρόνοιας παραχωρούνται στη  φιλανθρωπία. Από την κοινοβουλευτική  δημοκρατία μένει το όνομα˙ η χώρα κυβερνιέται με διατάγματα νομοθετικού περιεχομένου, οι  μεγάλες αποφάσεις περνούν εκτός κοινοβουλίου. Αυτό το πλάσμα χώρας δεν έγινε έτσι λόγω της κρίσης, αλλά μέσω της κρίσης. Η κρίση ήταν ένα εργαλείο για προσαρμογές που εκκρεμούσαν  από το 1974 και το 1981 (υπερβολική δημοκρατία),  από το 1989 (ασύμμετρη ευημερία),  από την    δημιουργία της ευροζώνης το 2000, και από την κρίση χρέους που έπληξε το δυτικό κόσμο από το 2007 μετατρέποντας τις χρηματο-οικονομικές κρίσεις σε δημοσιονομικές και σε ολόπλευρες κοινωνικές κρίσεις. Η   νοτιο-ασιατικοποίηση της μεσογειακής Ευρώπης ήταν αποτέλεσμα των αποτελεσμάτων της πίεσης των μεγάλων αναδυομένων οικονομιών στις δυτικές κοινωνίες. Θάλασσες φτωχών, νησίδες πλούτου και επίδειξης,  αυταρχικό πλαίσιο, πολιτισμικός κατακερματισμός. Το τέλος της Ευρώπης των πολιτών. Αυτές είναι οι πραγματικότητες πίσω από λέξεις όπως «έλλειψη ανταγωνιστικότητας», και κυρίως «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Μια γιγαντιαία αναδιανομή πλούτου, φυσικών πόρων, ισχύος,   κύρους, συμβολικού κεφαλαίου. Η κατάργηση του δημόσιου τομέα της ραδιοτηλεόρασης με τον τρόπο που έγινε μπροστά μας,   το μούδιασμα της κοινωνίας μετά τον πρώτο θυμό, και  οι αποκλιμακούμενες αντιδράσεις,  εικονογραφεί   εύγλωττα  την επιτυχία αυτής της ιστορίας.  Αυτή είναι η Ελλάδα του μέλλοντός μας.  

Το δίλημμα μέσα ή έξω από την Ευρώπη, δεν ήταν προσχηματικό. Ήταν εργαλείο αυτής της μεταβολής.  Αποδείχτηκε επιτυχημένο γιατί   αντεστραμμένο, ως «εντός ή εκτός του ευρώ», βασανίζει ακόμη την Αριστερά και την εμποδίζει να προχωρήσει τολμηρά σε μια σύλληψη αναδόμησης του πολιτικού πλαισίου και στην διατύπωση ενός εναλλακτικού αλλά    πειστικού οράματος για την κοινωνία. Η βίαιη μεταβολή της κοινωνίας συνετελέσθη. Αυτή θα πρέπει να είναι η αφετηρία οποιουδήποτε πολιτικού σχεδίου. Κατά τη γνώμη μου κάθε πολιτική που θα βασίζεται σε αναμονές “βγαίνει” ή “δεν βγαίνει” το σχέδιο, είναι success story ή αποτυχία,  είναι καταδικασμένη να αποτύχει.    Η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να πετύχει, αλλά στα νοσοκομεία να αντιστοιχεί ένας νοσηλευτής  για 60 ασθενείς, όπως στον Ευαγγελισμό. Αυτό πως αποκαλείται, επιτυχία ή αποτυχία, διάσωση ή χρεωκοπία;

Το ζήτημα είναι το σχέδιο μιας εναλλακτικής πορείας, όχι με όρους αποκαλυπτικής καταστροφής. Όχι με όρους τελικής μάχης, ούτε μοιραίου ατυχήματος. Όχι πως η ομαλή πορεία είναι διασφαλισμένη, ούτε ότι ρήξεις αποκλείονται. Αλλά ένα σχέδιο αναδημιουργίας της χώρας δεν μπορεί να βασιστεί σ’ αυτά. Πρέπει να  μπορεί να αφομοιώνει τα αιτήματα  που εκφράζουν οι πλατείες και τα κινήματα για τον εκδημοκρατισμό και τη διαφάνεια των αποφάσεων,   αλλά δεν μπορεί να εγκαταλείπει την πολιτική σ’ αυτά. Χρειάζεται ένα μεγάλο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Όχι επειδή   η λέξη μεταρρύθμιση κατάντησε  ομολογία πίστης, αλλά επειδή η χώρα δεν μπορεί να βαδίσει ούτε στις παλιές τροχιές, ούτε στις καινούργιες μνημονιακές τροχιές. Το λάθος του δημαρικού μεταρρυθμισμού ήταν  το άτολμο, το επιδερμικό των μεταρρυθμίσεων, το ανάμεσα. Με τις θεωρίες του Αντώνη Μανιτάκη ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν υπάρχουν δικαιώματα και ότι το κράτος πρέπει να κάνει μόνο ότι δεν μπορούν να κάνουν οι ιδιώτες, η Δημάρ αυτοαφοπλίσθηκε  προσαρμόστηκε πλήρως στο κατεδαφιστικό σχέδιο της μνημονιακής πολιτικής. Οι καθηγητές-υπουργοί της έγιναν συνώνυμοι της αναποτελεσματικότητας. Τρόμαξαν και έφυγαν μόνο όταν κατάλαβαν ότι το καθήκον που τους είχαν αναθέσει ήταν οι μαζικές απολύσεις και οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων αγαθών. Τα περιθώριά τους ήταν μηδαμινά ακόμη και σε ζητήματα όπως η ιθαγένεια και το αντιρατσιστικό όπου η τρόικα δεν είχε λόγο.

Ένα νέο μεταρρυθμιστικό σχέδιο χρειάζεται μια διαφορετική φιλοσοφία η οποία θα το κάνει συνεκτικό, παρεμβατικό, συστηματικό. Ο κόσμος έχει μπει δε διαδικασία βαθιών αλλαγών. Δεν μπορείς να κάνεις πολιτική αν δεν προτείνεις αλλαγές. Όχι εμβαλωματικές, όχι εκ των ενόντων, όχι των ισορροπιών, αλλά μεγάλες αλλαγές με έμπνευση,  που συναντούν τον ορίζοντα της ιστορίας.   Αλλαγές με πυρήνα  το μη αναγώγιμο των  ανθρώπινων δικαιωμάτων, την   καθολική τους  αξία πέρα από   διαφορές έθνους, φύλου, φυλής, θρησκείας, πλούτου, κοινωνικής τάξης. Αλλά και με επίγνωση των προηγούμενων αποτυχιών.

Κορμός αυτού του σχεδίου δεν μπορεί   να είναι, στις παρούσες συνθήκες, παρά η Αριστερά. Μια Αριστερά  που θα πρέπει να αποκτήσει  την ικανότητα της συνθετικής αναδόμησης και της ανανέωσης της ελληνικής πολιτικής ζωής. Η απελευθέρωση της Δημάρ από τις αυταπάτες της, κάνει ευνοϊκότερη ενδεχομένως την έκβαση του εγχειρήματος. Προϋπόθεση η ικανότητα του Σύριζα   να μεταμορφωθεί σε ένα κόμμα του μέλλοντος  με  συναίσθηση ότι η πορεία του  ελληνικού  προβλήματος εξαρτάται από την υπέρβαση των αγκυλώσεων και των  αδυναμιών του,  από την ανάπτυξη των   στρατηγικών του ικανοτήτων και την εκδίπλωση της   νεανικής και ταλαντούχας ενδοχώρας του.    Η ικανότητα  δηλαδή να διατυπώσει ένα λόγο (και με τις δυο σημασίες της λέξης) μακράς ιστορικής πνοής.

 

 

June 4, 2013

Να διαχωρίσουμε τον λόγο μίσους από τον ιστορικό λόγο

 

  

 

07:18, 04 Ιουν 2013 | Katrin Alamanou tvxs.gr/node/130633

 
 

Με αφορμή το Κρίση-μο σεμινάριο που διοργανώνεται σήμερα με θέμα «Ρατσισμός και Αντιρατσισμός: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς», ο γνωστός ιστορικός και καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνης Λιάκος, μιλάει στο Tvxs, για τους όρους «γενοκτονία» και «εθνοκάθαρση» καθώς και για την ποινικοποίηση των ιστορικών απόψεων. «Το πρόβλημα είναι ο λόγος που υποκινεί σε μίσος», σημειώνει σχετικά, τονίζοντας πως πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ αυτού και του ιστορικού λόγου. Για το ζήτημα της γενοκτονίας, τονίζει ότι «έχει δημιουργηθεί ένα είδος ορθοδοξίας» και «όποιος αποκλίνει κινδυνεύει». Της Κατρίν Αλαμάνου

«Ο όρος “γενοκτονία” αναφέρεται σε μια πολιτική συστηματικής εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού. Είναι νομικός όρος και ως τέτοιος επιφέρει συγκεκριμένες συνέπειες», εξηγεί ο κ. Λιάκος.

Αναφερόμενος  στις περιπτώσεις εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί σε ιστορικό χρόνο, επισημαίνει ότι που «αν αναπτύσσεται μία ρητορική μίσους εναντίον των θυμάτων, φυσικά και θα πρέπει να τιμωρείται ως υποκίνηση σε φυλετικό μίσος», όμως «από εκεί και πέρα, η ελευθερία του λόγου σημαίνει και την ελευθερία του λόγου που δεν μας αρέσει».

Ερωτηθείς, εάν το ελληνικό κράτος έχει διαπράξει ή προσπάθησε να διαπράξει εθνοκαθάρσεις, ο κ. Λιάκος απαντά πως ναι. «Μετά την Επανάσταση διώχτηκαν όλοι οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι» εκτός αυτών της Εύβοιας, ενώ «μετά το 1912 βουλγαρικά χωριά κάηκαν», αναφέρει μεταξύ άλλων. Θα  πρέπει «να καταλάβουμε το αιματηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδείχτηκαν τα εθνικά κράτη», τονίζει σε άλλο σημείο.

Για το ενδεχόμενο προσθήκης διάταξης, σχετικά με την απαγόρευση διαφορετικής οπτικής σχετικά με την γενοκτονία των Ποντίων,  στο υπό συζήτηση αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, ο κ. Λιάκος θεωρεί πως αυτό θα σήμαινε «πολιτικό έλεγχο της ιστορικής επιστήμης».

Ολόκληρη η συνέντευξη:

Στο Κρίση-Μο σεμινάριο που διεξάγεται την Τρίτη, θα συζητηθεί, μεταξύ άλλων, «πόσο επικίνδυνη είναι η ποινικοποίηση των ιστορικών απόψεων». Ορμώμενη από την τρέχουσα επικαιρότητα, θα ήθελα να μας εξηγήσετε τη διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης.

Ο όρος «γενοκτονία» αναφέρεται σε μια πολιτική συστηματικής εξόντωσης ενός ολόκληρου λαού. Είναι νομικός όρος και ως τέτοιος επιφέρει συγκεκριμένες συνέπειες. Ανά τον κόσμο έχουν γίνει πολλές σφαγές αμάχων. Σκοπός, λοιπόν, της σχετικής νομοθεσίας περί γενοκτονιών είναι να τις σταματήσει αλλά και να λογοδοτούν στη Δικαιοσύνη όσοι τις έχουν διαπράξει.

Και οι δύο, οι γενοκτονίες και οι εθνοκαθάρσεις, είναι θανατοπολιτικές. Πρέπει όσοι τις διαπράττουν να δικάζονται.

Στην περίπτωση που ένα έγκλημα έχει γίνει πολλά χρόνια πριν, εκείνο που πρέπει να πράττεται είναι να τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων, να κατανοούμε τα ιστορικά πλαίσια μέσα στα οποία έγινε αυτό και να καλλιεργούμε, τελικά, ένα αίσθημα ευθύνης και υπευθυνότητας για όλα όσα διεπράχθησαν από τις προηγούμενες γενιές.

Βεβαίως, έρχεται κάποια στιγμή κατά την οποία αναδύονται δύσκολα προβλήματα επανόρθωσης και αποκατάστασης, οι οποίες έχουν ηθικό χαρακτήρα και δείχνουν τον πολιτισμό ενός κράτους. Η Τουρκία θα έπρεπε να έχει αναγνωρίσει αυτά που έγιναν με θάρρος και μέσα στα ιστορικά πλαίσια που έγιναν. Εμείς θα πρέπει, επίσης, να καταλάβουμε το αιματηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδείχτηκαν τα εθνικά κράτη. Όλα τα εθνικά κράτη έχουν βάψει τα χέρια τους με αίμα των αμάχων αντίπαλων πληθυσμών. Οι Έλληνες δεν εξαιρούνται.
Διαφορές, φυσικά, υπάρχουν ανάμεσα σε πολιτικές εξόντωσης, λόγου χάριν ανάμεσα στην εξόντωση των Εβραίων και στη Σρεμπρένιτσα. Ο ίδιος όρος καλύπτει ορισμένες φορές και τις εθνοκαθάρσεις και τις γενοκτονίες.

Αν αναπτύσσεται μία ρητορική μίσους εναντίον των θυμάτων, φυσικά και θα πρέπει να τιμωρείται ως υποκίνηση σε φυλετικό μίσος. Από εκεί και πέρα, η ελευθερία του λόγου σημαίνει και την ελευθερία του λόγου που δεν μας αρέσει. Αυτή την ελευθερία θα πρέπει να τη διασφαλίσουμε. Η ποινικοποίηση απόψεων «αν κάτι είναι ή δεν είναι γενοκτονία»  είναι πολύ επικίνδυνη. Για αυτά τα ζητήματα διεξάγεται μια διεθνής συζήτηση, για την οποία μπορεί κανείς να ενημερωθεί μέσα από το τεύχος 11 (2011) του περιοδικού «Ιστορείν».

 
Η γενοκτονία των Ποντίων ήταν εν τέλει εθνοκάθαρση; Διότι υπάρχει μια σύγχυση ότι οι ιστορικοί που αρνούνται τον όρο «γενοκτονία» αρνούνται και τα εγκλήματα και τις σφαγές.

Το ζήτημα της θέσης των Ελλήνων στις μεγάλες μεταβολές, που αναδιοργάνωσαν την Νότιονατολική Ευρώπη, από το 1912 έως το 1922, είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Δεν πρέπει να καταφεύγουμε σε μια αφελή συνομωσιολογική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι Νέοτουρκοι είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν όλους τους Χριστιανούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κλπ.
 
Η ίδρυση του τουρκικού κράτους, μέσα στις συνθήκες διάλυσης και ξένων επεμβάσεων, ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, δεν πρέπει να το μηδενίζουμε. Δημιούργησε την πρώτη εκκοσμικευμένη δημοκρατία σε μουσουλμανική χώρα. Αυταρχική, βέβαια, αλλά αν δούμε όλες της τις διαστάσεις, θα έχουμε μια πιο ισοζυγισμένη αντίληψη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε τον Κεμάλ για το βραβείο Νόμπελ τότε. Το έκανε μεν για να κλείσει τις πληγές αλλά αναγνώριζε επίσης το μεγάλο μεταρρυθμιστικό του έργο. Άλλαξε το αλφάβητο, την ιστορία, την κουλτούρα της Τουρκίας.  

Γιατί είναι σημαντική η σημείωση της διαφοράς μεταξύ γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης;

Και ο όρος «γενοκτονία» και ο όρος «εθνοκάθαρση» είναι καινούριοι όροι. Ποιος μίλαγε στη δεκαετία του ‘70 ή πιο πριν για γενοκτονία; Το Ποντιακό αναδύθηκε μαζί με το Μακεδονικό, στο πλαίσιο της αναζωπύρωσης του εθνικισμού στη δεκαετία του ’90. Υπάρχει μια πολύ ωραία διατριβή στα αγγλικά για το ζήτημα αυτό, διαθέσιμη ηλεκτρονικά.

Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν πολλοί ακτιβιστές από διάφορες χώρες, οι οποίοι επιδιώκουν την αναγνώριση γενοκτονιών. Έχουν ιδρύσει και μια ένωση. Υπάρχει, δηλαδή, ένα γενικότερο πνεύμα θυματοποίησης. Πρόκειται για την καλλιέργεια ενός πολιτισμικού τραύματος, σε διάκριση με το βιωμένο τραύμα. Πολιτισμικό τραύμα που γίνεται  στοιχείο ταυτότητας.

Το θύμα προβάλει ηθικές αξιώσεις ως θύμα. Όμως στην περίπτωση αυτή δεν τις προβάλλει προφανώς το ίδιο το θύμα, αλλά οι κληρονόμοι της θυματοποίησης του, αυτοί που επιδιώκουν να αντλήσουν κύρος από τον σεβασμό που πρέπει να απευθύνεται προς τα θύματα. Μέσω αυτών δεν διαιωνίζεται η μνήμη, αλλά τροποποιείται, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, τοποθετείται σε διαφορετικά ερμηνευτικά πλαίσια, επαν-αφηγηματοποιείται.  

Η δημόσια κουλτούρα πέρασε από τη λατρεία των ηρώων στη λατρεία των θυμάτων. Νομίζω, ότι όλα αυτά δεν τιμούν ούτε τη μνήμη των θυμάτων, γιατί τη βάζουν σε ένα πλαίσιο πολιτικών σκοπιμοτήτων. Ούτε, βέβαια, τιμούν την ιστορική κατανόηση ή τη συνεννόηση και την ειρήνη ανάμεσα σε λαούς.

Θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί στο παράδειγμα χωρών που έχουν μετατρέψει άλλους σε θύμα, επικαλούμενοι τη δική τους ιδιότητα ως θυμάτων. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται μόνο από τις ισραηλινές κυβερνήσεις, αλλά και λ.χ. από τους Ούγγρους ή τους Έλληνες εθνικιστές. Επικαλούνται σφαγές και γενοκτονίες και απειλούν με εξανδραποδισμό τους μετανάστες και τις μειονότητες. Στα Βαλκάνια αυτό συνέβη κατά κόρον στους γιουγκοσλαβικούς Εμφύλιους. Η θυματοποίηση μετατράπηκε σε ρεβανσισμό ή σε θυματοποίηση των άλλων. 

Το ελληνικό κράτος έχει κατά το παρελθόν κάνει ή προσπαθήσει να κάνει εθνοκάθαρση;

Ναι βεβαίως. Μετά την Επανάσταση διώχτηκαν όλοι οι Μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι. Οι μόνοι που έμειναν ήταν της Εύβοιας, η οποία περιήλθε με συνθήκη στο Ελληνικό κράτος. Και μετά το 1912 βουλγαρικά χωριά κάηκαν, όπως στο Κιλκίς (The other Balkan Wars, A 1913 Carnegie Endowment Inquiry, επανέκδοση 1993)

Και η ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτό το χαρακτήρα είχε. Να κάνει εθνικά καθαρές χώρες. Αυτό είναι το νόημα της εθνοκάθαρσης, όρου που καθιερώθηκε μετά τους πολέμους στη Γιουγκοσλαβία.

Τι θα μπορεί να σημάνει η ένταξη στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο διάταξης που να απαγορεύει την διαφορετική άποψη ως προς τον όρο «γενοκτονία» των Ποντίων;

Κάτι τέτοιο θα σήμαινε πολιτικό έλεγχο της ιστορικής επιστήμης. Ο, τι ξεφεύγει, δηλαδή από τα δεδομένα, να ποινικοποιείται.
 
Η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο της ημέρας μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί ποινικοποίηση της ιστορικής έρευνας;

Όχι, αλλά έχει δημιουργηθεί ένα είδος εθνικής ορθοδοξίας γύρω από αυτά τα θέματα. Όποιος αποκλίνει κινδυνεύει . Από την άλλη μεριά δημιουργείται στην κοινή γνώμη μια διαστρεβλωμένη εικόνα για το παρελθόν. Κοιτάξτε, το Ελληνικό και το Οθωμανικό κράτος μπήκαν σε μια διαδικασία που είχε και στιγμές συνεργασίας και στιγμές πολέμου έως εσχάτων για την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή. Έφτασε ως τον διπλασιασμό της Ελλάδας και τη δημιουργία του τουρκικού κράτους.
 
Πληθυσμοί ξεριζώθηκαν από την Ανατολία και έφτασαν αποδεκατισμένοι στα Βαλκάνια. Άλλοι, μουσουλμανικοί πληθυσμοί ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία και από τα Βαλκάνια ξεριζώθηκαν και έφτασαν στην Τουρκία. Ο ίδιος ο Κεμάλ ήταν από τη Θεσσαλονίκη, ο Ινονού από τα Γιάννενα, όλη η ηγεσία ήταν από τα Βαλκάνια.

Στη διαδικασία αυτή οι σφαγές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Και οι Έλληνες συγκέντρωσαν τα γυναικόπαιδα στο Εσκί Σεχίρ και τα έκαψαν μέσα στα τζαμιά. Εγκλήματα πολέμου έγιναν από όλες τις πλευρές. Όλες οι πλευρές, λοιπόν, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να τα αναγνωρίσουν  όλα αυτά, έστω ως υποθήκη ειρήνης στο μέλλον.

Υπάρχει ανάγκη ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου; (Δεν αναφέρομαι σε πράξεις). Διότι, σε αυτή την περίπτωση θα ποινικοποιούνται ενδεχομένως και οι «ιστορικοί» που αρνούνται το Ολοκαύτωμα ή το εξωραΐζουν. Αυτό είναι αρνητικό;

Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τον λόγο μίσους από τον ιστορικό λόγο. Ακόμη και οι ηλίθιοι ιστορικοί, ή όσοι παρουσιάζονται ως ιστορικοί, θα πρέπει να έχουν ελευθερία λόγου. Το πρόβλημα είναι ο λόγος που υποκινεί σε μίσος. Είναι λεπτές οι διακρίσεις. Αλλά έτσι πρέπει να είναι η Δημοκρατία. Να έχει μια νομοθεσία που να διακρίνει λεπτές διαφορές.

Γνωρίζετε την «υστερία» που έχει ξεσπάσει για την ύπαρξη ή μη του χορού του Ζαλόγγου, μετά από σχετική αναφορά της κ. Ρεπούση. Τι έγινε στον Ζάλογγο με λίγα λόγια;

Η ιστορία του Ζαλόγγου είναι μια πολύ τραγική ιστορία. Τη λέει ο συνάδελφος Πέτρος Πιζάνιας στη χθεσινή Εφημερίδα των Συντακτών. Παρόμοιες ιστορίες μας δείχνουν πως πάνω στην ιστορία πρέπει να στοχαζόμαστε σοβαρά, όχι να πλειοδοτούμε σε πατριωτικές μεγαλόστομες ανοησίες.

Μπορεί τελικά ένας ιστορικός να είναι και πολιτικός, εάν εκφράζει μη δημοφιλείς ιστορικές απόψεις ή πραγματικότητες;

Ο ιστορικός είναι και πολίτης. Η ιστορία διασχίζει, θέλοντας και μη, τα όρια ανάμεσα στους δυο χώρους. Χρειάζεται παρρησία και υπευθυνότητα. Δεν είναι πάντα εύκολο. Συχνά αντιμετωπίζει κύμα προγραφών.
******

Σήμερα  στις 19:00 στο αμφιθέατρο «Αντώνης Τρίτσης» του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50, διοργανώνεται το Κρίση-μο σεμινάριο με θέμα «Ρατσισμός και Αντιρατσισμός: Ποια πρέπει να είναι η θέση της Αριστεράς», από την Πρωτοβουλία για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας. Την εισαγωγή και τον συντονισμό θα κάνει ο Αντώνης Λιάκος. Θα μιλήσουν η Μαρία Ρεπούση, η Βασιλική Κατριβάνου και ο Δημήτρης Χριστόπουλος. Θα τεθούν ζητήματα όπως: Τι τιμωρεί η δημοκρατία; Ποια είναι τα όρια της ελεύθερης έκφρασης; Πόσο επικίνδυνη είναι η ποινικοποίηση ιστορικών απόψεων; Τι σημασιοδοτεί η μη προώθηση του ‘αντιρατσιστικού’ νομοσχεδίου στην Ελλάδα σήμερα; Ποια πρέπει, τέλος, να είναι η θέση της αριστεράς;

 

May 23, 2013

Απονομή Βραβείων 22/5/2013, Στέγη Γραμμάτων και Tεχνών

Θα ήθελα να ευχαριστήσω    την επιτροπή που επέλεξε να τιμήσει ένα ιστορικό βιβλίο. Νομίζω πως οι δίαυλοι ανάμεσα στην ιστορία και στη λογοτεχνία, που ποτέ δεν έπαψαν να λειτουργούν υπόγεια και εκλεκτικά,   θα πρέπει και θεσμικά να ανοίξουν, άλλωστε η ιστοριογραφία υπήρξε στην αρχαιότητα κλάδος της ρητορικής, στην αναγέννηση μιλούσαν για Arte Historica, σήμερα λέμε για την ποιητική της ιστορίας. Σε μια εποχή ανοιγμάτων, ας ανοίξουν όλα τα βραβεία σε έργα μεστά ιδεών και σκέψεων. Η ιστορία δεν είναι απλώς η αποτύπωση του παρελθόντος, είναι μια δημιουργική σχέση με το παρελθόν.

Αυτή τη δημιουργική σχέση με το παρελθόν την έχουμε ανάγκη όταν το παρελθόν   καταστρέφεται όπως η Νινευή, και εμείς ως άλλοι Λώτ, καιγόμαστε από την επιθυμία να στραφούμε πίσω, να το κοιτάξουμε, αλλά ταυτόχρονα όρος της διάσωσής μας είναι να το ξεχάσουμε. Σ’ αυτή την αμφιθυμία απαντά δημιουργικά  και η Ιστορία και η λογοτεχνία. Εκείνη τουλάχιστον που δεν φοβάται την ετερότητα στα παγκάκια των πλατειών και δεν υποκύπτει στην κοινοτοπία του καθημερινού κακού, του ηθικού πανικού που δημιουργεί η εξουσία και τα ΜΜΕ.

 Η βράβευση βιβλίων αποτελεί μια αντίσταση, γιατί επιβραβεύει τελικά αυτή τη δημιουργικότητα. Θα μπορούσε να είναι μια γιορτή,   αν  βασικοί θεσμοί που υπηρετούν   τον πολιτισμό δεν είχαν θυσιασθεί, όπως το ΕΚΕΒΙ. Θα μπορούσε να είναι γιορτή, αν δεν κατακαιόταν η Νινευή.   Τα κρατικά βραβεία βέβαια δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την απουσία μιας δημόσιας  πολιτικής πολιτισμού. Δεν θέλουμε  ασφαλώς   έναν κρατικό πολιτισμό.  Αλλά η ανάπτυξη ενός πολιτισμού πέραν των καταναλωτικών αναγκών, στην Ευρώπη, ήταν ιστορικά μέρος μιας δημόσιας φροντίδας, ήταν πλευρά του κοινωνικού κράτους. Αυτή η δημόσια φροντίδα  κατεδαφίζεται τώρα.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχει σήμερα μια έκρηξη πολιτισμικής δημιουργίας σε μικρούς πυρήνες διάσπαρτους στην πόλη, ένας πολιτισμός  αμφισβήτησης, αντίστασης και διαμαρτυρίας, δεμένος με  μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης  η οποία   εκδηλώνεται συνήθως μακριά από τους επίσημους χώρους. Μια ουτοπία που κυκλοφορεί στους δρόμους. Θα αντέξει στη λαίλαπα ή θα υποκύψει στη νέα πειθαρχημένη και ιεραρχική κοινωνία;  Πάντως αν υπάρχει κάποια ελπίδα,   υπάρχει εκεί έξω. Εκεί όπου η επιδίωξη της ουτοπίας γράφει ιστορία.

May 17, 2013

 

I’m very sorry (but not responsible) for the spam  received from my Yahoo mail account, yesterday, May 15. I hope that it was obvious that my yahoo address has been hackered .

 

Please use my standard mail address  aliakos@otenet.gr

 

 

May 10, 2013

Χρόνος on line

 

   www.chronosmag.eu   

 

Αγαπητοί φίλοι / Dear Friends,

Από σήμερα είναι online το πρώτο τεύχος του ΧΡΟΝΟΥ: www.chronosmag.eu

/

April 19, 2013

REFLECTIONS

  » open
Der Tagesspiegel – Germany

Antonis Liakos on Germany as the super-ego of European capitalism

Cyprus’s bailout marks a turning point in the European crisis, Greek historian Antonis Liakos observes: “The deposits will be transferred from banks and countries whose stability is threatened by the economic downturn and where there is the danger of a debt haircut to countries where the banks guarantee deposits, even with negative interest rates. The German banks will profit from this, or the banks of the peripheral countries will come under German control. Germany, as Europe’s strongest economy, dictates the terms by which the European nations must govern their economies and societies, by undermining their national sovereignty, institutions and democratic achievements. Germany assumes the role of the theoretical super-ego of European capitalism because it is the only economy running a surplus and benefits from the euro by paying minimal or negative interest while the other economies borrow money at interest rates that are far higher than their economic growth rate. This only accentuates the differences. For all these reasons the Cypriot crisis represents a turning point in the European crisis.” (19/04/2013)

» full article (external link, German)
More from the press review on the subject » EU Policy, » Fiscal Policy, » Germany, » Cyprus, » Europe
All available articles from » Antonis Liakos
Who’s saying what » Who’s to pay for Cyprus’s bailout?, » Germany’s controversial role in the crisis