Archive for November 27th, 2017

November 27, 2017

Η εθνική μελαγχολία

Για να αναταχθεί η χώρα από την κρίση, κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά, χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε το σύνδρομο της αποτυχίας. Αυτό το σύνδρομο είναι τόσο βαθειά χαραγμένο στην συλλογική συνείδηση, ώστε εκδηλώνεται με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, από τα καθημερινά αυθόρμητα ξεσπάσματα σε κάθε ενόχληση, έως τις βαθιές αντιλήψεις που έχουμε για το παρόν και το μέλλον μας. Τείνει να γίνει, αν δεν έχει κιόλας γίνει, δομικό στοιχείο της εθνικής ταυτότητας.

Έχω καταπιαστεί αυτή την εποχή με τη σύνθεση μιας ιστορίας του ελληνικού εικοστού αιώνα, προσπαθώντας να καταλάβω αφενός έναν αιώνα στον οποίο πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, αφετέρου τις δικές μου εμπειρίες, τις συλλογικές εμπειρίες μιας γενιάς που έζησε το δεύτερο μισό αυτού του αιώνα. Βρίσκομαι όμως πάντα σε αμηχανία, όταν με ρωτούν πολλοί φίλοι, καλοπροαίρετοι και καλλιεργημένοι, αν εξηγώ το πώς και το γιατί καταλήξαμε ένα «αποτυχημένο κράτος», γιατί αποκλίνουμε συνεχώς από την Ευρώπη, γιατί το μέλλον μας προοιωνίζεται σκοτεινό και αβέβαιο, γιατί είμαστε η χώρα του λειψού και αδύναμου διαφωτισμού, υποδεικνύοντας εμμέσως, πλην σαφώς, ότι αυτά είναι τα ζητήματα ενδιαφέροντος σε ένα βιβλίο που αφορά την Ελλάδα.

Πράγματι αυτή η απαισιοδοξία βαραίνει στο γενικότερο ψυχολογικό κλίμα, καλλιεργείται από βαρύγδουπα επιστημονικά κείμενα, αλλά και πρόσφατες ιστορίες της Ελλάδας, φτάνει ακόμη στα πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Σε μια καθημερινή εφημερίδα, που πρωτοκυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα, η εμφατική φράση στην πρώτη σελίδα ήταν «το μέλλον θα έρθει σαν γάγγραινα στη φτέρνα». Φράση από συνέντευξη του Μάνου Ελευθερίου, αλλάζει νόημα και σημασία όταν, αποκομμένη, προβάλλεται εμφατικά. Αλλά αυτή η σωματοποιημένη αίσθηση της απειλής είναι κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή ευρύτερα. Στη σύγχρονη ποιητική λογοτεχνικών και κινηματογραφικών έργων, δεν γράφονται ευχάριστες ιστορίες για το μέλλον. Το μέλλον δεν περιγράφεται ως ο τόπος της ελπίδας, αλλά της απειλής. Οι ευχάριστες ιστορίες δεν θα συναντούσαν το κοινό τους, οι δυσάρεστες γίνονται δημοφιλείς. Η συνταγή συγγραφικής επιτυχίας θέλει απαισιοδοξία, ενοχή, απειλή.

Είναι αδικαιολόγητη αυτή η αίσθηση του κοινού; Νομίζω πως όχι, γιατί είναι γεγονός ότι αν στον εικοστό αιώνα εκφράστηκαν με την μεγαλύτερη δυνατή ορμή οι προσδοκίες για το μέλλον, η βιωμένη εμπειρία τις μετέτρεψε στο αντίθετό τους, σε απογοητεύσεις ή και σε εφιάλτες. Αυτή η αντιστροφή δημιούργησε ένα μοντέλο σκέψης, μέσα από το οποίο διαβάζεται αναδρομικά το παρελθόν. Οι ευγενείς προθέσεις διαβάζονται ως αυταπάτες (επιεικώς), ή ως κακόβουλες επιδιώξεις. Η ιστορία, ως λόγος χειραφέτησης και αυτογνωσίας, αντικαταστάθηκε από την συμπτωματολογία, την απώλεια, την αυτομαστίγωση που αξίζουν τα «κακά παιδιά της ιστορίας». Μια περιήγηση στις πιο δημοφιλείς εκδόσεις των τελευταίων χρόνων, στη λογοτεχνία και την ιστορία (γιατί και η ιστορία από το ευρύ κοινό διαβάζεται ως αληθοφανής λογοτεχνία) δείχνει αυτό το διάχυτο πνεύμα. Αυτό το πνεύμα είναι ισχυρότερο από τις ιδεολογικές επιλογές, ή μάλλον παράγει και παγιώνει ιδεολογικές επιλογές, κατεξοχήν συντηρητικές, γιατί δημιουργεί ιστορική συνείδηση. Αυτή η απαισιοδοξία γίνεται εργαλείο ερμηνείας και η ερμηνεία δεν αντικαθιστά την εξήγηση, αλλά την περιλαμβάνει.

Αυτό το πνεύμα γενικευμένης απαισιοδοξίας, ήρθε και έδεσε με το πνεύμα εθνικής μειονεξίας. «Η εθνική μας μοναξιά» του Μητροπάνου, «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου, το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη, φράσεις εμβληματικές, τραγουδήθηκαν ή γράφτηκαν προ κρίσης. Το πνεύμα τους όμως γιγαντώθηκε στη διάρκεια της κρίσης, έγιναν κοινοί τόποι, δημιούργησαν πολιτισμικά μιμίδια (memes) που κατακλύζουν εφημερίδες και περιοδικά. Το διαδίκτυο τα αναπαράγει με   ταχύτητα και  ρυθμό βακτηριδίων. Η «δυστυχία» κλιμακώθηκε σε  «βδέλυγμα». H επανάληψη δεν δημιουργεί κόρο. Μετατρέπεται σε εμμονή να συζητάς αυτή τη διαφορά, να  βρίσκεσαι μέσα σ’ αυτήν, να την ψηλαφείς, θα τολμούσα να πω να την απολαμβάνεις. Όπως οι ασθενείς απολαμβάνουν να συζητούν για την αρρώστια τους, να λένε λεπτομέρειες για τα συμπτώματά της και για τις θεραπείες που δοκιμάζουν.

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η ηδονή της απαισιοδοξίας; Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό το πνεύμα που δημιουργεί αναδίπλωση και έναν βαθύ και μύχιο συντηρητισμό; Μπορεί να αντιμετωπιστεί με λογικά επιχειρήματα; Είναι λ.χ. πειστικό να πεις ότι ξέρετε, η δυστυχία του να είσαι Ιταλός ή Πολωνός, Λατινοαμερικάνος, Άραβας, ή Ρώσος είναι τόσο διαδεδομένη στον κόσμο που, αν την συνειδητοποιήσεις, την ξεπερνάς; Φοβάμαι πώς όχι, γιατί αυτός ο τρόπος σκέψης είναι εμφωλευμένος στις λέξεις: «Μόνο εδώ συμβαίνουν αυτά!». Από τη φράση αυτή στην παλιότερη «Οι Έλληνες θέλουν βούρδουλα» ή στη σύγχρονη «Μνημόνιο μέχρι να σβήσει ο ήλιος», είναι μικρή απόσταση. Είναι πάνω σ’ αυτό το υπόστρωμα που καλλιεργείται η εθνική μειονεξία, η αναζήτηση του σωτήρα, συνήθως του αναδρομικού, λ.χ. του Ελευθερίου Βενιζέλου ή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ή του (της) ιστορικού-γκουρού στον εθνικό φρονηματισμό.

Την εθνική μελαγχολία, το σύνδρομο της αποτυχίας, δεν μπορούμε να τα παραμερίσουμε. Πρόκειται για βαθειά πολιτικά ζητήματα επειδή αφορούν νοοτροπίες και υπαγορεύουν συμπεριφορές.

EφΣυν 27.11.2017

Advertisements
November 27, 2017

Η μνήμη: ταυτότητα ή ιδεολογία;

«Η μνήμη ως ταυτότητα. Φόρος τιμής σε όλες τις γενιές της “αρχαίας σκουριάς”  (ανάρτηση του ΣΥΡΙΖΑ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχετικά με την επίσκεψη στη Μακρόνησο).

Η μνήμη ως ταυτότητα,  είναι εμβληματική φράση, ωστόσο γίνεται προβληματική  όταν γίνεται επίκληση της μνήμης για να καλύψει την κρίση    ταυτότητας, όταν η μνήμη λειτουργεί ως ιδεολογία. Υπάρχει σήμερα στην πλειοψηφική Αριστερά, κρίση ταυτότητας;  Δύσκολα κρύβεται, δεν θα   μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Οι εμπειρίες της διακυβέρνησης,  έχουν μεγάλη απόκλιση από τις προσδοκίες πριν το 2015. Δεν ανταποκρίνονται σε κείνη την ταυτότητα, δεν έχει δημιουργηθεί νέα ταυτότητα.

Η διακυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα έχει ένα πολύ ευρύτερο, πειραματικό και παραδειγματικό  ενδιαφέρον. Μπορεί να επιβιώσει η Αριστερά στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού, της παγκοσμιοποίησης, των μεγάλων διεθνών μεταδημοκρατικών θεσμών; Και αν υποθέσουμε ότι μπορεί, τι μπορεί να κάνει; Ποια μπορεί να είναι η ταυτότητά της; Και σ’ αυτή την νέα ταυτότητα, πώς μπορεί να συνδυαστεί αυτό που υπήρξε,   δηλαδή η ιστορία της, με αυτό που είναι σήμερα;

Μπορούν να πιστωθεί στην κυβέρνηση η έντιμη προσπάθεια     να βγάλει  τη χώρα από τον πυρήνα της κρίσης, αποφεύγοντας μια επικείμενη ανθρωπιστική  κρίση που ήδη έπληττε   τους φτωχότερους.   Παρά τα προβλήματα και τις αστοχίες του μεταναστευτικού, η χώρα δεν κατολίσθησε σε ακροδεξιό καθεστώς τύπου  Ουγγαρίας ή Πολωνίας, όπως επί Σαμαρά.   Ωστόσο, αυτό που ήταν εξαρχής στόχος της μνημονιακής πολιτικής, δηλαδή η προσαρμογή της κοινωνίας  στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο  και η εσωτερική υποτίμηση,  στον μεγαλύτερο βαθμό επετεύχθη.

Η Αριστερά θα έχανε την αξιοπιστία της αν δεν αναλάμβανε ευθύνες διακυβέρνησης. Μπορεί όμως να διατηρήσει την αξιοπιστία της ως κυβερνητική αριστερά; Νέες καταστάσεις, νέα προβλήματα. Πώς θα αντιμετωπίσει  λ.χ. το συνταξιοδοτικό ζήτημα σε ένα γηράσκοντα πληθυσμό; Πώς θα εξασφαλίσει  ανάπτυξη μόνο με αναμενόμενες ξένες επενδύσεις, χωρίς την εσωτερική συσσώρευση, όταν αυτή διοχετεύεται,  μέσω φορολογίας,  στην αποπληρωμή των δανείων; Με ποιά   εργαλεία μπορεί  να ασκήσει  αναπτυξιακή ή κοινωνική πολιτική; Πώς θα υπερβεί τον ασφυκτικό έλεγχο των δανειστών,  έως ότου λήξει το τρέχον μνημόνιο, αλλά και μετέπειτα όσο βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αποπληρωμή του δανείου;  Οι έλεγχοι στους προϋπολογισμούς και την οικονομική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών έχουν αποκτήσει πλέον δομικό χαρακτήρα.   Μπορεί να συνταιριάσει η Αριστερά, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, το πρόγραμμά της με τα ζητήματα αυτά; Μήπως πρέπει να τροποποιήσει τους στόχους της; Προς το παρόν δικαιώνεται στην αναγνώριση των δικαιωμάτων, κάτι   σημαντικό, γιατί τα κινήματα για τα δικαιώματα ανήκουν στην ιστορία της. Ωστόσο   η διαμόρφωση της κοινής γνώμης  ελέγχεται  από 5-6 ολιγάρχες, οι εξοπλισμοί στα ύψη, η πολιτισμική πολιτική   πορεύεται χωρίς πυξίδα, ή ασκείται εξολοκλήρου πλέον από τα ιδιωτικά ιδρύματα τα οποία συγκεντρώνουν την καλλιτεχνική πρωτοπορία και διαμορφώνουν ταυτότητες. Το παράδειγμα, όπου αντί να καταργηθούν οι μαθητικές παρελάσεις, γίνεται κλήρωση σημαιοφόρων,  δείχνει   μετέωρο βήμα σε διαρκή αναποφασιστικότητα.

Το ερώτημα είναι: Όλα όσα έγιναν, αλλά και όσα δεν έγιναν, συγκροτούν μια ταυτότητα της Αριστεράς; Και αυτή η ταυτότητα πώς σχετίζεται  με τη μνήμη της; Αν η ουσία της Αριστεράς είναι η κριτική στάση, η κριτική στο υπαρκτό,  από ποια αφετηρία μπορεί να γίνει πλέον;   Το ερώτημα  δεν σηκώνει  υπεκφυγές,  ούτε   φιλοσοφικές   νεφελοκοκκυγίες. Δεν μπορεί να απαντηθεί  με  ακροβατισμούς ανάμεσα στις επικλήσεις του μαρτυρικού   παρελθόντος και  στην ικανοποίηση από την ολοκλήρωση της δεύτερης ή τρίτης αξιολόγησης. Υπάρχει   μεγάλη σύγχυση στους πολίτες, η οποία,   συγκρατείται μόνο  εξαιτίας  της απέχθειας στον  κοινωνικό δαρβινισμό των   αντιπάλων. Δεν αντισταθμίζεται   όμως  από μια νέα θετική ταυτότητα.   Οι πολίτες που συμπαθούν την Αριστερά είναι ιδεολογικά αφοπλισμένοι.  Μπορούν να είναι βέβαιοι για το παρελθόν, παραμένοντας αβέβαιοι για το μέλλον;

Ο μετεωρισμός προκαλεί αμφίδρομη βλάβη: Πρώτο, η καθήλωση σε ένα ανεπεξέργαστο παρελθόν, εμποδίζει τη σύγχρονη ωρίμανση του Σύριζα, και την συγκρότηση   ενός τολμηρού   μεταρρυθμιστικού προγράμματος προς όφελος των πολλών. Δεν προχωράς αν κοιτάζεις συνεχώς πίσω με ενοχές, αν νοσταλγείς   χαμένες   αθωότητες.         Δεύτερο, κινδυνεύει το ίδιο το παρελθόν να γίνει αδιάφορο και πληκτικό.  Όπως το  αντιφασιστικό αφήγημα  που χρησιμοποιούνταν στην   ΕΣΣΔ και στις  Λαϊκές Δημοκρατίες ως επίσημη ιδεολογία έως το 1989. Οι ιστορικοί μας έχουν κάνει το μέρος της δουλειάς που τους αναλογεί, δηλαδή την κριτική επεξεργασία του παρελθόντος,  και έχουν πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από αυτό.  Η   σύνθεση όμως ανάμεσα στο κριτικό παρελθόν και στο κριτικό παρόν, είναι κάτι που πρέπει να γίνει σε πολιτικό επίπεδο.    Το ζητούμενο επομένως είναι αν ιστορικά βιώματα, παρελθούσες προσδοκίες και παρούσες εμπειρίες μπορούν να μπουν σε ένα πλαίσιο συνεξέτασης,   ώστε να συγκροτηθεί μια καινούργια ταυτότητα.

Παράλληλα, η συγκρότηση, στην περίοδο της κρίσης, ενός  νεοσυντηρητικού  μετώπου αναζητά επίσης   ξεκαθάρισμα   λογαριασμών   με την ιστορία για να συγκροτήσει ταυτότητα. Η αναθεώρηση του παρελθόντος γίνεται κρίσιμο εργαλείο για πολιτικές αλλαγές. Επομένως, οι διαμάχες για το παρελθόν δεν τέλειωσαν, και σε τελευταία ανάλυση είναι πολιτικές.  Πολιτικές ως διαμόρφωση ενός βλέμματος με προοπτική, πέραν του παροντισμού, με ικανότητα να δει το περίγραμμα των τάσεων και των εξελίξεων.  Γιατί αν η ιστορία   χρησιμοποιείται ως εφεδρικά πυρομαχικά, αν γίνεται επίσημη ιδεολογία, τότε η ιστορική σκέψη χάνει το πιο δυναμικό της στοιχείο: τη δυνατότητά της να θέτει ερωτήματα που αναπλαισιώνουν το παρόν.

H συνειδητοποίηση ότι είμαστε αυτό που δεν μπορούμε πλέον να είμαστε,   είναι αυτή που οριοθετεί και δημιουργεί το παρελθόν μέσα στη ροή του χρόνου, που τοποθετεί το παρελθόν στην ιστορία, που το βγάζει από τη διαρκή εκκρεμότητα  ανάμεσα σε «αυτό που πέρασε» και σε «αυτό που διαρκεί ακόμη». Γιατί η ταύτιση είναι καθήλωση.  Η συνείδηση της διαφοράς είναι συνείδηση της μετάβασης.  Συχνά η συνείδηση αυτή συνοδεύεται από την αίσθηση της απώλειας (η χαμένη αθωότητα, η χαμένη άνοιξη κλπ) και είναι τραυματική. Είναι αναγκαίο όμως να περάσει κανείς από το τραύμα της μετάβασης χωρίς να επιτρέψει την καθήλωση στην ταύτιση. Η εκκρεμότητα και ο μετεωρισμός δεν συνιστούν λύση. Επομένως (για να επιστρέψουμε στην φράση «η μνήμη ως ταυτότητα»),  το περιεχόμενο της ταυτότητας δεν μπορεί να είναι η μνήμη,  αλλά η συνείδηση της μετάβασης από το παρελθόν προς εκείνο που υπολογίζουμε ως μέλλον.  Από τη μνήμη στον συνολικό αναστοχασμό της ιστορικής πορείας.

ΕφΣυν, Σεπτ 2017